Άννα Πολιτκόφσκαγια: Νεκρή στα γενέθλια του Πούτιν


Η δημοσιογράφος εκτελέστηκε την ημέρα που ο Ρώσος  ηγέτης γιόρταζε τα 54α γενέθλια του. Πλήρωσε την κριτική στο καθεστώς και τις αποκαλύψεις της για τα όσα συνέβησαν στην Τσετσενία

7 Οκτωβρίου 2006 - 13:30

Η δημοσιογράφος Άννα Πολιτκόφσκαγια μπαίνει στο κτίριο που έμενε, σε κεντρική περιοχή της Μόσχας. Ο εκτελεστής την περίμενε. Μπήκε στο ασανσέρ μαζί της και τη δολοφόνησε με ψυχρό επαγγελματισμό. Τρείς σφαίρες στο σώμα και, όταν πλέον είχε πέσει στο πάτωμα, μια στο κεφάλι για να είναι σίγουρος ότι ολοκλήρωσε την αποστολή που είχε αναλάβει. Άφησε το πιστόλι Makarov εννέα χιλιοστών, το οποίο χρησιμοποίησε, και τους τέσσερις κάλυκες δίπλα στο άψυχο κορμί της δημοσιογράφου.

Η Πολιτόφσκαγια εκτελέστηκε σε ηλικία 48 ετών. Σαν σατανική σύμπτωση (ίσως και όχι) εκείνη την ημέρα ο Βλάντιμιρ Πούτιν γιόρταζε τα 54α γενέθλια του. Μια από τις πλέον αποκαλυπτικές-επικριτικές φωνές για τις τακτικές του είχε σιωπήσει.

Τα πρώτα χρόνια

Οι γονείς της δημοσιογράφου εργάζονταν στον ΟΗΕ ως σοβιετικοί διπλωμάτες. Ο πατέρας ήταν ο Στεπάν Φεντόροβιτς Μαζέπα και μητέρα της η Ραΐσα Αλεξαντρόβα Μαζέπα. Η Άννα Μαζέπα γεννήθηκε το 1958 στη Νέα Υόρκη. Πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της παιδικής της ηλικίας στη Μόσχα και εκεί ήταν που σπούδασε δημοσιογραφία. Παντρεύτηκε τον συμφοιτητή της Αλεξάντερ Πολιτκόφσκι και έκαναν δύο παιδιά, την Βέρα και τον Ιλια. Χρησιμοποιώντας το επίθετο του συζύγου της, το 1982 έπιασε δουλειά στην εφημερίδα Izvetia ως ρεπόρτερ ατυχημάτων. Το 1994 μεταπήδησε στην Obshchaya Gazeta όπου έγραφε άρθρα για τα κοινωνικά προβλήματα που αντιμετώπιζε η Ρωσία. Από το 1999 έγινε βασική αρθρογράφος της εφημερίδας Novaya Gazeta. Παρουσίαζε αποκαλυπτικές έρευνες και ασκούσε κριτική στο καθεστώς.

Ο Πόλεμος της Τσετσενίας

H Πολιτκόφσκαγια ασχολήθηκε επισταμένα με τον Δεύτερο Πόλεμο της Τσετσενίας (1999-2000). Πήγε στην περιοχή και με άρθρα της παρουσίασε τις φρικαλεότητες που συνέβαιναν εκεί. Έγραψε για το πώς οι Καντίροφ εγκαθίδρυσαν ένα καθεστώς τρόμου και αποκάλυψε πως και οι δύο πλευρές δεν έδειξαν κανέναν σεβασμό για τους αμάχους και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Το 2004 συζητούσε με τον πρωθυπουργό της Τσετσενίας Ραμζάν Καντίροφ όταν ένας από τους συνοδούς είπε εκνευρισμένος: «Κάποιος έπρεπε να σε έχει πυροβολήσει στη Μόσχα. Στο δρόμο όπως κάνουν στη Μόσχα σου». Ο Καντίροφ συμπλήρωσε: «Είναι ένας εχθρός που πρέπει να πυροβοληθεί».


«Τους αφήσαμε να δουν τον φόβο μας»

Η δημοσιογράφος ασκούσε ανοιχτά κριτική στον Πούτιν και τις δυνάμεις που συγκέντρωνε γύρω του. Τόνιζε ότι μέσω της υπηρεσίας ασφαλείας (FSB) «περιόριζε τις ελευθερίες και σταδιακά εγκαθίδρυε μια σοβιετικού τύπου δικτατορία».

