Δεκαέξι χρόνια σε κώμα χωρίς κανείς να ξέρει ποιος είναι




Η συγκλονιστική ιστορία ενός ανθρώπου που βρίσκεται σε κώμα και για 16 χρόνια κανείς δεν ήξερε ποιος είναι. Μέχρι που μια δημοσιογράφος ανέλαβε δράση


Τα μάτια του κοιτούν στο ταβάνι. Από τον λαιμό του βγαίνει ένας σωλήνας που τον βοηθά να αναπνεύσει. Από την κοιλιά του βγαίνει ακόμα ένας. Από εκεί λαμβάνει απευθείας στο στομάχι του την τροφή του πολτοποιημένη και τα φάρμακά του. Κανείς δεν ξέρει ποιος είναι εδώ και 16 χρόνια που βρίσκεται σε αυτήν την κατάσταση. Οι νοσοκόμες τον φωνάζουν απλώς «Γκάραζ 66», ένα όνομα που όπως λένε πήρε από ένα γκαράζ που βρισκόταν δίπλα στο σημείο του ατυχήματός του. Πολλά όμως θα αλλάξουν από τη στιγμή που η δημοσιογράφος Τζόαν Φαριόν βρέθηκε μπροστά τον άγνωστο άντρα.

Ο Γκαράζ 66

Η Τζόαν Φαριόν είναι μια Αμερικανίδα ερευνήτρια-δημοσιογράφος για τουλάχιστον δύο δεκαετίες που εστιάζει σε θέματα υγείας και ανθρώπων που βρίσκονται κοντά στο θάνατο. Το 2014 βρέθηκε στην Villa Coronado Skilled Nursing Facility, μια κλινική φροντίδας στην Καλιφόρνια, κάνοντας μια μεγάλη έρευνα για τους ανθρώπους που ζουν για χρόνια με μηχανική υποστήριξη. Ύστερα από έναν χρόνο που επισκεπτόταν την κλινική, ο διευθυντής Εντ Κιρκπάτρικ πήρε την απόφαση να την οδηγήσει στο δωμάτιο 20.

Εκεί, σε ένα κρεβάτι βρισκόταν τα τελευταία 16 χρόνια ένας μικρόσωμος άντρας που τον ήξεραν μόνο με το όνομα «Γκαράζ 66». Αυτό ήταν το όνομα που έγραφε το βραχιολάκι στο χέρι, το όνομα στην πόρτα του δωματίου, στην πινακίδα πάνω από το κρεβάτι και το όνομα με το οποίο όλοι τον αποκαλούσαν. Ο Κιρκπάτρικ μοιράστηκε με την Φαριόν τα λίγα που ήξερε για τον μυστηριώδη «Γκαράζ»: το 1999 είχε τραυματιστεί σε ένα τροχαίο στην έρημο της Καλιφόρνια κοντά στα σύνορα των ΗΠΑ με το Μεξικό. Όταν οι διασώστες έφτασαν βρήκαν πάνω του μόνο μια μεξικανική κάρτα τηλεφώνου και λίγα πέσος κι έτσι υπέθεσαν ότι πρόκειται για έναν από τους πολλούς Μεξικανούς μετανάστες που μπαίνουν στις ΗΠΑ παράνομα. Βαριά τραυματισμένο τον μετέφεραν με ελικόπτερο στο νοσοκομείο του Σαν Ντιέγκο και όταν πια δεν υπήρχε καμία ελπίδα πλήρους ανάρρωσής του τον μετέφεραν στην Villa.

«Είναι ένα ανθρώπινο πλάσμα και 16 χρόνια είναι πολύς καιρός για να μην ξέρουμε ποιος είναι. Θα χρειαστούμε το CSI για να  βγάλουμε άκρη!», είπε ο Κιρκπάτρικ στην Φαριόν.

Το όνομα «Γκαράρ 66», σύμφωνα με τον Κιρκπάτρικ προήλθε από ένα μέρος δίπλα στον τόπο του ατυχήματος, κάτι όμως που δεν θα αποδεικνυόταν αληθινό στη συνέχεια. Ο «Γκαράζ» ήταν σε κατάσταση «φυτού» κάτι που σήμαινε ότι δεν είχε καμία επικοινωνία και συναίσθηση του περιβάλλοντος γύρω του ή ακόμα και του ίδιου του εαυτού του. Όπως λέει η Φαριόν κάθε φορά που τον έβλεπε σκεφτόταν ότι δεν είναι ένας πραγματικός άνθρωπος με σκέψεις ή συναισθήματα. Μέχρι που μια μέρα στις αρχές του 2015 της χαμογέλασε.



