Το πρώην μοντέλο του Only Fans που ξυλοκοπήθηκε άγρια στο Ντουμπάι μιλά έναν χρόνο μετά για όσα έζησε
Η νεαρή κοπέλα επιμένει ότι δέχθηκε άγρια επίθεση από άντρες που ήθελαν να την κακοποιήσουν και λέει πως προσπαθεί ακόμα να γίνει καλά έναν χρόνο μετά
Η Μαρία Κοβάλτσουκ από την Ουκρανία στις αρχές του 2025 είχε
επισκεφτεί το Ντουμπάι για μια φωτογράφιση ως πρώην μοντέλο του OnlyFans. Ωστόσο
λίγες μέρες μετά την βρήκαν ετοιμοθάνατη σε έναν δρόμο χωρίς κανείς να ξέρει πώς
κατέληξε εκεί.
Σήμερα, η 21χρονη πλέον κοπέλα έχοντας επανέλθει σε ένα
βαθμό μετά από δέκα χειρουργεία υποστηρίζει ότι δέχθηκε άγρια επίθεση και κακοποίηση,
ενώ βρισκόταν στο Ντουμπάι, η οποία της προκάλεσε σοβαρά κατάγματα ακόμα και στην
σπονδυλική στήλη και τα άκρα της και ένα χρόνο αργότερα περπατάει ακόμα με
πατερίτσες.
Όταν η υπόθεση της κακοποίησης της αποκαλύφθηκε τον Μάρτιο
του 2025, οι αρχές των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, προσπαθώντας να διατηρήσουν
την εικόνα που προβάλλουν ως «ασφαλές καταφύγιο», ισχυρίστηκαν ότι είχε πέσει
από ένα εργοτάξιο. Η ίδια αποκλείει αυτή την εκδοχή και λέει ότι δέχτηκε άγρια
επίθεση.
Περίπου έναν χρόνο μετά, από την Νορβηγία όπου εργάζεται
πλέον ως μακιγιέρ η ίδια περιγράφει όσα έζησε στη Daily Mail και δίνει την δική
της εκδοχή για εκείνη τη νύχτα. Παράλληλα, μιλά για επίσημη συγκάλυψη και συνεχιζόμενες
απειλές θανάτου από τους φερόμενους ως δράστες, οι οποίοι παραμένουν ελεύθεροι.
Το ταξίδι για δουλειά που κατέληξε εφιάλτης
Η Κοβάλτσουκ υποστηρίζει μιλώντας στη Daily Mail ότι ως
μοντέλο τότε του OnlyFans έφτασε στο Ντουμπάι για μια φωτογράφιση περιμένοντας ότι θα
κάνει επίσης μια σύντομη απόδραση. Ωστόσο, έχασε την πτήση της επιστροφής και δέχθηκε
βοήθεια από έναν άνδρα που είχε γνωρίσει την προηγούμενη μέρα.
«Προσφέρθηκε να με βοηθήσει και είπε ότι μπορούσα να μείνω
στο δωμάτιό του μέχρι να βρω τρόπο να γυρίσω σπίτι. Έτσι κατέληξα σε εκείνο το δωμάτιο
ξενοδοχείου με δύο άνδρες – έναν Ρώσο, έναν Λευκορώσο – και δύο κορίτσια. Στην
αρχή όλα ήταν σχετικά φυσιολογικά. Συζητούσαμε τι θα κάνουμε στη συνέχεια και
πώς θα μπορούσα να επιστρέψω στο σπίτι».
Τα πράγματα όμως άλλαξαν όταν στην παρέα εμφανίστηκε άφθονο
αλκοόλ και ναρκωτικά, τα οποία θα μπορούσαν εύκολα να οδηγήσουν σε ισόβια
κάθειρξη στο Ντουμπάι. «Μετά από λίγο, άρχισαν να γλεντούν.
«Υπήρχε αλκοόλ και παράνομες ουσίες και προσπάθησαν να με
πείσουν να συμμετάσχω. Τους εξήγησα ότι δεν ήθελα να συμμετάσχω και η
συμπεριφορά τους έγινε γρήγορα επιθετική. Ήταν προφανές ότι ήθελαν να με φέρουν
υπό την επήρεια ουσιών, ώστε να προβώ σεξουαλικές πράξεις μαζί τους. Με
αντιμετώπισαν σαν αντικείμενο. Είπαν: “Μας ανήκεις, μπορούμε να κάνουμε ό,τι
θέλουμε''».
