Επτά καθηγητές μιλούν για τη Γενοκτονία των Ποντίων


Το ιστορικό πλαίσιο, τα γεγονότα και τα στοιχεία που στοιχειοθετούν το έγκλημα κατά του ελληνικού πληθυσμού

 

Η 19η Μαΐου έχει οριστεί ως ημέρα μνήμης για την Γενοκτονία που συντελέστηκε κατά του ελληνικού πληθυσμού του Πόντου. Πάνω από 300.000 θύματα, στην πλειονότητα τους άμαχοι, δολοφονήθηκαν από τους Νεότουρκους στα πλαίσια της εθνοκάθαρσης που διεξήγαγαν. Επτά καθηγητές που έχουν μελετήσει τα γεγονότα της Γενοκτονίας του Ποντιακού Πολιτισμού μιλούν για το ιστορικό πλαίσιο και όσα οδήγησαν στο μεγάλο έγκλημα.

Ο Διδάκτωρ σύγχρονης Ιστορίας Βλάσης Αγτζίδης αναφέρει :

«Οι Έλληνες σε όλη την Οθωμανική Αυτοκρατορία, πριν την έναρξη των διωγμών, σε ήταν περίπου 2 με 2.2 εκατομμύρια. Στο χώρο του Πόντου ήταν περίπου 450.000. Στην επίσημη απογραφή του 1928 καταμετρήθηκαν, ως πρόσφυγες στην Ελλάδα, επισήμως, 1.2 εκατομμύρια. Υπολογίζεται ότι ο αριθμός των Ελλήνων που χάθηκαν στην περίοδο 1914-22, αυτών που αγνοείται η τύχη τους, είναι της τάξης των επτακοσίων, οκτακοσίων χιλιάδων, σε όλη την έκταση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας».

Να υπογραμμίσουμε, ότι υπάρχει μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στην γενοκτονία των Αρμενίων που συντελέστηκε και ολοκληρώθηκε μέσα σε λίγους μήνες και στην γενοκτονία των υπολοίπων χριστιανικών πληθυσμών, ιδιαίτερα των Ελλήνων της Ανατολής, η οποία είναι μια διαδικασία που ξεκινά από το 1913 ως το 1922, με κορύφωση σε δύο περιόδους, 1916-17 και 1920-1922.

Η «πρωτοτυπία» των Νεότουρκων στην Ιστορία ήταν ότι για πρώτη φορά στασύγχρονα χρόνια, μια εξουσία, τελείως ψύχραιμα, επιλέγει εξαρχής, εντοπίζει και προγράφει τα θύματα, διαμορφώνει και διαχέει στους υπόλοιπους μια ιδεολογία μίσους, ακολουθεί μεθόδους κοινωνικού αποκλεισμού των στοχοποιημένων πληθυσμών, συγκροτεί και οργανώνει σε ήρεμους καιρούς παρακρατικούς μηχανισμούς που θα αναλάβουν δράση, όταν το επιτρέψουν οι γενικότερες συνθήκες.

Σημαντικό ρόλο στην υλοποίηση των διώξεων έχει και ο οθωμανικός στρατός, ο οποίος κατά τη διάρκεια του Α’ ΠΠ συντάσσεται στο πλευρό των Κεντρικών Αυτοκρατοριών απέναντι στην Αντάντ και έχει εκπαιδευτεί και εξοπλιστεί από Γερμανούς αξιωματικούς. Πρώτος στόχος να ακυρωθεί η δυνητική αντίδραση, καταρχήν του μειονοτικού πληθυσμού που μπορεί να πάρει όπλα, αλλά οι εκτοπίσεις δεν περιορίζονται μόνο σε άνδρες, λαμβάνουν τη μορφή μεγάλων από μεγάλες εθνικών εκκαθαρίσεων με θύματα και γυναικόπαιδα.

Θα χτυπηθεί αρχικά ο δυτικός πόντος, ανατολικά της Τρίπολης, οι περιοχές Σαμψούντας, Μπάφρας, κ.τ.λ. με εκτεταμένες μετακινήσεις και πορείες «θανάτου» από τα παράλια στο εσωτερικό της Ανατολίας, με αποτέλεσμα τις κακουχίες, την πείνα, το θάνατο και τον εγκλεισμό όσων επιβίωσαν στα «αμελέ ταμπουρού». Ο στόχος είναι η εκδίωξη, με βίαιες, απάνθρωπες πρακτικές , των χριστιανικών μειονοτήτων της ανατολής από τα εδάφη της αυτοκρατορίας, ανεξαρτήτως των ανθρωπιστικών συνεπειών.