Παρόλο που η Φαριόν με την μακρά της εμπειρία στο χώρο αυτό ήξερε ότι πολλές φορές κινήσεις όπως ένα χαμόγελο μπορεί να οφείλονται σε αυτόματες συσπάσεις των νεύρων, το χαμόγελο του Γκαράζ τη συγκλόνισε. Ήταν σίγουρη ότι ο Κιρκπάτρικ έκανε λάθος και ότι ο πραγματικός «Γκαράζ» κατοικούσε ακόμα μέσα σε αυτό το σώμα. Αυτό ήταν το μόνο που χρειαζόταν για να ξεκινήσει μια έρευνα που θα κρατούσε δύο χρόνια και θα έφερνε στο φως όλη την αλήθεια.

Η ζωή στο δωμάτιο 20

Η Φαριόν πριν καν ξεκινήσει την έρευνά της επισκεπτόταν συχνά το δωμάτιο 20 και τον Γκαράζ ζώντας μαζί του την ρουτίνα της καθημερινότητάς του, ενώ προσπαθούσε να καταλάβει αν ο Γκαράζ είχε συναίσθηση της παρουσίας της.

Καθημερινά οι νοσοκόμες τον πλένουν και τον μετακινούν, ενώ τον «ταΐζουν» υγρή τροφή μέσα από έναν σωλήνα που πηγαίνει απευθείας στο στομάχι του. Από εκεί του χορηγούν και τα επτά διαφορετικά φάρμακα που πρέπει να παίρνει, μεταξύ των οποίων και ένα αντικαταθλιπτικό. Αρκετές φορές την ημέρα, μέχρι και δέκα, μια νοσοκόμα έρχεται και με μια ειδική συσκευή που τοποθετείται απευθείας μέσα στο λαιμό του από τον σωλήνα που βγαίνει από αυτόν ρουφάει το σάλιο που συσσωρεύεται στον οισοφάγο του επειδή ο ίδιος δεν μπορεί να καταπιεί μόνος του. Είναι μια διαδικασία επώδυνη που ο Γκαράζ απεχθάνεται αλλά αν δεν γίνει θα πνιγεί από το ίδιο του το σάλιο και θα πεθάνει. Η Φαριόν βρέθηκε μαζί του πολλές φορές σε αυτή τη διαδικασία βλέποντάς τον να κοκκινίζει και να φουσκώνει στο πρόσωπο. Κάποια στιγμή ξεκίνησε να μετράει στα ισπανικά – τις μόνες λέξεις που ξέρει στη γλώσσα αυτή – κάτι που έμοιαζε να ηρεμεί τον Γκαράζ: Uno, dos, tres, cuatro, cinco.

Όπως λέει η Φαριόν έμοιαζε να ανακτά και να χάνει την συναίσθηση από τη μια στιγμή στην άλλη. Μερικές φορές χαμογελούσε σαν μικρό παιδί και άλλες κοιτούσε ασταμάτητα το ταβάνι χτυπώντας το δεξί του πόδι στη γωνία του κρεβατιού για ώρες. Κάποιες μέρες έμοιαζε κατατονικός και κάποιες άλλες κοιτούσε τα πάντα γύρω του με ανοιχτά μάτια σα να τα έβλεπε όλα για πρώτη φορά.

Κάθε φορά που έπρεπε να αφήσει το κρεβάτι έμοιαζε να το μισεί. Όταν οι νοσοκόμες κάποιες φορές τον μετέφεραν για να τον πλύνουν σε μια μπανιέρα αυτός άρχιζε να κλωτσάει και όταν τελικά καθόταν στο ειδικό καροτσάκι του έτρεχαν δάκρυα από τα μάτια του. Μια μέρα η Φαριόν τον πήγε βόλτα με αυτό το καροτσάκι στην αυλή, όμως ο δυνατός θόρυβος από τα αυτοκίνητα, το αεράκι και ο φωτεινός ουρανός τον τρόμαξαν. «Δεν σταματούσαν να τρέχουν δάκρυα από τα μάτια του κι έτσι τον πήγα πάλι στο κρεβάτι του», θυμάται η Φαριόν.

Η έρευνα

Έχοντας γνωρίσει τόσα πολλά για τον «Γκαράζ 66» που βρισκόταν μέσα στο δωμάτιο 20, η Φαριόν ξεκίνησε την προσπάθειά της για να μάθει σχετικά με τον άντρα που ήταν κάποτε ο «Γκαράζ» έξω από αυτό.

