Ανατριχίλα: Οι δολοφόνοι που άνοιξαν τα δώρα της οικογένειας πριν τη σκοτώσουν (VIDEO)


Η υπόθεση της δολοφονίας της οικογένειας Τίντι. Πριν το φρικτό έγκλημα οι δράστες τράβηξαν βίντεο να ανοίγουν τα δώρα μπροστά στο χριστουγεννιάτικο δέντρο

Εκ πρώτης όψης μοιάζει με ένα τυπικό χριστουγεννιάτικο-οικογενειακό βίντεο. Ένας άντρας ανοίγει δώρα μπροστά στο χριστουγεννιάτικο δέντρο και στο υπόβαθρο ακούγεται μια άλλη ανδρική φωνή. Φαινομενικά πρόκειται για δύο φίλους ή συγγενείς που ανοίγουν τα δώρα τους, στην πραγματικότητα βλέπουμε δύο ψυχρούς δολοφόνους σε ένα από τα πιο ανατριχιαστικά ντοκουμέντα στην ιστορία της εγκληματολογίας. Αυτή είναι η συγκλονιστική ιστορία των φόνων των Τίντι.

Θύματα και δράστες

Η οικογένεια Τίντι ζούσε στο Τέξας και περνούσε σχεδόν κάθε Χριστούγεννα στο απομονωμένο εξοχικό της στα βουνά κοντά στο Όκλεϊ της Γιούτα. Το 1990 ο Ρολφ η Κέι Τίντι, οι κόρες τους (η 20χρονη Λινέι και η 16χρονη Τρίσια) και η μητέρα της Κέι, η 76χρονη Μπεθ Ποτς πήγαν στο εξοχικό. «Ήταν το αγαπημένο μέρος της μητέρας μου και η απόδραση που ονειρευόταν η οικογένεια μας όλο τον χρόνο. Ανυπομονούσαμε να πάμε στο εξοχικό να χαλαρώσουμε, να παίξουμε με τα χιόνια να και να είμαστε όλοι μαζί» λέει η Λινέι.

Οι Φον Λέστερ Τέιλορ και Έντουαρντ Στίβεν Ντέλι ήταν γνωστοί των αστυνομικών αρχών για ληστείες και επιθέσεις. Εκείνη την περίοδο μάλιστα ο Τέιλορ είχε αποφυλακιστεί με αναστολή και βρισκόταν υπό καθεστώς επιτήρησης. Παραβίασε τους όρους, συναντήθηκε με τον Ντέλι και ανέβηκαν στο βουνό με σκοπό να διαρρήξουν απομονωμένες κατοικίες.

Η εισβολή και το βίντεο

Το εξοχικό των Τίντι προσέλκυσε τους δυο ληστές. Εισέβαλαν στο σπίτι στις 22 Δεκεμβρίου 1990 και διαπίστωσαν ότι δεν υπήρχε κανείς μέσα. Η οικογένεια είχε επισκεφθεί το Σολτ Λέικ Σίτι. Με μια βιντεοκάμερα, που βρήκαν στο σπίτι, οι Τέιλορ και Ντέλι  κατέγραψαν το ανατριχιαστικό ντοκουμέντο με το  άνοιγμα των δώρων. Ο Τέιλορ είναι αυτός που ανοίγει τα κουτιά και η φωνή ανήκει στον Ντέλι.

Εν ψυχρώ

Λίγες ώρες μετά την εισβολή η οικογένεια επέστρεψε στο εξοχικό. «Μπήκα πρώτη στο εξοχικό και είδα έναν άντρα να με σημαδεύει με πιστόλι. Ένας δεύτερος, επίσης οπλισμένος, εμφανίστηκε μέσα από την κρεβατοκάμαρα. Με ρώτησαν ποιοι είναι μαζί μου.

Η γιαγιά και η μαμά μπήκαν στο σπίτι και βρέθηκαν αντιμέτωπες με τους δύο άντρες. Η μαμά τους ρώτησε τι θέλουν. Προσπαθούσε να τους μιλήσει και ο ένας άντρας απλά άρχισε να την πυροβολεί. Έπεσε στο πάτωμα και κρατούσε το στήθος της. Στη συνέχεια είδα να πέφτει και η γιαγιά μου» αφηγείται η Λινέι Τίντι. Η μητέρα και η γιαγιά της πέθαναν επί τόπου.

Λίγο μετά στο εξοχικό έφτασε ο Ρολφ και η Τρίσια Τίντι. «Είδαμε αυτό τον άντρα να κρατά την αδελφή μου και να έχει κολλημένο στην πλάτη της ένα πιστόλι. Ο άλλος, που φορούσε μάσκα του σκι, μας απείλησε με όπλο. Μας είπαν να μην φωνάξουμε. Ο μπαμπάς τους ρώτησε τι θέλουν. Του είπαν ότι θέλουν λεφτά και ο μπαμπάς άνοιξε το μπουφάν του για να βγάλει το πορτοφόλι του και ο ένας από τους άντρες είπε: Ρίξτου!

Αυτός με τη μάσκα σημάδεψε αλλά ήταν φανερό ότι δεν μπορούσε. Ο άλλος λοιπόν, που κρατούσε την αδελφή μου, έστρεψε το όπλο στον μπαμπά. Οι πρώτες δύο σφαίρες αστόχησαν αλλά η τρίτη τον πέτυχε και ο μπαμπάς έπεσε. Έτρεξα προς τη Λινέι και τη ρώτησα: Η μαμά, η γιαγιά; Μου κούνησε αρνητικά το κεφάλι» θυμάται η Τρίσια Τίντι.


