Οι... διάσημοι αφορισμοί της Ελλάδας


Το ανάθεμα στην Ελληνική Επανάσταση και τον Βενιζέλο. Ο Ροΐδης, ο Θόδωρος Αγγελόπουλος και άλλες ιστορίες σκοταδισμού



Το θέμα του αφορισμού επανέφερε στο προσκήνιο η σκοταδιστική κίνηση του γνωστού για τις ακραίες θέσεις του, τέως μητροπολίτη Αμβρόσιου. Ο αφορισμός θεωρείται ως η μέγιστη τιμωρία της Εκκλησίας καθώς ο αφορισμένος δεν έχει δικαίωμα χριστιανικής ταφής, ενώ είναι καταδικασμένος να καίγεται στο «πυρ το εξώτερον» εφόσον δεν μετανοήσει. Γι’ αυτό η ποινή του αφορισμού τίθεται σε εφαρμογή παρά μόνο σε εξαιρετικά ειδικές περιστάσεις. Ωστόσο, δεν είναι σπάνιο ο αφορισμός να υποκινείται περισσότερο από σκοταδιστικές απόψεις και προσωπικά μίση  παρά από μια προσπάθεια διάσωσης της πίστης. Κατά τη διάρκεια της ιστορίας πολλοί είναι και οι διάσημοι που έχουν μπει στο στόχαστρο της Εκκλησίας και σας παρουσιάζουμε τους βασικότερους από αυτούς.

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και ο Γρηγόριος ο Ε'

Τους τελευταίους μήνες του 1805 το Πατριαρχείο, υπό την πίεση του Σουλτάνου, αφόρισε τους κλεφτοκαπεταναίους της Πελοποννήσου. Μαζί με τον αφορισμό, ο οποίος έφερε την υπογραφή του Πατριάρχη Καλλίνικου του Ε', εστάλη και διάταγμα σύμφωνα με το οποίο ο τοπικός πληθυσμός έπρεπε να κόψει κάθε δεσμό με τους καπετάνιους. Απαγορευόταν να τους προσφέρει καταφύγιο ή τρόφιμα και έπρεπε να τους καταδίδει και να ενισχύει τον τουρκικό στρατό, κάθε φορά που θα οργάνωνε επιχειρήσεις εναντίον τους.


Ένας από τους αφορισμένους ήταν και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ο οποίος στα απομνημονεύματα του αναφέρει «Ο Σουλτάντος λαμβάνει την ιδέα να κόψη τον λαόν. Ο πατριάρχης κάμει παρατηρήσεις και λέγει: ‘’Τι πταίει ο λαός; Να σκοτώσωμεν τους πρωταιτίους, τους κακούς’’ (…) Τότε κάμνει ένα φερμάνι ο Σουλτάνος να σκοτώσουν τους κλέφτας. Αφοριστικό έρχεται του Πατριάρχου δια να σηκωθεί ο όλος ο λαός, κι έτσι εκινήθηκεν όλη η Πελοπόννησος. Τούρκοι και Ρωμιοί κατά των Κολοκοτροναίων».

Ο Κολοκοτρώνης στρέφεται και κατά του Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε', ο οποίος το 1806 απέστειλε επιστολή με την οποία ζητούσε το τέλος των εξεγέρσεων και πίστη στο Σουλτάνο. Πειρατής πλέον στην Χαλκιδική ο Κολοκοτρώνης στέλνει επιστολή στον Γρηγόριο τον Ε' που πλέον είχε εξοριστεί από τον Σουλτάνο στο Άγιο Όρος. Τον κατηγορεί για την "κατάντια" του και του γράφει χαρακτηριστικά:  «Εσύ μου 'γραψες την προδοσία στο χαρτί αλλά εγώ θα σου τη γράψω στο κούτελο». Η απάντηση του πρώην αλλά και μελλοντικού Πατριάρχη ήταν ότι όλα έγιναν «κατά θείαν παραχώρησιν». Ο Κολοκοτρώνης βρήκε απέναντι του και άλλους εκπροσώπους της Εκκλησίας όταν οργάνωνε την επανάσταση. Χαρακτηριστική είναι η φράση του προς τον Δεσπότη της Άρτας ο οποίος του ζητούσε να εγκαταλείψει τα σχέδια του. «Μην μου βροντάς παπά εμένα το πασουμάκι στο τραπέζι γιατί  βροντώ το σπαθί και σου κόβω το κεφάλι» του είπε.

Ο Γέρος του Μοριά αναφέρει επίσης ότι ο αδελφός του Δημητράκης σκοτώθηκε μετά από προδοσία καλόγερου σε μοναστήρι, ενώ αναφέρεται σε ένα ηγούμενο στον οποίο έταξαν να τον κάνουν Δεσπότη αν προδώσει τον Κολοκοτρώνη. Αυτός συνωμότησε με τον Μπέη και τον συμπέθερο του Κολοκοτρώνη για να τον παραδώσουν ζωντανό αλλά το σχέδιο απέτυχε.