Όσο η Φαριόν δεν ήταν μαζί με τον Γκαράζ ταξίδευε ως την κοιλάδα Ιμπέριαλ της Καλιφόρνια, πολύ κοντά στα σύνορα με το Μεξικό. Εκεί, βρίσκονται εκατοντάδες χωράφια με φρούτα και λαχανικά στα οποία δουλεύουν κατά κύριο λόγο εργάτες που έχουν εισέλθει στην χώρα παράνομα. Σε ένα τέτοιο χωράφι πήγαινε και ο Γκαράζ την ημέρα του ατυχήματος.

Η Φαριόν κατάφερε να βρει τη δεκαεξασέλιδη αναφορά της αστυνομίας από το ατύχημα στο οποίο εμπλεκόταν ο Γκαράζ. Παρόλο που η αστυνομία είχε πλέον καταστρέψει τις συγκεκριμένες αναφορές, η Φαριόν εντόπισε ένα μη επεξεργασμένο αντίγραφο στο Δημόσιο Αρχείο της κομητείας Ιμπέριαλ. Μέσα από αυτήν την αναφορά κατάφερε να φτάσει στην αλήθεια.

Το ατύχημα

Μόλις είχε ξημερώσει το πρωί της Πέμπτης 10 Ιουνίου 1999 όταν ο Γκαράζ και τουλάχιστον τρεις ακόμα άντρες ανέβηκαν στην καρότσα ενός αγροτικού και κρύφτηκαν κάτω από μια στοίβα με βαλίτσες. Την εποχή εκείνη στα περισσότερα σημεία των συνόρων υπήρχε μόνο ένας μικρός φράχτης ή ακόμα και τίποτα για να χωρίζει τα σύνορα κι έτσι η διάσχισή τους ήταν εύκολη υπόθεση.
Ο οδηγός ξεκίνησε παίρνοντας την οδό  Bowker και 15 χιλιόμετρα βόρεια των συνόρων έφτασε σε ένα σταυροδρόμι, όπου έπρεπε να σταματήσει. Όμως, αντί να σταματήσει πάτησε γκάζι πέφτοντας με δύναμη πάνω σε ένα Toyota Celica, στο οποίο επέβαιναν δύο Μεξικανοί μετανάστες που πήγαιναν για δουλειά σε μια κοντινή φάρμα.

«Πήγαινε πολύ γρήγορα, σχεδόν με 80 χλμ., ενώ από πίσω ερχόταν ένα αυτοκίνητο της Συνοριοφυλακής. Τους κυνηγούσαν», θυμάται ο Γκρεκόριο Μέντεζ, ο συνοδηγός του Toyota.
Το αγροτικό τούμπαρε και προσγειώθηκε στο πλάι. Τουλάχιστον εννιά άτομα επέβαιναν σε αυτό, μαζί με τον οδηγό, ο οποίος μαζί με άλλους τέσσερις βγήκαν και άρχισαν να τρέχουν μακριά. Οι άλλοι τέσσερις ήταν πολύ τραυματισμένοι για να δραπετεύσουν. Οι δυο είχαν σπάσει τη μέση τους, ενώ ο τρίτος έπεσε πάνω στο διαχωριστικό κράσπεδο και πέθανε μια μέρα μετά. Ο τέταρτος ήταν γεμάτος αίματα και χωρίς τις αισθήσεις του. Ήταν  ο Γκαράζ.

Ο συνοδηγός του Toyota, ο Μέντεζ, νοσηλεύτηκε για οχτώ μέρες και μπόρεσε να επιστρέψει στη δουλειά μετά από έναν μήνα. Ο οδηγός του αυτοκινήτου αρνήθηκε την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και επέστρεψε εκείνη την ημέρα στη φάρμα. Έξι μήνες μετά πέθανε από ανεύρυσμα.

Ο Γκαράζ μεταφέρθηκε σε ένα τοπικό νοσοκομείο και στη συνέχεια σε ένα κέντρο τραυματισμού στο Σαν Ντιέγκο όπου υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση για να αντιμετωπιστεί το οίδημα στον εγκέφαλο και για πρώτη φορά συνδέθηκε με τους δύο σωλήνες. Μιας και δεν υπήρχε κανένας συγγενής να αποφασίσει για τον ίδιο, την απόφαση έχουν οι γιατροί και αυτοί σχεδόν πάντα επιλέγουν να κρατήσουν στη ζωή τον άνθρωπο πάση θυσία.

