«Για τους έντεκα αυτή η νύχτα δεν είχε αυγή»


Ένα εκπληκτικό άρθρο που δημοσιεύθηκε από το περιοδικό Time περίπου δέκα μέρες μετά τις εκτελέσεις των ηγετικών στελεχών των Ναζί στη Νυρεμβέργη

Στις 20 Νοεμβρίου 1945 ξεκίνησε η Δίκη της Νυρεμβέργης. Το απόγευμα της 1ης Οκτωβρίου 1946 ανακοινώθηκε η τελική απόφαση και οι ποινές. Από τους 24 κατηγορουμένους οι 12 καταδικάστηκαν σε θάνατο. Το βράδυ της 16ης Οκτωβρίου 1946 η ποινή εκτελέστηκε. Στην αγχόνη ανέβηκαν δέκα άτομα. Ο Μάρτιν Μπόρμαν καταδικάστηκε ερήμην και όπως αποδείχθηκε αργότερα είχε ήδη πεθάνει και ο Χέρμαν Γκέρινγκ κατάφερε να βρει δηλητήριο και να αυτοκτονήσει.

Δώδεκα μέρες μετά τις εκτελέσεις, τη Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 2946, το αμερικάνικο περιοδικό δημοσίευσε το άρθρο «H νύχτα χωρίς αυγή». Μια συγκλονιστική παρουσίαση της διαδικασίας των εκτελέσεων.

Το ιστορικό κείμενο του περιοδικού αναφέρει:

«Μέσα στο παγωμένο, υγρό σκοτάδι οι άνθρωποι βιάζονταν να πάνε στα σπίτια τους. Σκυφτοί και σιωπηλοί, έσφιγγαν τα φθαρμένα πανωφόρια τους. Αστυνομικοί περνούσαν κάτω από τα θαμπά φώτα του δρόμου χτυπώντας με δύναμη τα πόδια τους. Ένας κοφτερός άνεμος ψιθύρισε μέσα από κατεστραμμένους τοίχους και πεσμένους πύργους προκαλώντας ανατριχίλα σε όποιον βρισκόταν στη Νυρεμβέργη.

Αυτή ήταν μια νύχτα που περίμεναν ανυπόμονα εκατομμύρια άνθρωποι που βρέθηκαν στα κελιά του θανάτου, στις φρικτές φυλακές σε όλη την Ευρώπη.

Αλλά τώρα, με αυτό τον άνεμο να τους διαπερνά, οι νικητές αισθάνθηκαν τις ψυχρές αμφιβολίες που πάντοτε ακολουθούν τη σκόπιμη θανάτωση ανθρώπων στο όνομα της δικαιοσύνης.

21:00: Οι έντεκα άντρες για τους οποίους αυτή η νύχτα δεν είχε αυγή έφαγαν το τελευταίο γεύμα τους. Πατατοσαλάτα, λουκάνικα, αλλαντικά, μαύρο ψωμί. Στις 21:00 τα φώτα της φυλακής χαμήλωσαν. Στις 22:25 ο αμερικάνος λοχαγός Μπάρτον Άντρους περπάτησε στην αυλή της φυλακής για να θέσει σε λειτουργία της θανάσιμη μηχανή της βραδιάς. Ολόκληρη η φυλακή είχε διαποτιστεί από τη σκέψη του επικείμενου θανάτου. (Η απόφαση του δικαστηρίου είχε ορίσει την τελική ημερομηνία εκτέλεσης της ποινής).

Τότε ήταν που ο Χέρμαν Γκέρινγκ έσπασε ένα φιαλίδιο με κυάνιο (κανείς δεν γνώριζε από που ήρθε). Όταν οι φύλακες και ένας ιερέας μπήκαν στο κελί του πέθαινε. Την ίδια ώρα, κοντά στο βασιλικό κάστρο της Νυρεμβέργης, μια παρέα από παιδιά κρεμούσαν ένα ομοίωμα του Γκέρινγκ.