Η Μαρία λέει ότι οι φερόμενοι δράστες πήραν τα προσωπικά της
αντικείμενα, συμπεριλαμβανομένου του διαβατηρίου και του τηλεφώνου της. «Μία
από τις κοπέλες με χτύπησε δυνατά στο πρόσωπο. Η ίδια κοπέλα έκλεψε στη
συνέχεια όλα τα ρούχα μου και έφυγε φορώντας το φόρεμά μου. Προσπάθησαν να με
αναγκάσουν να πιω και να πάρω ουσίες. Κάθε φορά που αρνιόμουν, γίνονταν πιο
επιθετικοί».
Όπως λέει, προσπάθησε να δραπετεύσει, φωνάζοντας απεγνωσμένα
για βοήθεια από το μπαλκόνι του δωματίου του ξενοδοχείου, πριν οι άνδρες την
σύρουν ξανά μέσα. Εκμεταλλευόμενη μια στιγμή που οι άνδρες ήταν έξω, το μοντέλο
προσπάθησε να δραπετεύσει για δεύτερη φορά. Την έπιασαν και πάλι.
«Είχα πανικοβληθεί και φοβόμουν για τη ζωή μου. Ήθελα απλώς
να φύγω από εκείνο το μέρος. Ήταν νύχτα και σκοτάδι έξω. Απλώς έτρεξα. Το
επόμενο πράγμα που θυμάμαι είναι ένα δυνατό χτύπημα στο κεφάλι μου. Μετά
θυμάμαι ότι είδα για λίγο έναν ταξιτζή στον οποίο φώναξα για βοήθεια πριν χάσω
τις αισθήσεις μου. Μετά από αυτό, ξύπνησα στο νοσοκομείο».
Σπασμένος σπόνδυλος, θρυμματισμένα κόκκαλα και κώμα οχτώ
ημερών
Η Μαρία περιγράφει τη δοκιμασία που ακολούθησε ως μία από
τις χειρότερες στιγμές της ζωής της, τόσο σωματικά όσο και συναισθηματικά,
καθώς ισχυρίζεται ότι οι αρχές του Ντουμπάι φαινόταν να κάνουν ό,τι μπορούσαν
για να διαστρεβλώσουν και να διαψεύσουν την ιστορία της.
Όταν η Μαρία βρέθηκε σε ημιθανή κατάσταση σε έναν δρόμο του Ντουμπάι, μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο τμήμα επειγόντων περιστατικών. Όπως αναφέρεται σε ιατρική έκθεση που κατατέθηκε τον Απρίλιο του 2025 και την οποία είδε η Daily Mail, υπέστη μια σειρά από σοβαρά τραύματα, συμπεριλαμβανομένου ενός σπασμένου σπονδύλου στην κάτω σπονδυλική στήλη και πολλαπλών καταγμάτων στα άκρα της.
Το αριστερό της πόδι είχε σπάσει πολύ άσχημα, με τη κνήμη
και την περόνη να έχουν θρυμματιστεί, ενώ και οι δύο κλείδες της είχαν σπάσει.
Υπέστη επίσης κάταγμα στον καρπό.
Οι τραυματισμοί στη δεξιά πλευρά της ήταν ιδιαίτερα σοβαροί,
με εκτεταμένο τραύμα στο κρανίο. Το δεξί της πόδι και ο αστράγαλος είχαν
συνθλιβεί σε μια σύνθετη σειρά καταγμάτων που επηρέαζαν πολλά οστά, ενώ ο
αριστερός της αστράγαλος παρουσίαζε ανοιχτό κάταγμα τόσο σοβαρό που το οστό
είχε διαπεράσει το δέρμα.
Όταν ξύπνησε μετά από ένα κώμα οκτώ ημερών, λέει ότι τα
χέρια της ήταν δεμένα στο κρεβάτι. «Ξύπνησα, καθηλωμένη στο κρεβάτι, και το
μυαλό μου αμέσως βυθίστηκε σε τρομερές σκέψεις. Δεν καταλάβαινα καθόλου τι
συνέβαινε. Δεν είχα ιδέα ποια ήμουν, πού βρισκόμουν. Δεν μπορούσα καν να πω το
όνομά μου για πολύ καιρό. Δεν αναγνώρισα καν τη μητέρα μου όταν κατάφερα να τη
δω μέσω βιντεοκλήσης».