Ο αφορισμός της Ελληνικής Επανάστασης

Λίγοι ίσως γνωρίζουν ότι η Εκκλησία επίσημα τουλάχιστον όχι μόνο δεν στάθηκε στο πλευρό των Ελλήνων που προσπαθούσαν να διεκδικήσουν την ελευθερία τους από τους Τούρκους, αλλά ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε’ είχε αφορίσει την Ελληνική Επανάσταση εν τη γεννέσει της. Ο λόγος πίσω από αυτόν τον αφορισμό έχει προκαλέσει από τότε ατέρμονες αναλύσεις από τους ερευνητές σχετικά με τον σκοπό του. Άλλοι θεωρούν ότι πίσω από αυτόν κρύβεται η προσπάθεια της Εκκλησίας να προστατεύσει τον ελληνικό λαό από ένα σίγουρο αιματοκύλισμα καθώς και οι πιέσεις που δέχτηκε από την τουρκική ηγεσία. Ωστόσο, άλλοι υποστηρίζουν ότι πράγματι η Εκκλησία δεν επιθυμούσε την απελευθέρωση καθώς  δεν ήθελε να χάσει τα ειδικά προνόμια που είχε λάβει μέσα στους αιώνες της υποδούλωσης από τους Οθωμανούς με αποτέλεσμα να καταστεί ισχυρή δύναμη η οποία κρατούσε τους Ρωμιούς υπόδουλους στον κατακτητή. Μια σίγουρη απάντηση στις σκοπιμότητες της Εκκλησίας δεν φαίνεται να μπορεί να δοθεί.

Αυτό που είναι ιστορικά ωστόσο αποδεδειγμένο είναι ότι ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε’ αφού είχε ήδη προσπαθήσει στις αρχές του 1800 να αφορίσει τους καπεταναίους που προσπαθούσαν να οργανώσουν την επανάσταση, τελικά στις 23 Μαρτίου 1821 συντάσσει και υπογράφει τον φοβερό αφορισμό της Επανάστασης, των επαναστατών και κάθε «ραγιά» που θα τους στηρίξει. Στρέφεται ιδιαίτερα κατά της Φιλικής Εταιρίας, του Αλέξανδρου Υψηλάντη και του Μιχαήλ Σούτσου (οργανωτές της επανάστασης στην Μολδοβλαχία) χαρακτηρίζοντάς τους «απονενοημένοι και αλαζόνες και δοξομανείς, εκήρυξαν του γένους ελευθερίαν…». Από τον αφορισμό «γλίτωσε» ο Ρήγας Φεραίος καθώς οι Οθωμανοί τον είχαν ήδη απαγχονίσει.

Μαζί με άλλους 22 ιεράρχες υπογράφουν τον αφορισμό πάνω στην «Αγία Τράπεζα» της Εκκλησίας δίνοντας έτσι έναν υψηλό συμβολισμό και ιερότητα στην πράξη και στη συνέχεια τον διαβάζουν στο εκκλησίασμα: «φρικώντων των ακροατών και των υπογραψάντων», όπως αναφέρει ο αγωνιστής της επανάστασης και λόγιος Μιχαήλ Οικονόμου.

Στο κείμενο του αφορισμού οι ιεράρχες  κατηγορούν τους επαναστάτες ως υποκινητές πράξεων που «αντίκεινται στη λογική, στο Θεό και στο συμφέρον των υπόδουλων». Όπως αναφέρεται, οι επαναστάτες «επιχείρησαν εις έργον μιαρόν, θεοστυγές και ασύνετον, θέλοντες να διαταράξωσιν την άνεσιν και ησυχίαν των ομογενών μας πιστών ραγιάδων της κραταιάς βασιλείας».

Το κείμενο του αφορισμού
Ο αφορισμός διαπνέεται από μια πλήρη καταδίκη των ιδεών του διαφωτισμού που μιλούν για ελευθερία των λαών. Στο κείμενο του αφορισμού παρουσιάζεται ως αναγκαία η υποταγή στο σουλτάνο «εναντίον της κοινώς ημών ευεργέτιδος και τροφού, κραταιάς και αηττήτον βασιλείας…»… «δια τα άπειρα ελέη όπου απολαμβάνομεν παρά της βασιλικής φιλανθρωπίας». Όπως αναφέρεται εξάλλου κάθε εξουσία και βασιλεία είναι σταλμένη από τον Θεό, οπότε… θεόσταλτη είναι και η επικράτηση των Οθωμανών. Η Εκκλησία μοιάζει να υιοθετηθεί την θέση ότι «αν ο Θεός μας ήθελε ελεύθερους δεν θα άφηνε τους Οθωμανούς να μας κατακτήσουν», άποψη που είχε εκφραστεί από εκκλησιαστικές φωνές και στα πρώτα χρόνια της Τουρκοκρατίας.

Μάλιστα, στον αφορισμό ο Πατριάρχης καλεί τους ιερωμένους σε πλήρη υποταγή στον Σουλτάνο και προειδοποιεί ότι κάθε ανυπακοή θα τιμωρείται κι από το σουλτάνο κι από το Θεό «καθότι η μετ’ ευχαριστίας και ειλικρινείας υποταγή χαρακτηρίζει και την προς Θεόν αγάπην και πίστιν». Παράλληλα, πολλοί υποστηρίζουν ότι ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε’ εκτός από την επίσημη εγκύκλιο του αφορισμού συνέταξε ακόμα μια εμπιστευτική προς τους μητροπολίτες, εν αγνοία του Σουλτάνου, η οποία ωστόσο περιείχε τις ίδιες θέσεις με την επίσημη.