Στη δεύτερη φάση, μετά την αποχώρηση των Ρώσων από τον ανατολικό Πόντο, την αποβίβαση του Μουσταφά Κεμάλ στη Σαμψούντα το 1919 και τη δημιουργία του στρατού του, οι εθνικές εκκαθαρίσεις με τη συμμετοχή και παρακρατικών μουσουλμανικών ομάδων θα ενταθούν και θα επεκταθούν σε όλη την έκταση του Πόντου, μέχρι και το 1923.

Η Τουρκική Δημοκρατία, δημιουργείται το 1923, δηλαδή μετά το τέλος των γεγονότων. Τα γεγονότα και τις γενοκτονίες τις προκάλεσε ο ακραίος τουρκικός εθνικισμός, οι Νεότουρκοι στην αρχή και ο Κεμάλ στη συνέχεια. Η σχέση του σύγχρονου τουρκικού κράτους με αυτούς που διέπραξαν τις γενοκτονίες μπορεί να μην είναι θεσμική, είναι όμως οργανική, γιατί ουσιαστικά αυτοί δημιουργούν το τουρκικό κράτος»

Ο ειδικός σε θέματα γενοκτονιών και Μέλος της Διεθνούς Ένωσης Μελέτης Γενοκτονιών, Βασίλειος Μεϊχανετζίδης τονίζει:

«Η «Διεθνής Ένωση Μελέτης Γενοκτονιών» έχει αποφανθεί από το 2007 ότι οι διώξεις που έλαβαν χώρα από το 1913-14 μέχρι το 1923 συνιστούν όντως γενοκτονία, όπως αυτή ορίζεται στο διεθνές δίκαιο. Με αυτή την άποψη συμφωνεί ένας αυξανόμενος αριθμός γενοκτονολόγων, νομικών και ιστορικών και αυτό συνιστά το πρώτο βήμα για την περαιτέρω αναγνώριση της γενοκτονίας.

Η γενοκτονία είναι νομικός, αλλά και ιστοριογραφικός όρος, γιατί έχει εισαχθεί στην ιστοριογραφία ως τέτοιος, επειδή εκφράζει κατά τρόπο ακριβή ένα συγκεκριμένο γεγονός που είναι η γενοκτονία ενός λαού.

Όταν συντελέσθηκαν τα γεγονότα αυτά, ο όρος «γενοκτονία», τουλάχιστον στη μορφή που του έδωσε ο Λέμκιν, μπορεί να μην υπήρχε σε αυτή τη μορφή, υπήρχε όμως στις γερμανικές γλώσσες με την ίδια ακριβώς σημασία. Ο Λέμκιν, ο οποίος επινόησε τον όρο και τον εισήγαγε στο διεθνές ποινικό δίκαιο, με τη σύμβαση του ΟΗΕ το 1948 βασίστηκε στα προηγούμενα, κατά Αρμενίων και Ελλήνων στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και κατά των Εβραίων στο Β’ ΠΠ, για να ορίσει την έννοια του συγκεκριμένου εγκλήματος. Και μας το λέει αυτό ο ίδιος.

Η αναγνώριση μιας γενοκτονίας είναι ένα περίπλοκο γεγονός. Προηγείται η επιστημονική αναγνώριση και ακολουθεί ενδεχομένως η πολιτική αναγνώριση, κοινοβουλίων, πολιτικών φορέων και διεθνών οργανισμών. Η σημαντικότερη αναγνώριση είναι η επιστημονική γιατί σε αυτή βασίζεται η πολιτική αναγνώριση που έρχεται κατόπιν.