Στη συνέχεια έκαψαν την αυτοσχέδια αγχόνη και σιωπηλά περπάτησαν γύρω από τη φωτιά, βλέποντας τη να σκορπίζει περίεργες σκιές ανάμεσα στα ερείπια.

Στο μικρό γυμναστήριο της φυλακής (το πάτωμα του σκονισμένο, οι τοίχοι του γκρι και βρώμικοι) τρεις μαύρες αγχόνες είχαν στηθεί με μεγαλύτερη προσοχή στους αριθμούς παρά την αποτελεσματικότητα. Οι πλατφόρμες ήταν τοποθετημένες με απόσταση 2,5 μέτρων, είχαν ύψος 2,5 μέτρων και πλάτος 2,5 μέτρων.

Σε κάθε πλατφόρμα σηκώνονταν δύο στιβαροί δοκοί που υποστήριζαν το βαρύ οριζόντιο ξύλο το οποίο είχε στη μέση έναν γάντζο για το σχοινί. Ένας δυσδιάκριτος μοχλός άνοιξε τις καταπακτές. Ο χώρος από κάτω τους ήταν κρυμμένος με κουρτίνες.

1:11. Δύο φύλακες με λευκά κράνη οδήγησαν στον Γιόακιμ φον Ρίμπεντροπ από το κελί του στο διάδρομο και στη συνέχεια μέσα από την αυλή. Περπατούσε σαν να ήταν υπνωτισμένος, τα μάτια του ήταν μισόκλειστα. Ο αέρας κουνούσε τα αραιά γκρίζα μαλλιά του. Από πάνω του, ο ίδιος αέρας, έδινε στα σύννεφα περίεργα σχήματα.  

Στη 1:11 μπήκε στο γυμναστήριο και όλοι οι αξιωματικοί, οι επίσημοι μάρτυρες και οι ανταποκριτές στάθηκαν προσοχή. Του έβγαλαν τα γυαλιά και ο Ρίμπεντροπ ανέβηκε τα σκαλιά (ήταν συνολικά 13) προς την αγχόνη. Με τη θηλιά γύρω από τον λαιμό του είπε: «Η τελευταία μου επιθυμία... είναι μια κατανόηση μεταξύ της Ανατολής και της Δύσης». Όλοι οι παρόντες έβγαλαν τα καπέλα τους. Ο δήμιος έσφιξε τη θηλιά. Ένας ιερέας που στεκόταν δίπλα του προσευχήθηκε. Ο βοηθός του δήμιου τράβηξε τον μοχλό και η καταπακτή άνοιξε με έναν βροντερό θόρυβο και η μορφή του κουκουλωμένου Ρίμπεντροπ εξαφανίστηκε. Το σχοινί ξαφνικά τεντώθηκε, ταλαντεύτηκε και μπορούσες να το ακούσεις να τρίζει.

O δήμιος ήταν ο αρχιλοχίας Τζον Κλέμενς Γουντς (φωτό), 43 ετών από το Σαν Αντόνιο. Ένας κοντός παχουλός άντρας που στα 15 του χρόνια στον στρατό των ΗΠΑ έχει κρεμάσει 347 άτομα (πλέον ο αριθμός αυτός αμφισβητείται έντονα). Μετά τις εκτελέσεις στη Νυρεμβέργη είπε: «Κρέμασα αυτούς τους δέκα Ναζί και είμαι περήφανος για αυτό. Δεν ήμουν νευρικός. Δεν μπορείς να είσαι νευρικός σε αυτή τη δουλειά. Θέλω να πω μια καλή κουβέντα για αυτούς τους στρατιώτες που με βοήθησαν. Όλοι τους έκαναν το καλύτερο. Προσπαθώ να τους εξασφαλίσω προαγωγή. Όπως το βλέπω εγώ είναι μια δουλειά που κάποιος πρέπει να το κάνει. Μπήκα σε αυτό κατά κάποιο τρόπο τυχαία πριν από πολλά χρόνια στις ΗΠΑ».