Πολλοί αναλυτές υποστηρίζουν ωστόσο ότι ο αφορισμός αποτέλεσε ουσιαστικά έναν ελιγμό του Πατριάρχη Γρηγορίου στις πιέσεις του Σουλτάνου, με σκοπό να «σώσει» το ποίμνιό του και να δώσει χρόνο στους επαναστάτες να προετοιμαστούν. Αυτή φυσικά είναι και η επίσημη θέση της Εκκλησίας. Ταυτόχρονα αξίζει να σημειωθεί ότι  στην «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» της Εκδοτικής Αθηνών (τομ. ΙΒ’, σ. 130β), αναφέρεται ότι ο Αλέξανδρος Υψηλάντης είχε πει στους Σουλιώτες: «Ο Πατριάρχης βιαζόμενος υπό της Πόρτας σας στέλνει αφοριστικά και εξάρχους παρακινώντας σας να ενωθήτε με την Πόρταν. Εσείς όμως να τα θεωρείται αυτά ως άκυρα, καθότι γίνονται με βίαν και δυναστείαν και άνευ της θελήσεως του Πατριάρχου». Παράλληλα, πληροφορίες αναφέρουν ότι ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε’ είχε παρακαλέσει τον υπέρτατο θρησκευτικό αρχηγό όλου του Ισλάμ, Σεϊχουλισλάμη, να μην εκδώσει φετφά κατά των Χριστιανών της αυτοκρατορίας όπως του ζητούσε ο Σουλτάνος. Αυτός πράγματι συμφώνησε με τον Πατριάρχη και αρνήθηκε την φετφά ακολουθώντας το Κοράνι που απαγορεύει να «χυθεί αίμα αθώων». Ο Σουλτάνος καθαίρεσε τον Σεϊχουλισλάμη και τον απαγχόνισε.

Την ίδια στιγμή δεν έχει καταστεί δυνατό να αποδειχθεί με σιγουριά το αν ο αφορισμός ακυρώθηκε τελικά εκ των υστέρων καθώς αναλυτές υποστηρίζουν ότι ουδέποτε αποσύρθηκε από την ελληνική Εκκλησία μέχρι τις μέρες μας. Η Εκκλησία υποστηρίζει ότι αποσύρθηκε μυστικά, γι’ αυτό άλλωστε κρεμάστηκε ο Γρηγόριος από τους Τούρκους. Ο ίδιος ο Σουλτάνος στην προκήρυξή του για το θάνατο του Πατριάρχη, αν και τον κατηγορεί για «πλαστά δείγματα αφοσιώσεως», δεν αναφέρεται άμεσα στον αφορισμό. 

Η περίπτωση του Νίκου Καζαντζάκη

Στον μυαλό των περισσότερων ο Νίκος Καζαντζάκης είναι ένας από τους συγγραφείς που η Εκκλησία έχει αφορίσει εξαιτίας του έργου του. Η πραγματικότητα ωστόσο είναι πολύ διαφορετική. Η αλήθεια είναι ότι όσο κι αν ορισμένα έργα του είχαν προκαλέσει τις αντιδράσεις της Εκκλησίας και υπήρχαν σκέψεις για αφορισμό του αυτό δεν έγινε ποτέ.

Ο Καζαντζάκης ήδη από το 1930 με την έκδοση της «Ασκητικής» του είχε κατηγορηθεί για αθεϊσμό και επρόκειτο να δικαστεί, κάτι που τελικά δεν συνέβη. Όταν το 1948 εκδίδει αρχικά το «Ο Χριστός Ξανασταυρώνεται» και στη συνέχεια τον «Καπετάν Μιχάλη» (1950) και τον «Τελευταίο Πειρασμό» η Εκκλησία πλέον εξεγείρεται εναντίον του. Το 1954 η  Ιερά Σύνοδος ανέθεσε στον Παντελεήμονα Χίου να μελετήσει το μυθιστόρημα «Ο Καπετάν Μιχάλης» και να υποβάλει σχετική εισήγηση. Αυτός κατέληξε ότι ο συγγραφέας γράφει ένα «ασεβές έργο προς το Θεό και τον κλήρο». Υποστηρίζει ότι το βιβλίο αυτό εξευτελίζει τον αγώνα των Κρητών, γιατί περιγράφει τον καπετάν Μιχάλη ως μέθυσο και τον Πολυξίγκη ως ερωτύλο και προσβάλει και την Εκκλησία γιατί στο κεφάλαιο με την κατήχηση της Εμινέ, εκείνη λέει ότι ο Θεός είναι γέρος κοτσονάτος και ο Χριστός ο γλυκός, ντεληκανής γιος του. Η Ιερά Σύνοδος ζητά από τις αρμόδιες αρχές να χαρακτηριστεί το έργο ως αντιθρησκευτικόν και αντεθνικόν και να απαγορευθεί η κυκλοφορία του.

