Ουκρανός στρατιώτης επέζησε 491 μέρες εγκλωβισμένος, έκοψε μόνος του το πόδι του και διασώθηκε πετώντας με drone



Μια απίστευτη ιστορία έρχεται στο φως από την Ουκρανία που ξεπερνά κάθε σενάριο ταινίας


Η ιστορία του Ουκρανού στρατιώτη Κοστιαντίν Βλασένκο θα μπορούσε να γίνει σενάριο ταινίας από αυτές που μοιάζουν υπερβολικά ακραίες για να είναι αληθινές. Ο 49χρονος στρατιώτης Κοστιαντίν Βλασένκο της 30ής Μηχανοκίνητης Ταξιαρχίας του ουκρανικού στρατού όμως πέρασε 491 συνεχόμενες ημέρες σε μια από τις πιο επικίνδυνες περιοχές του μετώπου και αναγκάστηκε να ακρωτηριάσει μόνος του το ένα του πόδι, προκειμένου να παραμείνει ζωντανός.

Η Daily Mail παρουσιάζει τη συγκλονιστική περιπέτειά του, όπως τη διηγήθηκε ο ίδιος στον Ουκρανό δημοσιογράφο Γιούρι Μπούτουσοφ.

Τελικά κατάφερε να διασωθεί με τη βοήθεια ενός ειδικά τροποποιημένου drone, σε μια επιχείρηση που οι ουκρανικές δυνάμεις χαρακτηρίζουν ως την πρώτη αεροδιακομιδή τραυματισμένου στρατιώτη απευθείας από θέση μάχης με μη επανδρωμένο αεροσκάφος.

Ο Βλασένκο, , γνωστός με το προσωνύμιο «Κόστια», ζούσε επί μήνες σε μια περιοχή γεμάτη νάρκες και εχθρικά drones κυριολεκτικά κάτω από τα μάτια των Ρώσων. Κρυβόταν σε αυτοσχέδια καταφύγια, λάμβανε τρόφιμα και φάρμακα από αέρος, παρακολουθούσε τις κινήσεις των αντίπαλων δυνάμεων και επικοινωνούσε με τους διοικητές του μέσω ασυρμάτου. Ωστόσο, κάποια στιγμή έμεινε πλέον ολομόναχος και άρχισε να πιστεύει ότι δεν θα έβγαινε ποτέ ζωντανός από εκεί.

Ζώντας σε έναν σωλήνα για μήνες

Όταν ξέσπασε ο πόλεμος μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, ο Βλασένκο εργαζόταν ως οδηγός φορτηγού σε λατομείο στην πόλη Κρίβι Ριχ, τη γενέτειρα του Ουκρανού προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι. Σύντομα αποφάσισε να καταταγεί στον στρατό. Τελικά βρέθηκε να υπηρετεί στο δεύτερο τάγμα της 30ής Μηχανοκίνητης Ταξιαρχίας.

Στις 2 Ιουνίου 2025 ανέλαβε να αντικαταστήσει έναν τραυματισμένο στρατιώτη σε μια προωθημένη θέση στην περιοχή του Χαρκόβου. Ο προκάτοχός του είχε πατήσει νάρκη και είχε χάσει μέρος του ποδιού του, επιχειρώντας να παραλάβει προμήθειες. Ο Βλασένκο μετέβη εκεί μαζί με έναν συμπολεμιστή, γνωστό με το όνομα «Μπάσκι». Οι δυο τους εγκαταστάθηκαν μέσα σε έναν στενό τσιμεντένιο αγωγό αποστράγγισης στο εσωτερικό του οποίου είχαν ανοίξει μια τρύπα που οδηγούσε σε υπόγειο καταφύγιο.

Οι δύο άνδρες εναλλάσσονταν στη σκοπιά, με τον έναν να παρακολουθεί την περιοχή και τον άλλον να ξεκουράζεται κάτω από το έδαφος. Το αρχικό σχέδιο ήταν να αντικατασταθούν ύστερα από δύο μήνες. Όμως η περιοχή είχε γεμίσει από ρωσικά αναγνωριστικά drones, καθιστώντας σχεδόν αδύνατη οποιαδήποτε μετακίνηση.