«Είμαστε εμείς που έχουμε την ευθύνη για τις πολιτικές του Πούτιν. Η κοινωνία έχει δείξει μια δίχως όρια απάθεια. Ο Τσεκισμός (όρος που χρησιμοποιείται στη Ρωσία για τον καθεστωτικό έλεγχο) παγίωσε τη δύναμη του. Τους αφήσαμε να δουν τον φόβο μας τον οποίο μετέφρασαν σαν μια ανάγκη να μας φέρονται σαν κοπάδι. Η KGB σέβεται μόνο τους δυνατούς. Καταπίνει τους αδύναμους. Εμείς πρέπει να το γνωρίζουμε περισσότερο από κάθε άλλο λαό. Πέφτουμε με ταχύτητα πίσω σε μια σοβιετική άβυσσο. Σε ένα πληροφοριακό κενό το οποίο μέσω της δικής μας άγνοιας φέρνει θάνατο. Μας έχει απομείνει μόνο το διαδίκτυο. Για τα υπόλοιπα, αν θες θα εργαστείς ως δημοσιογράφος, είσαι απολύτως στις υπηρεσίες του Πούτιν. Αλλιώς μπορεί να υπάρξει θάνατος, σφαίρες, δηλητήριο ή δίκη. Ό,τι οι υπηρεσίες ασφαλείας, τα σκυλιά που προστατεύουν τον Πούτιν, θεωρήσουν ταιριαστό. Ο κόσμος συχνά μου λέει ότι είμαι πεσιμίστρια και ότι δεν πιστεύω στη δύναμη του ρωσικού λαού. Ότι έχω εμμονή με την αντίθεση μου στον Πούτιν και δεν βλέπω τίποτα πέραν από αυτό. Αν κάποιος πιστεύει ότι μπορεί να παρηγορηθεί από μια αισιόδοξη πρόβλεψη ας το κάνει. Είναι σίγουρα ο ευκολότερος δρόμος αλλά είναι και μια θανατική ποινή για τα εγγόνια μας» είχε γράψει.

Φλερτάροντας με τον θάνατο

Η Πολιτκόφσκαγια είχε καταφέρει να βρει πηγές μέσα στο Κρεμλίνο και αυτό προβλημάτιζε ιδιαίτερα το καθεστώς. Επιχείρησαν να την αποκόψουν και να τη δυσφημήσουν χωρίς όμως να το καταφέρουν. Από την αρχή του Δεύτερου Πολέμου στην Τσετσενία η δημοσιογράφος δεχόταν απειλές για τη ζωή της.

Το 2001 συνελήφθη στην Τσετσενία από Ρώσους στρατιώτες γιατί είχε παρουσιάσει στοιχεία για βασανιστήρια, βιασμούς και στρατόπεδα συγκεντρώσεως. Η ίδια περιέγραφε: «Με συνέλαβαν και με ανέκριναν. Οι νεαροί αξιωματικοί με βασάνισαν. Με χτυπούσαν επιδέξια στα σημεία που πονάς περισσότερο. Κοιτούσαν τις φωτογραφίες των παιδιών μου και έλεγαν ότι θέλουν να τα σκοτώσουν. Αυτό κράτησε για τρεις ώρες. Μετά ήρθε η εικονική εκτέλεση. Ένας υπολοχαγός μου είπε: Πάμε θα σε εκτελέσω. Με έβγαλε έξω από την τέντα στο απόλυτο σκοτάδι. Αφού περπατήσαμε λίγο μου είπε: Είτε είστε έτοιμη, είτε όχι έφτασε η ώρα. Άκουσα ένα τρομερό ήχο πυρών και έπεσα κάτω. Ήταν πολύ χαρούμενος που με είδε τρομαγμένη. Με είχε πάει δίπλα σε έναν εκτοξευτή ρουκετών την ώρα που έριχνε».

Το 2004 κατά τη διάρκεια της ομηρίας στο σχολείο του Μπεσλάν επιχείρησε να λειτουργήσει ως σύνδεσμος και να πείσει τους τρομοκράτες να αφήσουν τα παιδιά. Οι αρχές τη συνέλαβαν και την ανάγκασαν να επιστρέψει στη Μόσχα. Κατά τη διάρκεια της πτήσης της έφεραν τσάι το οποίο περιείχε δηλητήριο. Έχασε τις αισθήσεις της και χρειάστηκε μεγάλο διάστημα για να επανέλθει.

Μιλώντας σε ένα συνέδριο στη Βιέννη, το 2005, ρωτήθηκε για το αν φοβάται για τη ζωή της. «Ο κόσμος κάποιες φορές πληρώνει με τη ζωή του το γεγονός ότι λέει αυτό που πιστεύει. Στην πραγματικότητα κάποιος μπορεί να δολοφονηθεί γιατί μου δίνει πληροφορίες. Δεν είμαι μόνο εγώ λοιπόν που κινδυνεύω. Έχω παραδείγματα που το αποδεικνύουν».