Ο ίδιος ο συγγραφέας απάντησε σχετικά: «Προσπάθησα να εξαίρω όσο μπορούσα τους αγώνες της Κρήτης για την ελευθερία και συνάμα την ηρωική και μαρτυρική συμμετοχή της εκκλησίας στους αγώνες αυτούς κι όμως βρέθηκαν συνειδήσεις που κατασυκοφάντησαν το βιβλίο αυτό, ως ενάντιο της θρησκείας και της πατρίδας».

Σχεδόν ταυτόχρονα, η Εκκλησία σκανδαλίζεται όταν εκδίδεται «Ο Τελευταίος Πειρασμός» αρχικά στα γερμανικά. Η Ιερά Σύνοδος ζητά από τις αρχές «πάση θυσία» να μην κυκλοφορήσει η μετάφραση του έργου στα ελληνικά καθώς «προσεγγίζει τη ζωή και τα πάθη του Χριστού κατά τρόπο δοκητικό πέρα από κάθε ιστορική και δογματική βάση, υποβαθμίζοντας τον θεανθρωπικό χαρακτήρα του». Θρησκευτικά σωματεία υποστήριζαν ότι ο Καζαντζάκης με τα έργα του «θέλει να κάμη τους αναγνώστας του να ζουν ζωή πολύ κατωτέραν και από αυτήν των ζώων».

Το αίτημα για αφορισμό του συγγραφέα και των έργων του γίνεται πλέον πολύ έντονο. Από την άλλη έντονες είναι οι πιέσεις από τον πνευματικό και πολιτικό χώρο για να σταματήσει το «κυνήγι» του συγγραφέα. Ο ίδιος ο Καζαντζάκης προσπάθησε να κρατήσει διακριτική στάση απέναντι στην ανθρωποφαγία που είχε ξεκινήσει έναντίον του, απαντώντας μόνο: «Μου δώσατε μια κατάρα, Άγιοι Πατέρες, σας δίνω μια ευχή: Σας εύχομαι να ‘ναι η συνείδησή σας τόσο καθαρή όσο η δική μου και να ‘στε τόσο ηθικοί και θρήσκοι όσο είμαι εγώ».



Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος επιλέγει τελικά να αποποιηθεί την ευθύνη για μια απόφαση μιας και οι απόψεις μεταξύ ακομα και των ιεραρχών ήταν απόλυτα διχασμένες. Η Κρήτη, περιοχή απ’ όπου κατάγεται ο συγγραφέας, υπαγόταν στην δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και όχι της αυτοκέφαλης Ελληνικής Εκκλησίας. Έτσι, η Ιερά Σύνοδος παραπέμπει «τον φάκελον της όλης υποθέσεως εις το Οικουμενικόν Πατριαρχείον» διότι «ο Καζαντζάκης κατάγεται εκ Κρήτης και η Εκκλησία τής γενέτειράς του υπάγεται στο κλίμα τού Οικουμενικού Πατριαρχείου, αλλά και διότι διαμένει στη Μητρόπολη Θυατείρων και Μεγάλης Βρετανίας η οποία επίσης υπάγεται στη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου».  Η ίδια περιορίστηκε στο να αποτρέπει τους αναγνώστες να διαβάζουν τα βιβλία του Καζαντζάκη. Ο πατριάρχης Αθηναγόρας από την άλλη αρνήθηκε να αφορίσει τον Νίκο Καζαντζάκη κι έτσι το θέμα του αφορισμού έκλεισε εκεί χωρίς αυτός να πραγματοποιείται ποτέ. Μαλιστα, το 2003 η δημοσιογράφος και συγγραφέας Ελένη Κατσουλάκη απευθύνθηκε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως με επιστολή της, για να μάθει αν υπάρχει κάποιο σχετικό έγγραφο περί αφορισμού του Νίκου Καζαντζάκη από την Εκκλησία. Η απάντηση του αρχειοφύλακα ανέφερε ότι «Εις απάντησιν, σεπτή εντολή, γνωρίζω υμίν, ότι ερευνήσας μετά προσοχής τους οικείους Κώδικας του Αρχείου, δεν ανεύρον τοιούτον αφορισμόν».

Ωστόσο, τα αποτελέσματα της γενικότερης καταδίκης της εκκλησίας απέναντι στον Καζαντζάκη δεν θα έληγε εκεί. Όταν τελικά ο σπουδαίος συγγραφέας έφυγε από την ζωή στις 26 Οκτωβρίου 1957, ο τότε αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος, Θεόκλητος Β΄ αρνήθηκε να θέσει την σορό του σε λαϊκό προσκύνημα υποστηρίζοντας ότι υπήρχαν σχετικοί φόβοι πρόκλησης επεισοδίων εκ μέρους παραεκκλησιαστικών οργανώσεων. Ο ορθόδοξος σύλλογος «Αθανάσιος» έστειλε τηλεγράφημα στον Μητροπολίτη Κρήτης και σε όλη την ιεραρχία να αρνηθούν όλα τα ιερά μυστήρια στον «αντίχριστο νεκρό» και να μην επιτραπεί η κηδεία του σε κανένα νεκροταφείο της εκκλησιάς, ενώ ο νεαρός τότε αρχιμανδρίτης και μετέπειτα Μητροπολίτης Φλώρινας Καντιώτης (ο ίδιος που αφόρισε τον Αγγελόπουλο), είχε κάνει γνωστή  την πρόθεση του να κατέβει στην Κρήτη και να εμποδίσει τη νεκρώσιμη ακολουθία!