«Είχαν τόσα πολλά Mavic, που ο ουρανός "σκοτείνιαζε" από αυτά. Αν δεν έβλεπες εσύ το drone, σε έβλεπε εκείνο», θυμάται.

Όταν μια ομάδα στρωτιωτών προσπάθησε να τους προσεγγίσει, για να τους αντικαταστήσει, δέχθηκε επίθεση από τα ρωσικά drones και οι άντρες έπεσαν νεκροί. Μάλιστα, ήταν αδύνατο ακόμα και να περισυνελέξουν τις σορούς τους. Τότε ο Βλασένκο ζήτησε από τους ανωτέρους του να μη στείλουν άλλους άνδρες. «Τους είπα ότι δεν χρειαζόταν να έρθουν για μένα. Καλύτερα να πεθάνω μόνος μου, παρά να σκοτωθούν περισσότεροι άνθρωποι».

Ο θάνατος του συμπολεμιστή του

Οι δύο άντρες βρίσκονταν πλέον στον αγωγό επί οχτώ μήνες, όταν στις 14 Φεβρουαρίου 2026 το καταφύγιο πλημμύρισε. Οι δύο στρατιώτες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη θέση τους μέσα στο τσουχτερό κρύο. Εξαντλημένοι, κατάφεραν να φτάσουν σε ένα εγκαταλελειμμένο σχολείο, όπου ενημέρωσαν μέσω ασυρμάτου τους διοικητές τους. Ουκρανικά drones έριξαν στεγνά ρούχα και προμήθειες, όμως ρωσικά αναγνωριστικά αεροσκάφη αντιλήφθηκαν τις παραδόσεις.

Οι δυο άντρες δέχθηκαν έντονα πυρά και ακολούθησαν σφοδρές επιθέσεις. Ο Βλασένκο τραυματίστηκε σοβαρά στο αριστερό πόδι. Όπως λέει, τα άκρα του είχαν ήδη υποστεί εκτεταμένα κρυοπαγήματα και γι’ αυτό αρχικά δεν αισθάνθηκε καν το χτύπημα. Λίγο αργότερα τραυματίστηκε και στο δεξί πόδι, προσπαθώντας να παραλάβει τρόφιμα.

Είχαν φτάσει πλέον σε οριακό σημείο και η πείνα έκανε την εμφάνισή της. Ο Μπάσκι σε μια στιγμή απελπισίας επιχείρησε να βγει από το καταφύγιο για να συγκεντρώσει τις προμήθειες, όταν ένα ρωσικό drone τον χτύπησε. Ο Βλασένκο σύρθηκε προς το μέρος του, αλλά μέσα στο σκοτάδι δεν μπορούσε να διακρίνει τα τραύματά του. «Όλη τη νύχτα τον άκουγα να βογκάει. Τον ρωτούσα πού είχε χτυπηθεί, στο χέρι ή στο πόδι, αλλά δεν μπορούσε να απαντήσει. Τον τράβηξα όσο πιο κοντά μου μπορούσα. Ύστερα σώπασε». Το επόμενο πρωί ο συμπολεμιστής του ήταν νεκρός.

Η φωνή από το μεγάφωνο

Με τον σύντροφό του νεκρό, τον ίδιο τραυματία και ξέροντας ότι οι Ρώσοι είχαν εντοπίσει τη θέση του, ο Βλασένκο προσπάθησε να μετακινηθεί, χρησιμοποιώντας το μοναδικό πόδι στο οποίο μπορούσε ακόμη να στηριχθεί. Τότε άκουσε μια έκρηξη. Λίγο αργότερα, ένα ρωσικό drone έριξε στην περιοχή ένα μεγάφωνο, από το οποίο ακουγόταν επανειλημμένα ένα ηχογραφημένο μήνυμα που τον καλούσε να παραδοθεί. «Αδελφέ, ξέρουμε ότι είσαι εδώ. Πίστεψέ με, οι σύντροφοί σου δεν θα σε σώσουν», έλεγε η φωνή.