Η συνάντηση με τον θείο

Οι δολοφόνοι ανάγκασαν τις αδελφές (φωτό πάνω) να τους βοηθήσουν να φορτώσουν στα snowmobiles όσα πολύτιμα αντικείμενα είχαν μαζέψει από το σπίτι. Πριν φύγουν έριξαν βενζίνη στο σπίτι και τα τρία σώματα και έβαλαν φωτιά. Τα δύο κορίτσια τα πήραν μαζί τους.

Η απόσταση από το εξοχικό ως τον κεντρικό δρόμο ήταν περίπου 5χλμ. Το σχέδιο των δολοφόνων ήταν να πάνε μαζί με τα κορίτσια ως το αυτοκίνητο της οικογένειας και να τις απαγάγουν.

Στο δρόμο προς το αυτοκίνητο τα δύο κορίτσια είδαν ένα snowmobile να έρχεται από την αντίθετη κατεύθυνση. Ήταν ο θείος τους Ράντι Ζορν που πήγαινε το εξοχικό για να επισκεφθεί την οικογένεια. Τον αναγνώρισαν αλλά, παρότι τις χαιρέτισε, δεν ανταποκρίθηκαν. «Δεν θέλαμε να καταλάβουν ότι τον γνωρίζαμε γιατί θα τον πυροβολούσαν κι αυτόν» λέει ο Λινέι.

Ο Ράντι παραξενεύτηκε από τη στάση των κοριτσιών αλλά συνέχισε την πορεία προς το σπίτι.

Η σύλληψη

«Μας έβαλαν στο οικογενειακό μας αυτοκίνητο και ξεκινήσαμε. Ξέραμε ότι ο Ράντι μας είχε δει και σύντομα θα καταλάβαινε ότι κάτι δεν πάει καλά. Έπρεπε λοιπόν να τους καθυστερήσουμε. Τους είπα ότι πρέπει να πάω στην τουαλέτα. Με προειδοποίησαν πως αν κάνω κάτι περίεργο θα σκοτώσουν την αδελφή μου. Σταμάτησαν σε ένα βενζινάδικο αλλά τελικά αποφάσισαν να μην με αφήσουν. Συνεχίσαμε την πορεία μας προς την πόλη και συναντηθήκαμε με ένα περιπολικό. Οι δολοφόνοι αγχώθηκαν και όταν είδαν το περιπολικό να γυρίζει και να μας ακολουθεί τότε τρόμαξαν. Σύντομα εμφανίστηκε κι άλλο περιπολικό. Ξεκίνησε η καταδίωξη μέχρι που ο οδηγός έχασε τον έλεγχο και το αυτοκίνητο μας έπεσε σε ένα χαντάκι. Τα περιπολικά μας περικύκλωσαν και οι δύο άντρες φώναζαν να φύγουν γιατί θα μας σκότωναν. Τελικά παραδόθηκαν. Πήγαμε στους αστυνομικούς και τους είπαμε ότι αυτοί οι δύο σκότωσαν την οικογένεια μας» αφηγείται η Τρίσια ενώ η Λινέι προσθέτει: «Ούρλιαζα ότι σκότωσαν την οικογένεια μας και ζητούσα από τους αστυνομικούς να τους σκοτώσουν».

Επέζησε σαν από θαύμα

Όταν έγινε η σύλληψη τα κορίτσια δεν γνώριζαν ότι οι αρχές είχαν ειδοποιηθεί από τον πατέρα τους. Παρά τη σφαίρα που είχε δεχθεί και τα εγκαύματα από τη φωτιά, ο Ρολφ Τίντι είχε επιζήσει. Σύρθηκε έξω από το σπίτι, ανέβηκε σε ένα snowmobile και συνάντησε τον Ράντι Ζορν. «Το πρόσωπο του είχε πρηστεί και ήταν τεράστιο. Γεμάτο αίματα και πραγματικά τεράστιο. Τα μάτια του πρησμένα, ήταν σε πολύ κακή κατάσταση. Όταν με είδε μου είπε: Με πυροβόλησαν. Η γυναίκα μου είναι νεκρή και απήγαγαν τις κόρες μου. Αμέσως σκέφτηκα πώς να σώσω τα κορίτσια και να μεταφέρω τον Ρολφ σε νοσοκομείο» τονίζει ο Ράντι Ρολφ.

Η καταδίκη

Στη δίκη αποδείχθηκε ότι ο Τέιλορ είχε τηλεφωνήσει από το εξοχικό των Τίντι σε έναν φίλο του. «Σχεδιάζω να πυροβολήσω κάποιους» του είχε πει. Όλοι πάγωσαν όταν αποκαλύφθηκε το βίντεο και πλέον το μοναδικό ερώτημα ήταν ποια ποινή θα επέβαλε το δικαστήριο. Ο Ντέλι καταδικάστηκε τελικά σε ισόβια χωρίς δυνατότητα αναστολής. Στον Τέιλορ επιβλήθηκε η ποινή του θανάτου. Με συνεχείς εφέσεις έχει καταφέρει να αναβάλει την εκτέλεση του ως σήμερα.