2:14. Κατά τη διάρκεια των προκαταρκτικών διαβουλεύσεων στη Νυρεμβέργη, οι Βρετανοί είχαν αντιταχθεί στους απαγχονισμούς. Η μακρά εμπειρία τους στις πολιτικές εκτελέσεις τους είχε διδάξει ότι οι επόμενες γενιές θυμούνται περισσότερο τη δραματική τελευταία εμφάνιση του θύματος παρά την αιτία της εκτέλεσης.

Οι καταδικασμένοι στη Νυρεμβέργη αξιοποίησαν στο έπακρο αυτή την ευκαιρία τους. Ενώ ο Γιοακιμ φον Ρίμπεντροπ  εξακολουθούσε να αιωρείται από την πρώτη αγχόνη, ο στρατηγός Βίλχεμ Καϊτέλ με καλοσιδερωμένη στολή και γυαλισμένες μπότες ανέβηκε ζωηρά στην αγχόνη σαν να ανέβαινε σε βήμα για να βγάλει λόγο και είπε: «Περισσότεροι από δύο εκατομμύρια Γερμανοί στρατιώτες πέθαναν για την πατρίδα. Ακολουθώ τώρα τους γιους μου».

Στη συνέχεια ο Ερνστ Καλτενμπούρμερ: «Αγάπησα τον γερμανικό λαό και την πατρίδα μου με όλη μου την καρδιά. Γερμανία καλή τύχη». Μετά ο φιλόσοφος Άλφρεντ Ρόζενμπεργκ ο οποίος δεν είχε κάτι να πει. Μετά ο Χανς Φρανκ: Είμαι ευγνώμων για την καλή αντιμετώπιση κατά τη διάρκεια της κράτησης μου και ζητώ από το θεό να με δεχθεί με έλεος». Μετά ο Βίλχεμ Φρικ: «Να ζήσει για πάντα η αιώνια Γερμανια». Μετά ο Τζούλιος Στράιχερ που φαινόταν τρελαμένος και φώναζε: Heil Hitler. Όταν του ζήτησαν να πει το όνομα του απάντησε: «Το γνωρίζετε καλά». Στην αγχόνη πλέον φώναξε «Purim Festival 1946» (μια ναζιστική έκφραση για την εξόντωση των Εβραίων) και: «Οι Μπολσεβίκοι θα σας κρεμάσουν μια μέρα». Καθώς η μαύρη κουκούλα έμπαινε στο κεφάλι του τον άκουγες να λέει με την τραχιά φωνή του: «Αντέλε, αγαπημένη μου γυναίκα». Στις 2:14 η καταπακτή τον κατάπιε. O δήμιος, ο λοχίας Τζον Κ. Γουντς είπε: «Κλοτσούσε λίγο αλλά όχι για πολύ».

Αργότερα ο Γουντς κατηγορήθηκε ότι οι εκτελέσεις του ήταν απάνθρωπα πρόχειρες. Ο Σεσίλ Κάτλινγκ, απεσταλμένος της Star του Λονδίνου (ένας βετεράνος αστυνομικός ρεπόρτερ και ειδικός στους απαγχονισμούς) δήλωσε ότι δεν υπήρχε αρκετός χώρος για να πέσουν οι εκτελεσθέντες. Αυτό σημαίνει ότι ο λαιμός τους δεν έσπαζε όπως έπρεπε να συμβεί και έτσι πέθαιναν αργά από στραγγαλισμό. Επιπλέον ο Κάτλινφκ υποστήριξε ότι δεν ήταν σωστά δεμένοι. Πέφτοντας κάποιοι χτυπούσαν το κεφάλι τους στην πλατφόρμα και άνοιγε η μύτη τους. Ο Αμερικάνικος Στρατός διέψευσε τον Κάτλινγκ.

