To έγκλημα που έγινε ταινία από τον Χίτσκοκ: Σκότωσαν έναν 14χρονο για να αποδείξουν ότι είναι… υπεράνθρωποι


Το φρικτό έγκλημα των Λίοπολντ και Λεμπ. Δολοφόνησαν έναν 14χρονο για να νιώσουν την έξαψη και να αποδείξουν ότι είναι τόσο έξυπνοι που δεν μπορούν να τους συλλάβουν

Το χαρακτήρισαν έγκλημα του αιώνα. Πάνω στη υπόθεση έγιναν έρευνες, γράφτηκαν βιβλία και βασίστηκε μια πασίγνωστη ταινία. Τράβηξε όλα τα φώτα της δημοσιότητας γιατί κανείς δεν μπορούσε να αποδεχθεί ότι δύο έφηβοι σκότωσαν έναν συμμαθητή τους μόνο και μόνο για να δουν πώς είναι να δολοφονείς κάποιον.

Το σχέδιο

Οι Ρίτσαρντ Λεμπ και Νέιθαν Λίοπολντ ήταν παιδιά εύπορων οικογενειών. Μεγάλωσαν μαζί σε μια γειτονιά του Σικάγο αλλά άρχισαν να κάνουν παρέα στα εφηβικά τους χρόνια. Σύμφωνα με αναφορές σταδιακά η σχέση τους έγινε και σεξουαλική.

Ο Λεμπ ήταν δυναμικός και ιδιαίτερα κοινωνικός σε αντίθεση με τον Λίοπολντ. Ο πρώτος αντιμετώπιζε την ανυπακοή στους νόμους σαν μια επαναστατική δήλωση και ο δεύτερος σαν μια επίδειξη νοητικής ανωτερότητας. Ξεκίνησαν την εγκληματική τους καριέρα με κλοπές αλλά δεν τους ικανοποιούσε το συναίσθημα. Τον Νοέμβριο του 1923 αποφάσισαν πως πρέπει να περάσουν στο επόμενο επίπεδο.

Το αρχικό τους πλάνο ήταν να απαγάγουν κάποιον, να ζητήσουν λύτρα και να τον δολοφονήσουν πνίγοντας τον με ένα σχοινί του οποίου ο καθένας θα κρατούσε τη μία άκρη. Ο πρώτος στόχος ήταν ένας φίλος του Λεμπ αλλά έκριναν ότι το θύμα θα έπρεπε να είναι αδύναμο και μικροκαμωμένο για να μην μπορεί να τους αντισταθεί. Θα έπρεπε επίσης να προέρχεται από πλούσια οικογένεια που μπορεί να πληρώσει λύτρα αλλά και να μένει κάπου κοντά στους δράστες. Ήθελαν να παρακολουθούν από κοντά το χάος που θα προκαλέσουν.

Η δολοφονία

Έγραψαν μια λίστα με πιθανά θύματα και άφησαν την επιλογή στην τύχη. Το απόγευμα της 21ης Μαΐου 1924 η τύχη γύρισε την πλάτη της στον 14χρονο Μπόμπι Φρανκς. Επέστρεφε σπίτι του περπατώντας όταν ο Λεμπ σταμάτησε δίπλα του με το αυτοκίνητο και προσφέρθηκε να τον πάει αυτός. Ο Φρανκς γνώριζε τον Λεμπ αλλά παραξενεύτηκε καθώς το σπίτι του ήταν λίγα τετράγωνα μακριά. «Μπες γιατί θέλω να σου μιλήσω και για τη ρακέτα που έχεις. Θέλω να πάρω μια για τον αδελφό μου» του είπε ο Λεμπ και ο 14χρονος μπήκε στο όχημα το οποίο, όπως αποδείχθηκε, ήταν νοικιασμένο σε ψεύτικο όνομα.