Ωστόσο, με παρέμβαση του Αριστοτέλη Ωνάση, ο οποίος διέθεσε δωρεάν ένα από τα αεροπλάνα του, η σορός του συγγραφέα μεταφέρθηκε στο Ηράκλειο. Στον Ναό του Αγίου Μηνά εψάλη η εξόδιος ακολουθία παρουσία του Αρχιεπισκόπου Κρήτης Ευγενίου  και 17 ακόμη ιερέων. Μάλιστα, οι πληροφορίες αναφέρουν ότι ο Ευγένιος επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον ίδιο τον Πατριάρχη Αθηναγόρα και ζήτησε άδεια συμμετοχής για να προεξάρχει της νεκρώσιμου ακολουθίας. Ο πατριάρχης του απάντησε ότι  «στα πράγματα αυτά την ευθύνη έχει ο οικείος επίσκοπος». Γύρω από την εκκλησία είχε μαζευτεί πλήθος κόσμου που εκτόξευσε βρισιές κατά του Καζαντζάκη και όσων τον «τιμούσαν» ψάλλοντάς του τον επικήδειο.

Ωστόσο, κανένας ιερέας δεν ακολούθησε τη σορό του Καζαντζάκη ως το νεκροταφείο του Μαρτινέγκο, όπως επιβάλλεται στις χριστιανικές κηδείες. Ο Αρχιεπίσκοπος είχε δώσει εντολή να μην υπάρξει συνοδεία ιερέα στην κηδεία.

«Είχαμε διαταγή να μην γίνει η ταφή του από κανένα ορθόδοξο παπά. Εγώ δεν ήμουνα κοντά στην σορό του Καζαντζάκη. […] Ο κόσμος είχε άγνοια. Όταν έφτασε η σορός του στο Μαρτινέγκο, κάποιος έβγαλε επικήδειο λόγο, μα κανείς κληρικός δεν ήταν γύρω για να θάψει τον νεκρό. Σκεφτείτε τώρα μπροστά στα μάτια όλου του κόσμου και τις φωτογραφικές μηχανές του διεθνούς τύπου! Πουθενά παπάς. Οι βρακοφόροι Κρητικοί άρχισαν να φουρτουνιάζουν, έμαθα από άλλους παρόντες, άναψαν τα αίματα και ήθελαν να βουτήξουν το φέρετρο και να το θάψουν με τα ίδια τους τα χέρια. Κείνη την τραγική στιγμή ως εκ θαύματος παρουσιάστηκε ένα νέος παπάς με ράσα και με θυμιατό! Ούτε ήξερα ποιος ήταν και πως βρέθηκε εκεί, από πού ξεφύτρωσε! Κανείς δεν ήξερε!», αναφέρει  αργότερα ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος Κρήτης Ευγένιος.

Ο ιερέας που «ξεφύτρωσε» εκεί ήταν ο στρατιωτικός ιερέας Σταύρος Καρπαθιωτάκης, ο οποίος βρισκόταν στο στρατόπεδο όταν έμαθε ότι επρόκειτο να γίνει κηδεία χωρίς ιερέα. Τοτε, το έσκασε από το στρατόπεδο γιατί "δεν το χωρούσε η συνείδησή του" να ταφεί κάποιος χωρίς ευχές. Μάλιστα, στη συνέχεια έφαγε έξι μήνες φυλακή καθώς εμφανίστηκε "αδικαιολογήτως απών".

Ο ίδιος περιέγραφε το 1972: «Τον Νοέμβριο του 1957 ήμουν στρατιώτης και παπάς και υπηρετούσα την θητεία μου στο Ηράκλειο. Μια μέρα πριν την κηδεία του Καζαντζάκη, ο διοικητής κάλεσε όλους τους στρατιωτικούς και έδωσε διαταγή να μην βγει κανείς έξω από το στρατόπεδο στις 5 Νοέμβριου. Οι αρχές και ο στρατός φοβούνταν μεγάλες φασαρίες, γιατί είχε έρθει εκκλησιαστική διαταγή να μην ταφεί ο Καζαντζάκης. Όταν θα το ‘παιρναν χαμπάρι οι Κρητικοί θα έκαναν μεγάλες φασαρίες. Εγώ σαν παπάς ένιωσα πολύ άσχημα. Η συνείδηση μου με πείραζε πολύ. Ήμουν παπάς. Δεν άντεχα να πάρω στον λαιμό μου τέτοιο άδικο. Δεν μπορούσα να αρνηθώ τα ιερά μυστήρια σ’ ένα βαφτισμένο Χριστιανό που δεν έκανε ποτέ κάτι ανήθικο η εγκληματικό. Όσο αφορά τα βιβλία του δεν είμαι εγώ άξιος να τον κρίνω. […] Το ‘σκασα κρυφά από τον στρατό την μέρα της κηδείας. Πήρα αθόρυβα τα ράσα μου και έτρεξα στον Μαρτινέγκο και τον έθαψα. […] Όλοι νόμισαν ότι με έστειλε η εκκλησία να τον κηδέψω. Είχαν δει και τον Μητροπολίτη Ευγένιο στον Άγιο Μηνά. Δεν ήξερε κανείς τι γινόταν στα παρασκήνια! […] Πέρασα από στρατιωτικό δικαστήριο και μπήκα φυλακή για έξι μήνες!».