Οι συλλήψεις και οι δίκες

Τους τελευταίους μήνες της ζωής της η Πολιτκόφσκαγια ερευνούσε τους βασανισμούς πολιτών στην Τσετσενία από το καθεστώς Καντίροφ. Είχε συγκεντρώσει υλικό με φωτογραφίες και βίντεο. Το κρατούσε σε σκληρό δίσκο στο σπίτι της. Τον κατέσχεσαν οι αρχές μετά την δολοφονία της και τα στοιχεία χάθηκαν. Μια κάμερα ασφαλείας στο κτίριο της Πολιτκόφσκαγια κατέγραψε τον δολοφόνο, έναν ψηλό, νεαρό, μαυροφορεμένο άνδρα με κασκέτο του μπέιζμπολ που εγκατάλειψε βιαστικά το συγκρότημα κατοικιών. Αρχικά συνελήφθησαν τρία άτομα για την δολοφονία. Ένα τέταρτο, αξιωματικός της FSB, απέφυγε τις κατηγορίες με τις αρχές να υποστηρίζουν ότι δεν διέθεταν επαρκή στοιχεία.

Κυκλοφόρησαν πληροφορίες ότι ένας πολιτικός του Κρεμλίνου είδε δώσει την εντολή για την εκτέλεση. Ένας από τους δικηγόρους των κατηγορουμένων τις επιβεβαίωσε. Το θέμα δεν ερευνήθηκε ποτέ και τον Φεβρουάριο του 2009 οι τρεις κατηγορούμενοι αθωώθηκαν.

Το θέμα έφτασε στο Ανώτατο Δικαστήριο της Ρωσίας που έδωσε εντολή για νέα δική. Τον Αύγουστο του 2011 οι ρωσικές αρχές ανακοίνωσαν ότι είναι κοντά στη εξιχνίαση της υπόθεσης. Συνέλαβαν τον πρώην αστυνομικό, Ντμίτρι Παβλιουτσένκοφ ως τον οργανωτή της εκτέλεσης. Ο Παβλιουτσένκο υποστήριξε ότι ο Τσετσένος, Λομ Αλί Γκαϊτουκάγεφ μιλούσε απευθείας με αυτόν που έδωσε την εντολή εκτέλεσης.

Το 2012 ο Παβλιουτσένκο καταδικάστηκε σε 11 χρόνια φυλάκιση και δύο χρόνια μετά νεο δικαστήριο καταδίκασε ακόμα πέντε άτομα για την υπόθεση (συμπεριλαμβανομένης και της τριάδας που είχε αθωωθεί το 2009). Σύμφωνα με την απόφαση την δολοφονία οργάνωσαν τα τρία αδέλφια Μαχμούντοφ (Ιμπραγκίμ, Ρουστάμ και Ντζαμπραΐλ) από την Τσετσενία. Ο Λομ Αλί Γκαϊτουκάγεφ και ο Σεργκέι Χατζικουμπάρκοφ καταδικάστηκαν ως συνεργοί τους. Ο πρώτος δολοφονήθηκε το 2017 στη φυλακή. Σύμφωνα με πληροφορίες σήμερα φυλακισμένος παραμένει μόνο ο Ρουστάμ Μαχμούντοφ ο οποίος είχε καταδικαστεί σε ισόβια.

Δεν βρέθηκε ποτέ ποιος έδωσε την εντολή για τη δολοφονία της Πολιτκόφσκαγια και στις 7 Οκτωβρίου 2021 το έγκλημα του παραγράφθηκε σύμφωνα με την ρωσική νομοθεσία.


Επίλογος

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Άννα Πολιτκόφσκαγια δολοφονήθηκε ως αποτέλεσμα δύο παραγόντων. Με την έρευνα και τα άρθρα της είχε γίνει... επικίνδυνη ενώ παράλληλα το καθεστώς ένιωθε ότι μπορεί να εκτελέσει μια τόσο διάσημη δημοσιογράφο χωρίς σοβαρές επιπτώσεις στο εσωτερικό της χώρας. Ήταν μια τακτική που είχε ακολουθήσει στο παρελθόν και θα την ακολουθούσε πολλές φορές και στο μέλλον. Είναι απίθανο ο Καντίροφ ή κάποιος Ρώσος ολιγάρχης να έδωσε εντολή εκτέλεσης χωρίς άνωθεν άδεια. Απίθανο είναι επίσης να αποκαλυφθεί η αλήθεια πίσω από τη δολοφονία.

Το γραφείο της Πολιτκόφσκαγια στη Novaya Gazeta παραμένει άδειο. Έχει πάνω τη φωτογραφία της αλλά και φωτογραφίες άλλων δημοσιογράφων της εφημερίδας οι οποίοι επίσης δολοφονήθηκαν. Μια θλιβερή υπενθύμιση ότι η ερευνητική δημοσιογραφία σε χώρες με απολυταρχικό καθεστώς έχει πολλές φορές σκληρό αντίτιμο.