Αν και στη συνέχεια ο ένας κατηγόρησε τον άλλο τα στοιχεία δείχνουν ότι στο τιμόνι καθόταν ο Λίοπολντ, δίπλα του ο Φρανκς και πίσω από τον 14χρονο ο Λεμπ. Ο τελευταίος χτύπησε επανειλημμένα τον Φρανκς στο κεφάλι με ένα σκαρπέλο. Στη συνέχεια του άνοιξαν το στόμα και του έχωσαν ένα πανί στον λάρυγγα. Ο 14χρονος πέθανε μέσα στο αυτοκίνητο.

Κατευθύνθηκαν προς το Χάμοντ της Ιντιάνα, 40χλμ δυτικά του Σικάγο. Περίμεναν να βραδιάσει και στη συνέχεια έγδυσαν τον άψυχο κορμί του Φρανκς και έριξαν υδροχλωρικό οξύ στο πρόσωπο και τα γεννητικά όργανα. Πίστευαν έτσι ότι θα δυσκολέψουν την αναγνώριση του. Στα γεννητικά όργανα γιατί ο 14χρονος είχε υποστεί περιτομή κάτι που την εποχή εκείνη έκαναν μόνο όσοι είχαν εβραϊκή καταγωγή. Έκρυψαν το πτώμα σε έναν αγωγό και έφυγαν.

Στο δρόμο της επιστροφής σταμάτησαν και ταχυδρόμησαν στην οικογένεια του θύματος το σημείωμα για τα λύτρα. Ζητούσαν 10.000 δολάρια. Επιστρέφοντας στο Σικάγο ο Λίοπολντ τηλεφώνησε στο σπίτι του Φρανκς. Απάντησε η μητέρα του 14χρονου και τη είπε: «Είμαι ο Τζορτζ Τζόνσον. Έχουμε απαγάγει τον γιό σου. Οι οδηγίες για τα λύτρα θα ακολουθήσουν». Στη συνέχεια οι δράστες έκαψαν τα ρούχα τους, καθάρισαν το αυτοκίνητο και πέρασαν το βράδυ παίζοντας χαρτιά.

Το… τέλειο σχέδιο καταρρέει

Το πρωί της επόμενης μέρας η οικογένεια του Φρανκς έλαβε το σημείωμα για τα λύτρα. Τους ενημέρωνε ότι θα ακολουθήσει νέο τηλεφώνημα με οδηγίες. Το σχέδιο όμως των Λίοπολντ και Λεμπ είχε ήδη εκτροχιαστεί. Ένα Πολωνός μετανάστης εντόπισε το πτώμα και ακολούθησε η αναγνώριση. Ο Τύπος ενημερώθηκε και σύντομα οι γονείς του 14χρονου έμαθαν για την φρικτή μοίρα του.

Στο «τέλειο» σχέδιο άνοιξε ένα ακόμα ρήγμα όταν η αστυνομία βρήκε κοντά στο σημείο που είχαν κρύψει το πτώμα ένα ζευγάρι γυαλιά με κοκάλινο σκελετό. Δεν ήταν ένα συνηθισμένο μοντέλο και τα πωλούσε μόνο ένα κατάστημα στο Σικάγο. Έτσι οι αρχές κατέληξαν σε μια λίστα με τρία ονόματα, ένα από αυτά ήταν του Νέιθαν Λίοπολντ.

Όταν τον ανέκριναν είπε ότι είχε περάσει τη μέρα του φόνου με τον φίλο του τον Λεμπ ο οποίος το επιβεβαίωσε. Καθώς όμως η έρευνα προχώρησε ο κλοιός έκλεισε γύρω από τους δράστες. Πρώτα η υπηρέτρια του Λίοπολντ αποκάλυψε ότι υπήρχε στο σπίτι μου γραφομηχανή σαν κι αυτή που είχε χρησιμοποιηθεί στο σημείωμα των λύτρων. Στη συνέχεια ο σοφέρ κατέθεσε ότι την ημέρα του φόνου είχε πάει το αυτοκίνητο του Λιόπολντ στο συνεργείο, οπότε δεν θα μπορούσαν να κάνουν βόλτες με αυτό.