Εμμανουήλ Ροΐδης και Πάπισσα Ιωάννα

O Εμμανουήλ Ροΐδης στο έργο του η "Πάπισσα Ιωάννα", το οποίο εκδίδεται στην Αθήνα το 1866, περιγράφει τις περιπέτειες μια νόθας κόρης ενός χηνοβοσκού μέχρι να φτάσει στο Ύπατο αξίωμα της Καθολικής Εκκλησίας. Γίνεται Πάπας κρύβοντας το φύλο της και πεθαίνει μπροστά σε κύμα πιστών που περιμένει την ευλογία του Πάπα, φέρνοντας στον κόσμο το παιδί της. Με το έργο του αυτό ο Ροΐδης στηλίτευσε  την υποκρισία και την ανηθικότητα του κλήρου. Όπως είναι φυσικό το βιβλίο προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στους κύκλους της Εκκλησίας και πολλοί ήταν εκείνοι που ζήτησαν τον αφορισμό του συγγραφέα. Το δεδομένο είναι ότι το έργο αφορίστηκε και  ο συγγραφέας απάντησε. Αρχικά χιουμοριστικά, με τις υποτιθέμενες «Επιστολές ενός Αγρινιώτου»  με την υπογραφή Διονύσιος Σουρλής (στην εφημερίδα Αυγή, Μάιος 1866) και έπειτα με σοβαρό -αλλά και πιο δηκτικό τόνο- με το «Ολίγαι λέξες εις απάντησιν της αφοριστικής εγκυκλίου της Συνόδου».

Δεν έχει ξεκαθαριστεί αν τελικά αφορίστηκε και ο ίδιος ο συγγραφέας. Η αθηναϊκή εφημερίδα «Σκριπ» στο φύλλο της 9ης Ιανουαρίου 1904 αναφέρεται στην κηδεία του Ροΐδη. Εκεί υποστηρίζει ότι ο συγγραφέας είχε αφοριστεί αλλά λίγο πριν πεθάνει η Ιερά Σύνοδος ήρε την απόφαση για να κοινωνήσει και να κηδευτεί με θρησκευτική τελετή. Από την άλλη ο βιογράφος και ανιψιός του Ροΐδη, Ανδρέας Ανδρεάδης, υποστηρίζει ότι: "Ὁ Ροΐδης, ἐφ' ὅσων γνωρίζω, οὐδέποτε ἀφωρίσθη• διὰ τοῦτο ἐξηκολούθησε τελῶν τὰ θρησκευτικά του καθήκοντα, ὁσάκις δὲ διωρίζετο εἰς δημοσίαν ὑπηρεσίαν ἐφρόντιζε νὰ ὀμνύῃ τὸν νενομισμένον ὅρκον πρὸ τοῦ ἱερέως τῆς ἐνορίας του. Διὰ τοῦτο δ' ἐπίσης δὲν ἐδέησε, ὅπως ἀνέγραψαν τινὲς ἐφημερίδες, ν' ἀρθῇ ὁ ἀφορισμός, ὅπως μεταλάβῃ τῶν ἄχραντων μυστηρίων καὶ κηδευθῇ χριστιανικῶς". Η επικρατούσα άποψη είναι ότι τελικά η εγκύκλιος του αφορισμού στρεφόταν μόνο κατά του βιβλίου και όχι κατά του ιδίου του συγγραφέα.

Θόδωρος Αγγελόπουλος και Αυγουστίνος Καντιώτης

Το 1990 ο Θόδωρος Αγγελόπουλος ετοίμαζε την ταινία του "Το Μετέωρο Βήμα του Πελαργού". Το σενάριο έπεσε στα χέρια του φανατικού εθνικιστή μητροπολίτη της Φλώρινας, Αυγουστίνου Καντιώτη. Σε μια εποχή που το θέμα της ονομασίας των Σκοπίων βρισκόταν στην κορυφή της επικαιρότητας ο Καντιώτης "είδε" στο σενάριο δάκτυλο της γειτονικής χώρας και σχέδιο πρακτόρων κατά της Ελλάδας. Κατηγορούσε τον Αγγελόπουλο ότι είχε χρηματιστεί για να γυρίσει την ταινία και να βλάψει τον χριστιανισμό και το έθνος. Τους ζήτησε να σταματήσει άμεσα την παραγωγή της απειλώντας τον με αφορισμό.  Το θέμα πήρε τεράστιες διαστάσεις σε καλλιτεχνικό και πολιτικό επίπεδο.



Ο Καντιώτης όμως επέμενε. Η πόλη της Φλώρινας γέμισε με μαύρες σημαίες και οι καμπάνες χτυπούσαν πένθιμα. Πλακάτ με συνθήματα και καρικατούρες που παρίσταναν τον σκηνοθέτη σαν ένα προδότη που κρατούσε ένα σακούλι με 600 εκατομμύρια δραχμές είχαν τοποθετηθεί σε κεντρικούς δρόμους. Ο Μητροπολίτης έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να μην γυριστεί η ταινία όμως ο Αγγελόπουλος ξεκαθάριζε ότι θα προχωρήσει.