Αυτό έγινε πιο φανερό, στην περίπτωση των Αρμενίων. Αυτοί που μελετούν την αρμενική γενοκτονία διαβλέπουν ότι ίδια πράγματα συνέβησαν την ίδια εποχή και αργότερα και στους Έλληνες τις Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Η πολιτική αναγνώριση έχει καταρχήν σημασία ηθική. Και είναι πάρα πολύ σημαντική και απαραίτητη, στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι ο θύτης, η Τουρκία, είναι και αμετανόητος και δυνητικά επιρρεπής στην επανάληψη του εγκλήματος. Επειδή, λοιπόν, το 1918 με την ήττα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ή αργότερα το 1923, δε συστήθηκαν διεθνή δικαστήρια για να δικάσουν την Τουρκία για τα εγκλήματα που διέπραξε, από τον Α’ ΠΠ, μέχρι το 1923 και παραμένει εκ τούτου ατιμώρητη και χωρίς μεταμέλεια έρχεται η διεθνής κοινότητα να επανορθώσει, εν μέρει, δια της πολιτικής αναγνώρισης της γενοκτονίας, τις συνέπειες της γενοκτονίας. Διότι οι συνέπειες της γενοκτονίας παραμένουν αθεράπευτες.

Η Τουρκία δεν ακολούθησε το πρότυπο της Γερμανίας, όπως όφειλε να ακολουθήσει. Εκ τούτου είναι απαραίτητο να συνεχιστεί η διαδικασία αναγνώρισης και διεθνοποίησης της γενοκτονίας, ώστε ο θύτης να μην παραμένει παντελώς ατιμώρητος».


Ο διδάκτωρ ανθρωπολογίας Νίκος Μιχαηλίδης τονίζει:

«Το έγκλημα της γενοκτονίας συντελέστηκε από οθωμανικές παρακρατικές ομάδες και τμήματα του οθωμανικού στρατού κυρίως, με τη συμμετοχή μιας πολύ ιδιαίτερης οργάνωσης «Τεσκιλάτ-ι-Μαχουσά», της μυστικής υπηρεσίας (ελεγχόμενης από το Κομιτάτο Ένωσης και Προόδου) της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εκείνης της περιόδου. Στόχος ήταν να εντοπίσει που ζούσαν χριστιανικοί, ελληνικοί και αρμενικοί πληθυσμοί, ώστε να εκδιωχθούν και να εξαφανιστούν από την περιοχή.

Οθωμανοί αξιωματούχοι σχεδίαζαν ήδη από τα τέλη του 19ου αι. – έχουμε νεώτερες μελέτες που έρχονται στο φως της δημοσιότητας και από νέους Τούρκους ιστορικούς – να εκδιώξουν ολόκληρο τον ελληνικό πληθυσμό, μετά την ίδρυση του πρώτου ανεξάρτητου ελληνικού κράτους, το 1830. Σχεδίαζαν να εκδιώξουν τον ελληνικό πληθυσμό ακόμη και από την Αίγυπτο. Για διαφόρους λόγους αυτό το σχέδιο δεν υλοποιήθηκε, αλλά είναι πολύ σημαντικό να το έχουμε υπόψη μας, γιατί δείχνει τη γενοκτονική πρόθεση που διαμορφώθηκε σταδιακά ως αντίληψη.

Θεώρησαν ότι οι Έλληνες θα γίνουν εργαλείο των δυτικών στα εδάφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και θεώρησαν σκόπιμο να τους εκδιώξουν όχι μόνο από τον Πόντο, αλλά και από τη Θράκη, τη Μακεδονία, από την Αίγυπτο από όλα τα εδάφη που ζούσαν ελληνικές κοινότητες.

Η τουρκική αστική τάξη δημιουργήθηκε σε μεγάλο βαθμό από την περιουσία των εκδιωχθέντων Ελλήνων και Αρμενίων. Πολλοί μεγάλοι τουρκικοί επιχειρηματικοί όμιλοι, όπως τους γνωρίζουμε σήμερα, έχουν τις ρίζες τους στη γενοκτονία των χριστιανικών πληθυσμών στην εκδίωξη και στην κατάχρηση του πλούτου από τους χριστιανικούς πληθυσμούς. Έχει τη και αυτό τη σημασία του.

Δημιουργήθηκε ο «μύθος» του τουρκικού απελευθερωτικού αγώνα. Στην ουσία δεν υπήρξε απελευθερωτικός αγώνας, αυτό που υπήρξε ήταν μια πολιτική γενοκτονίας και διώξεων των χριστιανικών πληθυσμών. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι συγκροτήθηκαν οι λεγόμενες ομάδες «τουρκικής αυτοάμυνας» μόνο στις περιοχές που ζούσαν χριστιανικοί πληθυσμοί, πουθενά αλλού στην Ανατολία δεν υπήρξε κάτι τέτοιο.