Οι δράστες κλήθηκαν για ανάκριση και το πρωινό της 31ης Μαΐου 1924, μόλις δέκα μέρες μετά το έγκλημα, ο Λεμπ ομολόγησε. Τον ακολούθησε, λίγες ώρες μετά και ο Λίοπολντ. Το μόνο που διέφερε στις ομολογίες του ήταν το ποιος οδηγούσε και ποιος χτύπησε τον 14χρονο με το σκαρπέλο. Ο ένας ενοχοποίησε τον άλλο.

Το μεγάλο ερώτημα που προέκυπτε ήταν γιατί σκότωσαν τον Μπόμπι Φρανκς. Προς έκπληξη όλων οι δράστες μίλησαν για την πίστη τους ότι είναι υπεράνθρωποι και μέσω ενός «τέλειου εγκλήματος» θα αποδείκνυαν την ανωτερότητα τους. Ήθελαν επίσης να νιώσουν την έξαψη μιας δολοφονίας. Όπως όμως δήλωσε ο Λίοπολντ «τελικά ένιωθα το ίδιο με πριν».

Αγχόνη ή ισόβια;

Ο κατήγορος Ρόμπερτ Κρόουι δεν έκρυψε την πρόθεση του να οδηγήσει τους δύο δράστες στην αγχόνη. Οι πλούσιες οικογένειες τους προσέλαβαν ως δικηγόρο υπεράσπισης τον Κλάρενς Ντάροου, έναν κορυφαίο ποινικολόγο της εποχής και φανατικό πολέμιο της θανατικής ποινής.

Όλοι θεωρούσαν πως ο Ντάροου θα επιχειρήσει να πείσει το δικαστήριο ότι οι πελάτες του είναι παρανοϊκοί. Αυτός όμως εξέπληξε τους πάντες όταν δήλωσε ότι οι Λίοπολντ και Λεμπ δηλώνουν ένοχοι. Ήταν μια κίνηση στρατηγικής ώστε την ποινή να μην την αποφασίσουν οι ένορκοι αλλά ο δικαστής Τζον Κάβερλι. Ο Ντάροου γνώριζε ότι δικαστής ήταν γνωστός για την επιείκεια του και δύσκολα θα καταδίκαζε τους δύο νεαρούς σε θάνατο.

Με μια αριστοτεχνική αγόρευση οκτώ ωρών ο Ντάροου ζήτησε από τον δικαστή να μην στερήσει τη ζωή των δύο δραστών αλλά να τους καταδικάσει σε ισόβια. Στάθηκε στην νεαρή τους ηλικία, την αυστηρή ανατροφή που τους έκανε αντικοινωνικούς, αλλά και τις εμμονές που τους δημιούργησε η φιλοσοφία του Νίτσε περί υπερανθρώπου. Μίλησε για τα προβλήματα που τους δημιουργούσε η σεξουαλικότητα τους και τον εθισμό τους στο αλκοόλ. «Δεν θα ήταν δίκαιο να τους θεωρήσουμε απολύτως υπεύθυνους για τις πράξεις τους και η επιβολή της θανατικής ποινής δεν θα πετύχαινε τίποτα άλλο από το να ικανοποιήσει την δίψα για αίμα του κοινού» τόνισε ο Ντάροου.

Ο δικαστής χρειάστηκε 15 μέρες για να καταλήξει σε απόφαση αλλά τελικά συμφώνησε με τον δικηγόρο υπεράσπισης. Στις 10 Σεπτεμβρίου 1925 καταδίκασε τους Λίοπολντ και Λεμπ σε ισόβια για τη δολοφονία συν 99 χρόνια για την απαγωγή.