Στις 16 Δεκεμβρίου 1990 πραγματοποιήθηκε η τελετή αφορισμού του Αγγελόπουλου και του πρωταγωνιστή Μαρτσέλο Μαστρογιάννι. Περίπου χίλια άτομα συγκεντρώθηκαν στον μητροπολιτικό ναό της Φλώρινας, «Θα πέσουν κεραυνοί», φώναζε ο μητροπολίτης ενώ οι πιστοί έψελναν ομαδικά «αφορεσμένοι, αφορεσμένοι». Μετά την ολοκλήρωση της τελετής ο Καντιώτης ανακοίνωσε ότι δίνει περιθώριο δύο ετών στους Αγγελόπουλο και Μαστρογιάννι για να μετανοήσουν. Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό με τον κομπάρσο της ταινίας Κωνσταντίνο Παπαλαζαρίδη. Πέθανε λίγους μήνες μετά τον αφορισμό και ο παπάς του χωριού αρνούταν να τελέσει τη νεκρώσιμο ακολουθία.

Για την ιστορία ο αφορισμός δεν ήταν έγκυρος καθώς δεν είχε τη σύμφωνη γνώμη των 2/3 της Ιεραρχίας. Το φιλμ γυρίστηκε κανονικά και στο επόμενο έργο του, "Το Βλέμμα Οδυσσέα", ο Αγγελόπουλος αναπαράστησε τις συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας Καντιώτη στη Φλώρινα.

Το ανάθεμα στον Ελευθέριο Βενιζέλο

Το Σεπτέμβριο του 1916 ο Ελευθέριος Βενιζέλος μεταβαίνει στα Χανιά, όπου και σχηματίζει προσωρινή κυβέρνηση με αρχικά μέλη το ναύαρχο Κουντουριώτη και τον στρατηγό Δαγκλή. Η προσωρινή κυβέρνηση μεταβαίνει στη συνέχεια στη Θεσσαλονίκη και κηρύττει τον πόλεμο στην κεντρική βασιλική κυβέρνηση των Αθηνών. Μέσα σε αυτό το κλίμα διχασμού η Εκκλησία λειτουργεί ως όργανο του στέμματος. Στις 11 Δεκεμβρίου 1916 η Ιερά Σύνοδος αποφασίζει να προχωρήσει σε πετρανάθεμα («βαρύ» ανάθεμα το οποίο κανονικά συνοδευόταν με ρίψη πετρών σε αυτούς που αφορίζονταν).


Χαρακτηριστικό είναι απόσπασμα της ανακοίνωσης που υπέγραψαν οι Μητροπολίτες και ανέφερε: "Ημείς οι υπογεγραμμένοι Μητροπολίται εντολήν ελάβομεν παρά χιλιάδων εφέδρων και πολιτών να αναγνώσωμεν βαρύτατον αφορισμόν κατά του ενόχου ΕΣΧΑΤΗΣ ΠΡΟΔΟΣΙΑΣ Ελ. Βενιζέλου, του προδώσαντος το έθνος μας εις τους Αγγλογάλους του ατίμως συνεννοηθέντος μετ’ αυτών ίνα στείλωσι την προχθεσινήν νόταν είς την Ελλάδα, μόνον και μόνον δια να πικρανθεί ο λατρευτός μας Βασιλεύς και εκβιασθή όπως καλέση επί την αρχήν τον ΠΟΥΛΗΜΕΝΩΝ ΣΕΝΕΓΑΛΕΖΟΝ ΤΡΑΓΟΝ ΒΕΝΙΖΕΛΟΝ, τον ηθικόν αυτουργόν της πυρπολήσεως του Τατοΐου, τον ηθικόν αυτουργόν των βασάνων ας υπέστησαν οι ανδραγαθήσαντες αξιωματικοί μας εις χείρας του ανάνδρου Σαράιγ. Κατ’ αυτού όθεν του ΠΡΟΔΟΤΟΥ Βενιζέλου ανεγνώσαμεν αφορισμόν όπως ενοκήψωσι: Τα εξανθήματα του Ιώβ. Το κήτος του Ιωνά. Η λέπρα του Ιεχωβά. Ο μαρασμός των νεκρών. Το τρέμουλο των ψυχορραγούντων. Οι κεραυνοί της κολάσεως. Και αι κατάραι και τα αναθέματα των ανθρώπων. «Τας ιδίας αράς θα αναγνώσωμεν και κατ’ εκείνων οίτινες κατά τας προσεχείς εκλογάς θέλουσι δώσει λευκήν ψήφον προς τον ΚΑΤΑΠΤΥΣΤΟΝ ΠΡΟΔΟΤΗΝ Βενιζέλον και θα παρακαλέσωμεν, συν τοις άλλοις όπως μαρανθώσιν αι χείρες, τυφλωθώσιν οι οφθαλμοί και κωφαθώσι τα ώτα».