Το μήνυμα τον προειδοποιούσε ότι η επόμενη έκρηξη θα μπορούσε να τον σκοτώσει και του υποσχόταν αιχμαλωσία, ανταλλαγή κρατουμένων και επιστροφή στο σπίτι του. Του ζητούσαν να αφήσει ένα μπουκάλι ή ένα κουτί στο περβάζι ενός παραθύρου ως ένδειξη ότι αποδεχόταν την παράδοση. Ο Βλασένκο απάντησε φωνάζοντας την περίφημη φράση που είχαν χρησιμοποιήσει οι Ουκρανοί που υπερασπίζονταν το Φιδονήσι απέναντι σε ρωσικό πολεμικό πλοίο: «Ρωσικό πολεμικό πλοίο, άντε γ@@@σου!». «Κρίμα που δεν μπορούσαν να με ακούσουν», λέει σήμερα γελώντας. «Το μεγάφωνο μάλλον δεν είχε μικρόφωνο».

Περίπου 20 λεπτά αργότερα, ένα μεγάλο ρωσικό βομβαρδιστικό drone εμφανίστηκε πάνω από το σχολείο. Η πρώτη έκρηξη ήταν τόσο ισχυρή, που ο Βλασένκο πίστεψε ότι είχε σκοτωθεί. «Άνοιξα τα μάτια μου και ήταν σκοτάδι. Αναρωτήθηκα αν μπορούσα ακόμη να δω. Αλλά αισθανόμουν χώμα ανάμεσα στα δόντια μου. Αυτό σήμαινε ότι ήμουν ζωντανός». Και το ρωσικό μεγάφωνο εξακολουθούσε να παίζει το ίδιο μήνυμα.

Ανάμεσα στα ερείπια του σχολείου, ο στρατιώτης εντόπισε μια μεγάλη παλιά μαντεμένια σόμπα, με ένα μικρό άνοιγμα στο εσωτερικό της. Παρά την κατάστασή του κατάφερε να συρθεί και να φτάσει ως εκεί. «Δεν ξέρω ποιος άγγελος με έσπρωξε εκεί», θυμάται.

Λίγα δευτερόλεπτα μόλις μετά ακολούθησε δεύτερη ισχυρή έκρηξη. Μεγάλα τμήματα του κτιρίου κατέρρευσαν γύρω του, όμως η σόμπα άντεξε και του έσωσε τη ζωή. Εκεί παρέμεινε για τους επόμενους μήνες. Οι συμπολεμιστές του συνέχισαν να του στέλνουν τρόφιμα, νερό και φάρμακα με drones. Κάθε φορά που έφτανε μια παράδοση, έβγαινε έρποντας από τη σόμπα, συγκέντρωνε ό,τι μπορούσε και επέστρεφε στο αυτοσχέδιο καταφύγιό του.

Ο ίδιος ήταν σε άσχημη κατάσταση, αλλά εξακολουθούσε να ενημερώνει τους ανωτέρους του για τις κινήσεις των ρωσικών δυνάμεων. Κάθε μέρα όμως τα τραύματά του, γίνονταν χειρότερα καθώς δεν μπορούσε να λάβει την κατάλληλη φροντίδα.

Όταν έφτασε ο Απρίλιος τα πράγματα είχαν γίνει ακόμα χειρότερα. Το αριστερό του πόδι είχε υποστεί τόσο σοβαρές βλάβες από τα κρυοπαγήματα και την κακή κυκλοφορία του αίματος, ώστε ο ιστός νεκρώθηκε και άρχισε να αποκολλάται. Τον επόμενο μήνα η κατάσταση επιδεινώθηκε και στο δεξί πόδι. Είχε χάσει την αίσθηση στο κάτω μέρος του άκρου και το πόδι κρεμόταν από τους εναπομείναντες ιστούς, δυσκολεύοντας ακόμη περισσότερο τις μετακινήσεις του. «Κατάλαβα ότι έπρεπε να το κόψω. Διαφορετικά, η βλάβη θα προχωρούσε μέχρι το γόνατο και θα συνέχιζα να το σέρνω πίσω μου», εξηγεί.

