Πίσω από τη μουσική που «έντυνε» τις κωμωδίες του «καλού μας ανθρώπου» βρίσκεται ένας Αμερικανός ο οποίος έκανε μεγάλη καριέρα διακωμωδώντας κλασικά και δημοφιλή κομμάτια. Έφυγε από τη ζωή νέος αλλά η κληρονομία του είναι ζωντανή έως σήμερα
Ξεκαρδιστικές
ατάκες, εξωφρενικές καταστάσεις, αξέχαστοι χαρακτήρες αλλά και μια μουσική που
έντυνε ιδανικά τις ταινίες. Ο λόγος για τις κωμωδίες του Θανάση Βέγγου, ο οποίος
ήταν από τους πρώτους στον παλιό ελληνικό κινηματογράφο που χρησιμοποίησε
μουσική σαν ένα τύπο εφέ το οποίο ενισχύει το τελικό αποτέλεσμα.
Ο
χαρακτηριστικός ήχος όταν ο Βέγγος κοιμάται ή νυστάζει, η μουσική σε σκηνές
παράνοιας και τα διάφορα «τρελά» ηχητικά εφέ είναι πλέον συνυφασμένα με τις κωμωδίες
του «καλού μας ανθρώπου». Ποιος «κρύβεται» όμως πίσω από τα συγκεκριμένα
κομμάτια;
Μετρ της μουσικής
διακωμώδησης
Επηρεασμένος
από αμερικανικές κωμωδίες ο Βέγγος αποφάσισε να βάλει ήχο στις ταινίες του και
χρησιμοποίησε τη μουσική του Σπάικ Τζόουνς και της μπάντας του.
Ο Λίντλεϊ Άρμστρονγκ
Τζόουνς γεννήθηκε τον Δεκέμβριο του 1941 στο Λονγκ Μπιτς της Καλιφόρνια. Από μικρή
ηλικία ο πατέρας του (ο οποίος εργαζόταν στους σιδηροδρόμους) τον αποκαλούσε «Σπάικ»
γιατί ήταν λεπτός σαν ένα καρφί που μπαίνει στις σιδηροδρομικές ράγες. Σε ηλικία
11 ετών του πήραν δώρο ντραμς και ο έρωτας με την μουσική ήταν κεραυνοβόλος. Έφτιαξε
τη δική του μπάντα κι ένας μάγειρας του έμαθε να χρησιμοποιεί σκεύη και μαχαιροπίρουνα
σαν μουσικά όργανα.
Η ορχήστρα του ονομαζόταν «Spike Jones and His City Slickers» και παρωδούσε δημοφιλή τραγούδια της εποχής αλλά και κομμάτια κλασικής μουσικής. Χρησιμοποιώντας ήχους πυροβολισμών, σφυρίχτρες, κουδούνια, κωμικά φωνητικά, ακόμα και λόξιγκες, ρεψίματα και φτερνίσματα ο Τζόουνς δημιούργησε ένα είδος μουσικής κωμωδίας. Έγινες ευρέως γνωστός και από το 1945 έως το 1949 είχε τη δική του εκπομπή στον ραδιοφωνικό σταθμός του NBC. Το Φθινόπωρο του 1948 ο Τζόουνς και η μπάντα τους βρέθηκαν στο Νο 1 με το τραγούδι «All I Want for Christmas Is My Two Front Teeth». Συμμετείχαν επίσης σε κάποιες ταινίες του Χόλιγουντ αλλά και τηλεοπτικές παραγωγές.
Το άδοξο τέλος
Από τις αρχές
του 1950 το άστρο του Τζόουνς άρχισε να δύει. Επιχείρησε να παίξει «σοβαρή»
μουσική, κυκλοφόρησε έναν δίσκο για παιδιά και ηχογράφησε κωμικά κείμενα. Δεν
κατάφερε όμως να επανέλθει στο προσκήνιο.
Ο Τζόουνς
ήταν μανιώδης καπνιστής (κάπνιζε 4-5 πακέτα την ημέρα) σε μια εποχή που ακόμα
και γιατροί δεν θεωρούσαν το τσιγάρο πρόβλημα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να αποκτήσει
διάφορα αναπνευστικά προβλήματα, συμπεριλαμβανομένου του εμφυσήματος. Στα
τελευταία χρόνια της ζωής του κυκλοφορούσε πάντα με μια μπουκάλα οξυγόνο. Την
έπαιρνε μαζί του και στη σκηνή και έπαιζε μόνο ντραμς χωρίς να σηκωθεί όρθιος.
Πέθανε την Πρωτομαγιά του 1965 σε ηλικία μόλις 53 ετών. Είχε παντρευτεί τρεις
φορές και είχε αποκτήσει τρία παιδιά.
Μια μουσική τόσο οικεία, ένα όνομα άγνωστο
Ο Σπάικ
Τζόουνς δεν έμαθε ποτέ ότι ένας κωμικός έκανε στην Ελλάδα διαχρονική τη μουσική
του. Ο Θανάσης Βέγγος χρησιμοποιώντας αποσπάσματα από την παρωδία του κλασικού «Liebestraum No. 3» του Φραντς Λιστ, το Tchaikovsky
Medley και φυσικά το William Tell Overture (θα το ακούσετε και θα καταλάβετε τι
εννοούμε) έκανε τη μουσική του Σπάικ Τζόουνς τόσο οικεία για τους Έλληνες, ακόμα
και αν δεν γνωρίζουν το όνομα του Αμερικάνου μουσικού.