Με πομπή ο Μητροπολίτης Αθηνών, Θεόκλητος, συνοδευόμενος από τον μητροπολίτη Αργυροκάστρου και τον αρχιμανδρίτη του Στόλου, φτάνει στο Πεδίο του Άρεως. «Κατά Ελευθερίου Βενιζέλου φυλακίσαντος αρχιερείς και επιβουλευθέντος την βασιλείαν και την πατρίδα ανάθεμα έστω» λέει, παίρνει τέσσερις πέτρες τις ρίχνει μέσα σε ένα λάκκο που είχε ανοιχθεί και φωνάζει: «ανάθεμα και τρις ανάθεμα». Στο λάκκο βρίσκεται ομοίωμα του Βενιζέλου όπου στην κορυφή του στεκόταν ένα κρανίο ταύρου. Στη συνέχεια οι παραβρισκόμενοι άρχισαν να πετούν στον λάκκο κομμάτια μαρμάρων και πέτρες, επαναλαμβάνοντας τα λόγια όσο διαρκούσε ο λιθοβολισμός, ώσπου ένας τεράστιος σωρός από πέτρες σχηματίστηκε. Πάνω στον σωρό τοποθετήθηκε μαύρη σημαία που έγραφε «Ανάθεμα και αιωνία κατάρα στον προδότη Βενιζέλο». Σε όλη τη διάρκεια του αναθέματος οι καμπάνες των εκκλησιών σε όλη την πρωτεύουσα χτυπάνε. Πολλές πηγές αναφέρουν ότι στο ανάθεμα συμμετείχε και ο Άγιος Νεκτάριος κάτι που η Εκκλησία αμφισβητεί.

Ο Ανδρέας Λασκαράτος και τα... Μυστήρια

Τα ”Μυστήρια της Κεφαλονιάς” προκαλούν οργή στην Εκκλησία αλλά και τους πιστούς. Ο Μητροπολίτης Κεφαλονιάς Σπυρίδων Κοντομιχάλης ζητά τον αφορισμό του Λασκαράτου και παίρνει την έγκριση της Ιεράς Συνόδου. Στις 2 Μαρτίου του 1856 αφορίζει τόσο τον συγγραφέα όσο και το βιβλίο. Ο αφορισμός είχε προαποφασιστεί και συνταχτεί νωρίτερα (φέρει την ημερομηνία 16 Φεβρουαρίου 1856). Μετά τον αφορισμό ο Λασκαράτος δέχεται επιθέσεις.

Ο Έπαρχος της Κεφαλλονιάς αναφέρει ότι επενέβη η αστυνομία για να προστατεύσει τον Λασκαράτο. Ο Έπαρχος ειδοποίησε και τον Τοποτηρητή W.P. Talbot ότι δεν μπορούσε να προστατεύσει τον Λασκαράτο σε δημόσιους χώρους και του συνέστησε να παραμείνει στο σπίτι του. Ο Λασκαράτος γνωστοποίησε στον Τοποτηρητή ότι την 15η Μαρτίου θα φύγει από το νησί "αφορισμένος απ' τον κλήρο σαν ασεβής και διωγμένος απ' την Κυβέρνηση σαν διασαλευτής της δημοσίας τάξεως!". Ο Λασκαράτος καταφεύγει κυνηγημένος στη Ζάκυνθο, αλλά τον ίδιο χρόνο αφορίζεται και εκεί, από τον μητροπολίτη της, Νικόλαο Κοκκίνη. Ο αφορισμός ήρθη από τον Μητροπολίτη Γεράσιμο Δόριζα ένα χρόνο πριν το θάνατο του Λασκαράτου. Το αυθεντικό κείμενο του αφορισμού του Λασκαράτου δεν σώζεται, αλλά σώζεται ο αφορισμός του βιβλίου. Τα γραπτά του Λασκαράτου τον έβαλαν γενικότερα σε περιπέτειες καθώς θα μπει για τέσσερις μήνες φυλακή εξαιτίας της κυκλοφορίας της καυστικής εφημερίδας “Λύχνος”.

Ο Μάρκος Βαμβακάρης και η Καθολική Εκκλησία

Γεννημένος στη Σύρο από οικογένεια Καθολικών, ο Μάρκος Βαμβακάρης "ανήκε" στην Καθολική Εκκλησία. Παντρεύτηκε την Ελένη Μαυρουδή (την οποία έλεγε Ζιγκοάλα) με τον γάμο τους να έχει πολύ μεγάλα προβλήματα και να οδηγούνται στον χωρισμό. Το 1942 γνωρίζει την Ευαγγελία και αποφασίζει να την παντρευτεί με Ορθόδοξο γάμο. Η Καθολική Εκκλησία δεν δέχτηκε τον δεύτερο γάμο και του απαγόρευσε τη συμμετοχή του στο μυστήριο της Θείας Κοινωνίας. Ο ίδιος στην αυτοβιογραφία του χαρακτήρισε την ποινή ως αφορισμό. Η ποινή θα αρθεί το 1966, όταν θα του δοθεί και πάλι η «χάρη της κοινωνίας» των Καθολικών.

*Η κεντρική φωτογραφία προέρχεται από συλλαλητήριο που έγινε στην Φλώρινα κατά της ταινίας του Θοδωρή Αγγελόπουλου.

Σχόλια