Αυτό που έκανε στη συνέχεια μοιάζει αδιανόητο. Τοποθέτησε το τραυματισμένο πόδι πάνω σε ένα τούβλο, πήρε ένα μαχαίρι και έκοψε μόνος του τους ιστούς που το συγκρατούσαν. «Τα δάκρυα έτρεχαν, αλλά έπρεπε να κόψω. Και το έκοψα», λέει σήμερα ο ίδιος. Ήθελε, όπως εξηγεί, να καταφέρει να διατηρήσει τουλάχιστον το ένα πόδι του, αλλά δεν στάθηκε δυνατό.

Μόλις ο καιρός ζέστανε με την έλευση της άνοιξης, ο ίδιος λέει ότι είδε ένα θέαμα που δεν θα ξεχάσει ποτέ: Εμφανίστηκαν εκατοντάδες μεγάλες πεταλούδες, με πορτοκαλί και μαύρα φτερά και άρχισαν να πετούν γύρω από το σημείο όπου βρίσκονταν τα ακρωτηριασμένα άκρα του.

Η ατελείωτη μοναξιά

Ο Βλασένκο δεν βρισκόταν αντιμέτωπος μόνο με τον πόνο και την πείνα. Έπρεπε να αντέξει και την απόλυτη απομόνωση. Για πολλούς μήνες, η μοναδική ανθρώπινη φωνή που άκουγε ήταν εκείνη των άλλων στρατιωτών μέσω ασυρμάτου. Περίμενε με ανυπομονησία το καθιερωμένο «450», το σύντομο μήνυμα που σήμαινε ότι όλα ήταν ήρεμα στις υπόλοιπες θέσεις. «Όταν τους άκουγα να αναφέρουν "450, 450", σκεφτόμουν ότι δεν ήμουν εντελώς μόνος. Ήταν ευτυχία για μένα να ακούω κάποιον. Και μετά πάλι σιωπή».

Οι συνάδελφοί του προσπαθούσαν να τον βοηθήσουν όπως μπορούσαν, στέλνοντας σοκολάτες, γλυκά, τσάι και τσιγάρα. Μάλιστα, κάποια στιγμή έφτασε και ένα δέμα από τη σύζυγό του, Τατιάνα. Μέσα βρισκόταν ένα βιβλίο του Στίβεν Κινγκ, The Outsider. Ο Βλασένκο συγκινήθηκε ιδιαίτερα, καθώς δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι η γυναίκα του γνώριζε πόσο αγαπούσε τον Αμερικανό συγγραφέα.

Όπως λέει όμως, αυτό που τον κρατούσε περισσότερο στη ζωή ήταν η σκέψη της κόρης του, Χριστίνας. «Δεν είχα αφιερώσει αρκετή προσοχή στην κόρη μου. Ίσως ήθελα να αλλάξω κάτι. Ήταν η δίψα για ζωή», λέει. Παραδέχεται, ωστόσο, ότι είχε ήδη αρχίσει να συμφιλιώνεται με την ιδέα του θανάτου. «Είχα αποφασίσει ότι ήμουν ήδη νεκρός».

Η πρωτοφανής επιχείρηση διάσωσης με drone

Περίπου έναν μήνα πριν από τη διάσωσή του, ένας συμπολεμιστής του, ο λοχίας με το ψευδώνυμο «Λίσι», επικοινώνησε μαζί του και του ανακοίνωσε ότι σχεδιαζόταν μια επιχείρηση απομάκρυνσής του. Ο Βλασένκο πίστεψε ότι θα έστελναν κάποιο όχημα ή μια τετράτροχη μοτοσικλέτα. Ωστόσο, επέλεξαν να στείλουν ένα drone για να τον σηκώσει στον αέρα!