«Με καταχώρησαν με ψεύτικη ταυτότητα. Με αναγνώρισαν από
ένα τατουάζ στο δάχτυλό μου»
«Δεν υπήρχε καμία επαφή με την πραγματικότητα. Δεν μπορούσα
να κοιμηθώ, έμενα ξύπνια όλη μέρα και όλη νύχτα, δεμένη στο κρεβάτι, με τα
μάτια ορθάνοιχτα». Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, λέει ότι το προσωπικό
του νοσοκομείου την κατέγραψε με ψεύτικη ταυτότητα σε μια προσπάθεια να κρύψει
το γεγονός ότι βρισκόταν εκεί.
«Αν και είχαν το διαβατήριό μου, με κατέγραψαν με ψεύτικη
ταυτότητα, βρισκόμουν εκεί με διαφορετικό όνομα, με διάγνωση κάποιας εντερικής
λοίμωξης ή κάτι τέτοιο. Με είχαν καταγράψει ως 37χρονη».
«Η μητέρα μου με έψαχνε για πολύ καιρό, αλλά κανείς δεν
ήξερε πού ήμουν. Τελικά, η σύζυγος ενός φίλου, που ζει στο Ντουμπάι,
αναμείχθηκε και κατάφερε να με βρει. Με αναγνώρισαν από ένα τατουάζ στο δάχτυλό
μου». Η Αστυνομία του Ντουμπάι ισχυρίστηκε τότε ότι είχε υποστεί απειλητικά για
τη ζωή τραύματα αφού μπήκε μόνη της σε έναν εργοτάξιο με περιορισμένη πρόσβαση
και έπεσε από μεγάλο ύψος. Ωστόσο, η Μαρία απορρίπτει αυτό το συμπέρασμα και
περιγράφει τη μεταχείριση που δέχτηκε από τις αρχές ως «φρικτή».
«Ήταν πολύ επιθετικοί, έρχονταν να με ανακρίνουν τη νύχτα.
Πήραν το διαβατήριό μου, πήραν το τηλέφωνό μου και προσπάθησαν να το
ξεκλειδώσουν. Μέχρι σήμερα δεν μου έχουν επιστρέψει το τηλέφωνό μου. Λένε ότι
θα μου το δώσουν μόνο αν επιστρέψω στο Ντουμπάι για να το παραλάβω, κάτι που
προφανώς δεν θα κάνω». Λέει ότι της απαγορεύτηκε να φύγει από τη χώρα για
τέσσερις μήνες, ενώ η έρευνα βρισκόταν σε εξέλιξη. Αν και οι τέσσερις ύποπτοι
τέθηκαν υπό κράτηση για λίγο, αφέθηκαν ελεύθεροι μέσα σε μια μέρα.
«Ενώ η έρευνα βρισκόταν σε εξέλιξη, μας είπαν: “θα εξετάσουμε όλες τις κάμερες” και τα λοιπά, αλλά η διαδικασία καθυστερούσε συνεχώς, μέχρι που κατέληξαν να ισχυρίζονται ότι όλα τα βίντεο από τις κάμερες CCTV είχαν διαγραφεί», εξήγησε η Μαρία.
«Σε μια χώρα γεμάτη κάμερες, όπου τα βίντεο από τις κάμερες
ασφαλείας θα έπρεπε να είναι διαθέσιμα μέσα σε λίγες ώρες, κατά κάποιον τρόπο
στην περίπτωσή μου οι κάμερες ασφαλείας του ξενοδοχείου «δεν λειτουργούσαν» και
τα βίντεο από τις εξωτερικές κάμερες είχαν διαγραφεί. Μέχρι σήμερα, τα τέσσερα
άτομα που μου το έκαναν αυτό είναι ακόμα ελεύθερα και δεν έχουν υποστεί καμία
συνέπεια. Οι αρχές δεν διαπίστωσαν καν τι συνέβη. Απλώς έκλεισαν την υπόθεση».