Ο Κεμάλ Ατατούρκ, ως κομμάτι αυτού του νεοτουρκικού κινήματος, του «Κομιτάτου Ένωση και Πρόοδος» κατάφερε να κινητοποιήσει, χρησιμοποιώντας το μουσουλμανικό σουνιτικό ένστικτο, σημαντικά τμήματα του μουσουλμανικού πληθυσμού τα οποία γειτόνευαν με χριστιανικούς πληθυσμούς και να τους χρησιμοποιήσει ως εργαλεία για την εξόντωση των χριστιανικών πληθυσμών.

Δυστυχώς, η κυρίαρχη αντίληψη σήμερα στην Τουρκία είναι ότι η ίδια υπήρξε θύμα του λεγόμενου δυτικού ιμπεριαλισμού κι όχι θύτης και αυτό ερμηνεύει και τη συμπεριφορά της προς άλλους, ιδιαίτερα τους πρώην υποτελείς λαούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Φανταστείτε, την ίδια οπτική και συμπεριφορά να είχαν άλλες πρώην δυτικές αυτοκρατορίες προς τους πρώην αποικιοκρατούμενους τους; Κάτι τέτοιο σήμερα είναι αδιανόητο».

Ο διδάκτωρ ιστορίας, Θεοδόσης Κυριακίδης αναφέρει:

«Χρονολογία – σταθμός αποτελεί ασφαλώς η «Επανάσταση των Νεότουρκων» τον Ιούλιο 1908 στην οθωμανική Θεσσαλονίκη, όταν οι Ταλάτ –Κεμάλ –Ενβέρ, υποβαθμίζουν τη σουλτανική εξουσία και καθίστανται απόλυτα κυρίαρχοι, πολιτικά, ιδίως μετά το 1913. Τα συνέδρια των Νεοτούρκων είναι τακτικά, το πιο σημαντικό είναι αυτό το 1913 στη Θεσσαλονίκη, όπου εκεί αποκρυσταλλώνεται το σύνθημα: «Η Τουρκία στους Τούρκους».

Οι βαλκανικοί πόλεμοι θα δημιουργήσουν έντονα προβλήματα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, γιατί με την απώλεια οθωμανικών εδαφών και την προσφυγοποίηση των μουσουλμάνων από βαλκανικά εδάφη, πιέζονται οι ελίτ και οι Νεότουρκοι, οι οποίοι θα κληθούν να λύσουν αυτό το πρόβλημα. Κατηγορούν τους χριστιανούς ότι «κατέστρεψαν τη χώρα» και ότι πάντοτε προσπαθούσαν «να στραφούν κατά της πατρίδας».

Υπάρχουν αναφορές τους, για «εσωτερικό καρκίνωμα στο σώμα της αυτοκρατορίας», ή «πληγή που πρέπει να γιατρευτεί», ή για το «άγριο χορτάρι που πρέπει να ξεριζωθεί», κ.τ.λ. Αυτή η τάση του τουρκικού εθνικισμού βρίσκει ιδεολογικούς εκφραστές, όπως ο Ζιγιά Γκιολκάπ, ο οποίος με ποιήματα και με άρθρα στον τύπο ενισχύει αυτόν τον τουρκικό εθνικισμό.

Προς τα τέλη του 1914, λίγες εβδομάδες μετά το ξέσπασμα του Α’ ΠΠ, παρατηρείται συσπείρωση των μουσουλμάνων και επικρατεί το σύνθημα: «Ο πόλεμος για τη σωτηρία της πατρίδας δεν είναι μόνο αναγκαίος είναι και θεάρεστος».

Η ελίτ έχει αποφασίσει να εκδιώξει τις χριστιανικές κοινότητες. Αυτό, ασφαλώς, δεν μπορεί να συμβεί χωρίς να προκαλέσει τις μεγάλες δυνάμεις, τη διεθνή κοινότητα. Οπότε το σχέδιο που έχουν είναι προσπάθειες ανταλλαγής υποτίθεται εθελοντικών για ανταλλαγή πληθυσμών, στη συνέχεια με πογκρόμ ιδίως στα παράλια της Μικράς Ασίας 1913-14 να δημιουργήσουν συνθήκες τρόμου, όπως η σφαγή της Φώκαιας, για να διώξουν τους πληθυσμούς αυτούς. Είναι συγκλονιστικές οι μαρτυρίες, έχουν δημοσιευτεί.