Ένα ξυράφι για τον Λεμπ, μια κανονική ζωή για τον Λίοπολντ

Οι καταδικασμένοι μεταφέρθηκαν στη φυλακή Τζολιέτ στο Ιλινόι και μετά στο Στέιτβιλ. Περνούσαν μαζί τις μέρες τους μέχρι την 28η Ιανουαρίου 1936. Ο κρατούμενος Τζέιμς Ντέι επιτέθηκε με ξυράφι στον Λεμπ καταφέρνοντας του πάνω από 50 χτυπήματα. Υποστήριξε ότι ο Λεμπ του έκανε σεξουαλικές προτάσεις και τον εξόργισε. Τα στοιχεία δείχνουν ότι μάλλον έγινε το αντίθετο. Ο Ντει πλησίασε ερωτικά τον Λεμπ ο οποίος τον απέρριψε. Εξοργισμένος ο Ντέι του επιτέθηκε με το ξυράφι.

Ο Λίοπολντ έσπευσε να δώσει αίμα για τον σύντροφο του αλλά τον απέρριψαν. Ο Ρίτσαρντ Λεμπ πέθανε τελικά από τα τραύματα σε ηλικία 30 ετών. Ο Ντέι αθωώθηκε για το έγκλημα.

Ο Λιόπολντ έγινε υπόδειγμα φυλακισμένου και βοήθησε πολύ στο να βελτιωθεί η καθημερινότητα των κρατουμένων στο Στέιτβιλ. Το 1994 πήρε εθελοντικά μέρος σε πειράματα για την καταπολέμηση της ελονοσίας. Τον Μάρτιο του 1958 του δόθηκε αναστολή της ποινής του και αποφυλακίστηκε. Την ίδια χρονιά εξέδωσε την αυτοβιογραφία του με τίτλο «Life Plus 99 Years» που έγινε best-seller.

Στα 53 του πλέον, έχοντας περάσει 33 χρόνια στη φυλακή, ο Λίοπολντ μετακόμισε στο Πουέρτο Ρίκο. Εκεί σπούδασε και παντρεύτηκε. Πέθανε στις 29 Αυγούστου 1971 από καρδιακή προσβολή σε ηλικία 66 ετών. Θεωρείται παράδειγμα σωφρονισμού.

Από το Rope στο Compulsion

Το «έγκλημα του αιώνα» αποτέλεσε έμπνευση για πολλά βιβλία, θεατρικά έργα και ταινίες. Πέντε χρόνια (1929) μετά το έγκλημα, ανέβηκε το θεατρικό «Rope». Το διασκεύασε το 1948 ο Άλφρεντ Χίτσκοκ και το μετέφερε στο σινεμά με πρωταγωνιστή τον Τζέιμς Στίουαρτ.

Το 1953 ο Αμερικάνος συγγραφέας Μέγερ Λέβιν έγραψε το μυθιστόρημα «Compulsion» που ήταν βασισμένο στην υπόθεση. Ο Λιόπολντ κατέθεσε ασφαλιστικά μέτρα γιατί δεν είχε δώσει έγκριση αλλά το βιβλίο κυκλοφόρησε. Το 1956 μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη με τον ίδιο τίτλο.

Επίλογος

Όπως δυστυχώς συνήθως συμβαίνει σε τέτοιες υποθέσεις το θύμα πέρασε σε δεύτερη μοίρα. Ο Μπόμπι Φρανκς (φωτό) ήταν ένα πανέξυπνο παιδί γεμάτο καλοσύνη. Κατά τη διάρκεια ενός σχολικού διαγωνισμού ο Μπόμπι αγόρευσε κατά της θανατικής ποινής. «Μόνο ο Θεός επιτρέπεται να παίρνει την ανθρώπινη ζωή. Η τιμωρία πρέπει να είναι αναμορφωτική, όχι εκδικητική» τόνισε. Τα επιχειρήματα του Μπόμπι έδωσαν στην ομάδα του τη νίκη στον διαγωνισμό. Μόλις δύο εβδομάδες μετά θα τον δολοφονούσαν.