Η ίδια λέει τώρα στη DailyMail ότι πιστεύει πως οι
εμπλεκόμενοι είχαν διασυνδέσεις που βοήθησαν στο κλείσιμο της υπόθεσης. «Οι
γονείς τους έχουν επιχειρήσεις στο Ντουμπάι, έχουν δεσμούς με τη Ρωσία, και
αυτές οι οικογένειες εκατομμυριούχων και δισεκατομμυριούχων σίγουρα είχαν
διασυνδέσεις για να βοηθήσουν».
Μια νέα ζωή, αλλά με απειλές
Όταν τελικά έφυγε από το Ντουμπάι, η 21χρονη επέστρεψε στη
Νορβηγία, όπου ζει η μητέρα της, και άρχισε να λαμβάνει απειλές θανάτου από
τους τέσσερις φερόμενους δράστες. «Επικοινώνησαν μαζί μου και απείλησαν να
σκοτώσουν την οικογένειά μου. Μου έγραψαν: “Πες αντίο στην οικογένειά σου, θα
σε βρούμε, θα έρθουμε στη Νορβηγία''». Πλέον κάθε μέλος της οικογένειας έχει
ένα panic button. Όταν πατηθεί, στέλνεται κλήση έκτακτης ανάγκης στην
αστυνομία.
Πάνω από ένα χρόνο μετά, εξακολουθεί να αναρρώνει.
Αντιμετωπίζει συνεχιζόμενες επιπλοκές, όπως μυϊκή ατροφία και μετατραυματική
αρθρίτιδα, και στηρίζεται σε πατερίτσες λόγω επιπλοκών με ένα εμφύτευμα στο
πόδι της. Λέει ότι οι οικονομικοί περιορισμοί έχουν περιορίσει τη δυνατότητά
της να ασκήσει νομική δράση, καθώς τα ιατρικά έξοδα συνεχίζουν να
συσσωρεύονται.
«Όταν η κατάσταση έγινε φαινόμενο των μέσων ενημέρωσης –
παρά τη θέλησή μου – οι άνθρωποι ενθουσιάστηκαν, και υπήρχαν τόσες απόψεις όσες
και άνθρωποι. Στην κοινωνία μας, αν μια γυναίκα ασχοληθεί με ένα επάγγελμα για
ενήλικες όπως το OnlyFans, οι άνθρωποι το θεωρούν σκανδαλώδες και αρχίζουν να
την βλέπουν ως κάτι λιγότερο από άνθρωπο. Ωστόσο, αυτοί είναι οι ίδιοι άνθρωποι
που φαίνεται να θεωρούν απολύτως αποδεκτό το γεγονός ότι, σε άλλες χώρες, οι
γυναίκες υφίστανται συστηματικά βία και σεξουαλική κακοποίηση. Εν τω μεταξύ, το
μόνο που κάνω είναι να πουλάω φωτογραφίες και δεν βλάπτω κανέναν».
Πλέον, η 21χρονη έχει αποχωρήσει από το OnlyFans και
προσπαθεί να πάει στο πανεπιστήμιο και να γίνει επαγγελματίας μακιγιέρ,
μοιράζοντας την πορεία της στη νέα της σελίδα στο Instagram, η οποία, όπως
λέει, της δίνει ένα νέο αίσθημα σκοπού. «Ένα χρόνο μετά, εξακολουθεί να μου
φαίνεται εξωπραγματικό. Μαθαίνω να εμπιστεύομαι ξανά τους ανθρώπους. Μπορώ να
περπατήσω τώρα, αν και χρησιμοποιώ ακόμα πατερίτσες. Νιώθω ξανά ζωντανή και
ξαναχτίζω τον εαυτό μου».
Η Μαρία λέει ότι θέλει να αποδοθεί δικαιοσύνη και να
τιμωρηθούν οι τέσσερις φερόμενοι δράστες, αλλά προς το παρόν επικεντρώνεται
στην ανάρρωσή της και στη χρηματοδότηση της περαιτέρω θεραπείας της.
«Είναι ένα πολύ σκοτεινό μέρος που μοιάζει με παράδεισο,
αλλά στην πραγματικότητα τα πράγματα απέχουν πολύ από αυτό», λέει για το
Ντουμπάι.
«Κυκλοφορούν πολλά χρήματα εκεί και, πίσω από αυτά τα
χρήματα, υπάρχουν άνθρωποι, και αυτό είναι επικίνδυνο».