Επόμενος σημαντικός σταθμός είναι η γενοκτονία των Αρμενίων το 1915, όπου οι σφαγές ξεσηκώνουν την κοινή γνώμη. Επειδή, με τις σφαγές των Αρμενίων προκάλεσαν την κοινή γνώμη, οι Γερμανοί στέλνουν συνεχώς τηλεγραφήματα και εκδηλώνουν την ανησυχία τους – καθώς ήταν στενοί σύμμαχοι και συνεργάτες κατά τον Α’ ΠΠ – ότι η διεθνής κοινή γνώμη θα κατηγορήσει τους ίδιους ότι προκαλούν αυτοί τις σφαγές αυτές. Μάλιστα, υπάρχει δημοσίευμα από εφημερίδα του Μονάχου ότι οι σφαγές πραγματοποιούνται στο όνομα του Κάιζερ…». Επιλέγεται, λοιπόν, η βίαιη μετατόπιση των χριστιανικών μειονοτήτων προς το εσωτερικό».

Η ελίτ των Νεότουρκων οργανώνει την εξόντωση, μέσω των εκτοπισμών. Το σχέδιο λειτουργεί με ένα διπλό μηχανισμό. Η ιδέα ήταν να μετατοπιστούν, όπως έλεγαν, για «στρατιωτικούς λόγους» περί τα 30-50 χλμ. προς την ενδοχώρα. Παρατηρώντας όμως τις πορείες αυτών, όμως, βλέπουμε ότι φτάνουν μέχρι την Μαλάτεια (Μελιτηνή) και περιοχές που είναι σε απόσταση 300- 400 χιλιόμετρα. Οπότε βλέπει κανείς ότι δεν εξυπηρετεί στρατιωτικούς λόγους αλλά μέσα από τις πορείες, τις κακουχίες το κρύο, την πείνα σκοπός ήταν η εξόντωση.

Μέχρι και οι σύμμαχοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ο αυστριακός πρόξενος, ή ο Γερμανός πρέσβης σημειώνουν στα τηλεγραφήματα που στέλνουν αναφέρουν ότι «μπορεί κανείς να κατανοήσει την μετακίνηση των ανδρών στο εσωτερικό για στρατιωτικούς λόγους», αλλά διερωτώνται επίσης, «ποιός είναι ο λόγος να εκτοπίζονται γυναίκες και παιδιά;». Το αντάρτικο στον Πόντο δημιουργείται εκείνη την περίοδο, ως προσπάθεια αυτοάμυνας, διαφύλαξης της ζωής τους.

Ο διοικητής της Τεσκιλάτ ι Μαχρουσά, – αφού έχουν εξοντωθεί οι Αρμένιοι – φτάνει το φθινόπωρο του 1916 στον Πόντο, και οι συστηματικές σφαγές στον Πόντο παρατηρούνται ακριβώς, την ίδια περίοδο που φτάνει εκεί. Κάτι που αποτελεί ακόμη μια ακόμη ένδειξη της στοχευμένης και της οργανωμένης εξόντωσης των Ελλήνων του πόντου. Οι συστηματικές εκτοπίσεις, οι δολοφονίες, οι διώξεις αρχίζουν από το φθινόπωρο του 1916 και εξελίσσονται με σφοδρότητα μέχρι το καλοκαίρι του 1917.

Από τον Απρίλιο του 1916 μέχρι το Φεβρουάριο του 1918 η περιοχή της Τραπεζούντας και ο ανατολικός πόντος καταλαμβάνεται από το ρωσικό στρατό. Στις 15 Μαΐου του 1919 ο Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ αναχωρεί από την Κωνσταντινούπολη και στις 19 Μαΐου φτάνει στην Αμισό, στη Σαμψούντα, με αποστολή να “ειρηνεύσει” την περιοχή από τη δράση ένοπλων συμμοριών. Αυτονομείται από την Υψηλή Πύλη και κάνει ακριβώς το αντίθετο. Δέκα μέρες μετά την άφιξη του, στις 29 Μαΐου συναντιέται στη Χάμσα με τον Τοπάλ Οσμάν, τον τοπικό αρχηγό μουσουλμανικών συμμοριών, ο οποίος δρα κυρίως στην περιοχή της Κερασούντας.