Οι διοικητές του έριξαν στη θέση του ένα κινητό τηλέφωνο με εκπαιδευτικό βίντεο, καθώς και γραπτές οδηγίες στα ουκρανικά και στα ρωσικά, που εξηγούσαν πώς θα έπρεπε να δεθεί κάτω από το μη επανδρωμένο αεροσκάφος. Η επιχείρηση πραγματοποιήθηκε με ένα ειδικά διαμορφωμένο βαρύ drone της ουκρανικής εταιρείας Gurzuf Defense, με τη συμμετοχή διαφορετικών στρατιωτικών μονάδων.

Το αεροσκάφος προσέγγισε τη θέση του και ο Βλασένκο κατάφερε να ασφαλιστεί στον μηχανισμό ανύψωσης. Πριν απογειωθεί, σχημάτισε μια καρδιά με τα χέρια του και ύψωσε τον αντίχειρα προς την κάμερα του drone.

Σύμφωνα με την περιγραφή της Daily Mail, το drone τον ανύψωσε σε ύψος περίπου 120 μέτρων και τον μετέφερε σε απόσταση 18 χιλιομέτρων, με συνοδεία άλλων ουκρανικών μη επανδρωμένων αεροσκαφών.

Κατά τη διάρκεια της πτήσης, ο Βλασένκο ανησυχούσε μήπως πέσει σε κάποιο ποτάμι, καθώς δεν γνωρίζει κολύμπι. Θυμάται ακόμη ότι είδε ένα ουκρανικό drone να πετά προς την αντίθετη κατεύθυνση, μεταφέροντας προμήθειες σε στρατιώτες που εξακολουθούσαν να βρίσκονται στο μέτωπο.

Ο ουκρανικός στρατός μιλά για μια ιστορική πρωτιά στον τομέα των επιχειρήσεων με τη χρήση εναέριων drones στην απομάκρυνση τραυματιών από ενεργές θέσεις μάχης.

Ύστερα από 491 μέρες, ο Βλασένκο ήταν πλέον ασφαλής.

«Δεν έχω λόγια, είναι θαύμα»

Ο 49χρονος νοσηλεύεται πλέον σε νοσοκομείο, αναρρώνοντας από τους σοβαρούς τραυματισμούς και τις κακουχίες που υπέστη.

Μιλώντας στον δημοσιογράφο Γιούρι Μπούτουσοφ, φορούσε ένα καπέλο της Gurzuf Defense, λέει  ότι παρά τη δημοσιότητα που έχει αποκτήσει η ιστορία του, ο ίδιος δεν θέλει να θεωρείται ήρωας. «Δεν έχω λόγια. Ένα θαύμα. Είναι πραγματικά θαύμα», λέει περιγράφοντας τη στιγμή που συνειδητοποίησε ότι είχε σωθεί.

Όπως λέει πάνω απ' όλα θέλει να ευχαριστήσει όσους εργάστηκαν για να τον κρατήσουν ζωντανό, τους στρατιώτες που του έστελναν προμήθειες και εκείνους που σχεδίασαν την επικίνδυνη αποστολή διάσωσης. «Θέλω να τους ευχαριστήσω όλους. Όλους όσοι έκαναν τόσα πολλά γι' αυτό. Δεν τους γνωρίζω καν όλους, αλλά θέλω να τους δώσω ένα κομμάτι από τον εαυτό μου. Τους είμαι απίστευτα ευγνώμων».

Όσο για το γεγονός ότι πέρασε στην ιστορία ως ο πρώτος στρατιώτης που απομακρύνθηκε από το πεδίο της μάχης με εναέριο drone, απαντά με το ίδιο χιούμορ που φαίνεται ότι τον βοήθησε να αντέξει τις 491 ημέρες της δοκιμασίας του: «Δεν μου αρέσει να είμαι πρώτος. Προτιμώ να είμαι δεύτερος».