2:57. O Γουντς και οι βοηθοί φαίνονταν να χάνουν την υπομονή τους καθώς προχωρούσαν από τη μια αγχόνη στην άλλη, χρησιμοποιώντας νέο σχοινί για κάθε άντρα. Στις 2:26 ήταν η σειρά του Φριτς Σάουκελ. Όταν τον κάλεσαν για την τελευταία του βόλτα αρνήθηκε να ντυθεί και έτσι ανέβηκε στην αγχόνη χωρίς πανωφόρι. Φώναξε: «Πεθαίνω αθώος, αποτίνω τιμή στους Αμερικάνους στρατιώτες και αξιωματικούς αλλά όχι στην αμερικάνικη δικαιοσύνη» (Κάποιες αναφορές υποστηρίζουν ότι δεν ανέφερε την αμερικάνικη δικαιοσύνη αλλά τους Αμερικάνους Εβραίους). Μετά ο υποστράτηγος Άλφρεντ Τζοντλ και τέλος ο Άρθουρ Σάις-Ινκουάρτ ο οποίος κούτσαινε καθώς ανέβαινε τα σκαλιά. Είπε: «Ελπίζω αυτή τη εκτέλεση να είναι η τελευταία πράξη σε αυτή την τραγωδία του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου». Ήταν 2:57 όταν ήταν και επισήμως νεκρός. Ο Γουντς είπε: «Δέκα άντρες σε 103 λεπτά. Αυτό θα πει γρήγορη δουλειά» Προσέθεσε πως ήταν έτοιμος για «ένα δυνατό ποτό μετά».

Tο σώμα του Χέρμαν Γκέρινγκ (φωτο) μεταφέρθηκε με ένα φορείο στο γυμναστήριο. Το δέρμα του είχε μια δηλητηριασμένη πρασινωπή απόχρωση. Τα δάχτυλα των ποδιών του ήταν γυρισμένα. Αφού ο επίσημος μάρτυρας του έριξε μια ματιά το μετέφεραν πίσω από τη μαύρη κουρτίνα όπου περίμεναν τα άλλα δέκα πτώματα. Οι φωτογράφοι πήραν εικόνες από τα σώματα τόσο ντυμένα, όσο και γυμνά. Οι φωτογραφίες χαρακτηρίστηκαν ως άκρως απόρρητες και μεταφέρθηκαν στον Συμμαχικό Συμβούλιο Ελέγχου στο Βερολίνο. Λίγες ώρες μετά δύο βαν πήραν τα πτώματα. Αποτεφρώθηκαν και οι στάχτες σκορπίστηκαν σε μέρος που δεν αποκαλύφθηκε.

Έτσι ήρθε ο θάνατος στους έντεκα, από των οποίων την... ενορχήστρωση τόσες χιλιάδες πέθαναν (Πιο φρικτά και χωρίς την ευκαιρία για ιστορικούς θεατρισμούς).

Ο αέρας φυσούσε όλη τη νύχτα και έδιωξε μακριά τα σύννεφα. Το πρωινό, το οποίο οι έντεκα δεν είδαν, χάραζε καθαρό και φωτεινό πάνω από τη Νυρεμβέργη αλλά δεν έφερε ούτε επευφημίες αλλά ούτε και καθησυχασμό για τους νικητές. Μέσα από αυτή τη σχετικά απλή διαδικασία να κρεμάσουν δέκα άντρες από τον λαιμό είχαν επιτρέψει να ανακύψουν νέες αμφιβολίες για τη δικαιοσύνη της Νυρεμβέργης. Και είχαν δώσει στη Γερμανία μια αίσθηση νίκης όταν επέτρεψαν στον Χέρμαν Γκέρινγκ να πεθάνει όχι όπως ήθελαν αυτοί αλλά όπως επέλεξε αυτός».