Φαίνεται ότι τον ενισχύει με άνδρες και οπλισμό και του χορηγεί αμνηστία «για όσα έκανε, αλλά και για το μέλλον». Και αυτό φαίνεται πολύ καθαρά στα διπλωματικά αλλά και ιεραποστολικά έγγραφα, όπου όλοι αναρωτιούνται πώς ένας απλός βαρκάρης πριν από μερικά χρόνια, να πραγματοποιεί όλα αυτά τα εγκλήματα ατιμώρητος. Η απάντηση βρίσκεται σε αυτή τη συνάντηση και στην ασυλία που έχαιρε από τον Μουσταφά Κεμάλ. Η δράση του Τοπάλ Οσμάν και των ομάδων του κορυφώνεται από το 1919 και το 1920 και στις περιοχές γύρω από Τραπεζούντα και στον ανατολικό Πόντο.

Ο ίδιος ο Κεμάλ έχει διακριθεί στη μάχη της Καλλίπολης, χαίρει εκτίμησης και καταφέρνει να συσπειρώσει τα απομεινάρια των Τούρκων ατάκτων στο εσωτερικό της Ανατολίας. Ισχυροποιείται το 1921 με τις υπογραφές συνθηκών με τους συμμάχους μας κατά τον Α’ ΠΠ και αργότερα και με τους μπολσεβίκους. Από το τέλος του 1921 μέχρι το Μάιο του 1922 έχουμε το δεύτερο μεγάλο κύμα των σφαγών στον Πόντο».


Ο καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας, Ιάκωβος Μιχαηλίδης τονίζει από τη μεριά του:

«Η γενοκτονία των χριστιανικών πληθυσμών της Ανατολής, υποσύνολό της οποίας είναι και η ποντιακή γενοκτονία, εκτελέσθηκε στη βάση προκαθορισμένου σχεδίου που συνέλαβαν και εκτέλεσαν αρχικά οι Νεότουρκοι και στη συνέχεια οι Κεμαλικοί. Η μετεξέλιξη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε μια εθνική εστία αποκλειστικά για τους Τούρκους είχε ως αποτέλεσμα τη δαιμονοποίηση των διαφορετικών, ανάμεσά τους και των Ελλήνων Ποντίων.

Η απόφαση της εξολόθρευσης των μειονοτήτων που επί αιώνες διαβιούσαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν η δραματική κορύφωση της επικράτησης εθνικιστικού παροξυσμού στη Βαλκανική στις αρχές του 20ου αιώνα. Το πνεύμα αυτό υποδαυλίσθηκε σκόπιμα και από τη Γερμανία, η οποία επιχειρούσε εκείνη την εποχή να διεισδύσει στο χώρο της Μέσης Ανατολής με αιχμή του δόρατος τους οπαδούς της δημιουργίας ενός κοσμικού, εθνικιστικού τουρκικού κράτους.

H απάντηση στο ερώτημα γιατί δεν αναγνωρίζεται η γενοκτονία των Ποντίων είναι σύνθετη. Αφενός στην περίπτωση των Εβραίων ήταν η επιθυμία της παγκόσμιας κοινότητας, αμέσως μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, να μην ξεχάσει τις φρικαλεότητες των Ναζί. Γι' αυτό και η καταδίκη του Ολοκαυτώματος υπήρξε κοινή συνισταμένη και ομόθυμη απόφαση όλων των χωρών της εποχής. Η γενοκτονία των Αρμενίων πάλι υπήρξε αξεπέραστη όσον αφορά τα θύματά της, αφού τα διαθέσιμα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά ως προς το συνολικό αριθμό των νεκρών.

Επιπλέον, οι αρμενικές κοινότητες στο εξωτερικό με την ακτιβιστική τους δράση φρόντισαν να ενημερώσουν τη διεθνή κοινή γνώμη για τις τουρκικές φρικαλεότητες την περίοδο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Σε σχέση λοιπόν με τις παραπάνω περιπτώσεις, το ζήτημα της αναγνώρισης της γενοκτονίας των Ποντίων πράγματι αναδείχθηκε με καθυστέρηση. Σε κάθε περίπτωση τόσο για το Ισραήλ όσο και για την Αρμενία η υπόθεση της γενοκτονίας αποτελεί καθοριστική πτυχή της διαδικασίας συγκρότησης της εθνικής ταυτότητας. Αντίθετα στην περίπτωση της γενοκτονίας των Ποντίων έως πρόσφατα κάτι τέτοιο δεν ίσχυε, γεγονός που είχε τον αντίκτυπό του στη διαχείριση του ζητήματος».

Ο καθηγητής ιστορίας, Ευάνθης Χατζηβασιλείου τονίζει:

«Η έννοια της γενοκτονίας, ειδικά μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και την γενίκευση της συζήτησης περί ανθρωπίνων δικαιωμάτων, έχει γίνει αντικείμενο του Διεθνούς Δικαίου και έχει κριθεί θεμιτή η εφαρμογή της σε πολλές περιπτώσεις. Στην συγκεκριμένη, είναι αδιαμφισβήτητο ότι ασκήθηκε εναντίον των Ελλήνων του Πόντου βία χωρίς διακρίσεις που απέβλεπε στην φυσική εξόντωσή τους, ότι αυτή η βία ασκήθηκε με εντολές από την κεντρική διοίκηση (μπορεί δηλαδή να στοιχειοθετηθεί μια «αλυσίδα» εντολών από πάνω έως κάτω) και ότι αυτή η πολιτική εντασσόταν σε μια ευρύτερη στάση του νεοτουρκικού και αργότερα του κεμαλικού καθεστώτος έναντι των εθνικών μειονοτήτων, με πιο γνωστή διεθνώς την περίπτωση των Αρμενίων».

Τέλος ο καθηγητής του Διεθνούς Δικαίου και της Εξωτερικής Πολιτικής, Άγγελος Συρίγος τονίζει:

«Η γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου ή της Ιωνίας δεν υπήρξε ένα συμπτωματικό, τυχαίο γεγονός. Ήταν συνέχεια ενός ευρύτερου σχεδίου που είχε ξεκινήσει η ηγεσία του νεοτουρκικού κινήματος με σκοπό τη δημιουργία εθνικού κράτους απαλλαγμένου από μη μουσουλμανικά-τουρκικά στοιχεία. Είχε ξεκινήσει κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου με τους Αρμενίους γενικώς και τους Έλληνες της περιοχής της Σμύρνης. Συνεχίσθηκε από το κεμαλικό καθεστώς με την εξόντωση όχι μόνον όλων των Ελλήνων της Ανατολίας αλλά και κάθε χριστιανικού στοιχείου στη δυτική Μικρά Ασία μετά την είσοδο των κεμαλικών στρατευμάτων στη Σμύρνη.

Ενδεικτικό της καταστάσεως είναι το ακόλουθο. Σύμφωνα με την (προβληματική) οθωμανική απογραφή του 1914, οι μη μουσουλμανικοί πληθυσμοί που κατοικούσαν στα εδάφη της σημερινής Τουρκίας ανέρχονταν τουλάχιστον στο 20% του συνολικού πληθυσμού. Μετά το 1922 (και πριν εφαρμοσθεί η συμφωνία περί ανταλλαγής) είχαν μειωθεί στο 2,5%. Δυστυχώς, η Συνθήκη της Λωζάννης σιώπησε για την υπό τραγικές συνθήκες εκκαθάριση των μη μουσουλμανικών πληθυσμών.

Η εκκωφαντική αυτή σιωπή αποτέλεσε έμμεση επιβράβευση των νεοτουρκικών/κεμαλικών πολιτικών κατά των μειονοτήτων. Ουσιαστικά προδιέγραψε την μοίρα όσων μη μουσουλμανικών μειονοτήτων παρέμειναν στην Τουρκία μετά το 1922 με πλέον χαρακτηριστική περίπτωση τους άλλοτε ακμάζοντες Έλληνες της Κωνσταντινουπόλεως, της Ίμβρου και της Τενέδου που σήμερα ανέρχονται σε μερικές εκατοντάδες άτομα».