Εκεί πήρε και το όνομα «Γκαράζ 66», αλλά όχι εξαιτίας του σημείου που βρέθηκε. Η ιατρική ομάδα για τους άγνωστους ασθενείς επιλέγει πάντα τυχαία ένα όνομα που συνδυάζεται από μια ονομασία, όπως σπίτια, φυτά κ.α. και έναν αριθμό και χρησιμοποιείται προσωρινά μέχρι να διαπιστωθεί η ταυτότητα του. Για τον «Γκαράζ 66» επρόκειτο να γίνει το νέο του όνομα για 16 χρόνια.

Το ιατρικό πρόγραμμα της Καλιφόρνια, Medi-Cal, η οποία βοηθά οικονομικά παιδιά και άπορους για την ιατρική τους περίθαλψη ανέλαβε την φροντίδα και του «Γκαράζ» και κάπως έτσι μεταφέρθηκε στο κέντρο φροντίδας της Villa. Μέχρι τώρα το πρόγραμμα έχει πληρώσει πάνω από τέσσερα εκατομμύρια δολάρια για την ιατρική φροντίδα του.

Ιγκνάσιο

Αφού η Φαριόν ανακάλυψε πώς έφτασε σε αυτήν την κατάσταση ο «Γκαράζ», σειρά είχε τώρα να βρει το πραγματικό του όνομα. Καθοριστικό ρόλο σε αυτό έπαιξε ο Ενρίκε Μορόνε, ο ιδρυτής μιας ομάδας δικηγόρων για τα δικαιώματα των μεταναστών που ονομάζεται Border Angels (Άγγελοι των Συνόρων).

Ο Μορόνες μαζί με τον Κιρκπάτρικ δημιούργησαν μια ομάδα με στόχο να βρουν την ταυτότητα του «Γκαράζ». Στην ομάδα συμμετείχαν και ένας πράκτορας της συνοριοφυλακής, ο Κρις Χάρις, και αξιωματούχοι της μεξικανικής πρεσβείας.

Ο Χάρις πρότεινε να πάρουν δακτυλικά αποτυπώματα από τον «Γκαράζ» και να τον ψάξουν στο «σύστημα». Αφού ο «Γκάραζ» προσπάθησε μια φορά να περάσει τα σύνορα ίσως το είχε προσπαθήσει ξανά και μάλιστα ανεπιτυχώς καθώς θα είχε απελαθεί πίσω στο Μεξικό απ’ όπου ερχόταν εκείνη την ημέρα. Όπως αποδείχθηκε είχε απόλυτο δίκιο.

Τα αποτυπώματα του «Γκαράζ» ταίριαζαν απόλυτα με αυτά ενός έφηβου Μεξικάνου που τον έλεγαν Ιγκνάσιο και είχε συλληφθεί τρεις μήνες πριν από το ατύχημα. Το μεξικανικό προξενείο βρήκε το πιστοποιητικό γέννησής του και από αυτό μπόρεσαν να εντοπίσουν μια γυναίκα στο Οχάιο που φαινόταν να είναι η αδερφή του. Έκαναν τεστ DNA τα οποία έδειξαν κατά 99,5% ότι είναι αδέρφια. Ο «Γκαράζ» ήταν τελικά ο Ιγκνάσιο.


Την επόμενη μέρα η Φαριόν και ο Κιρκπάτρικ επέστρεψαν στο δωμάτιο 20.

«Ιγκνάσιο, Ιγκνάσιο; Το όνομά σου είναι Ιγκνάσιο;», ρώτησε δυνατά ο Κιρκπάτρικ.

Καμία αντίδραση.

Η νοσοκόμα του Ιγκνάσιο τον ρώτησε στα ισπανικά: «Se llama Ignacio?».

Ο Ιγκνάσιο κοίταξε αρχικά τη νοσοκόμα, μετά την Φαριόν και τέλος τον Κιρκπάτρικ. «Το βλέμμα του έδειχνε σύγχυση, όχι αναγνώριση», θυμάται η Φαριόν.

Η νοσοκόμα του ζήτησε στα ισπανικά να σηκώσει το αριστερό του χέρι αν το όνομά του ήταν Ιγκνάσιο. Καμία αντίδραση. Να ανοιγοκλείσει τα μάτια. Καμία αντίδραση.

Πολύ λίγα άλλαξαν από εκείνη την ημέρα για τον Ιγκνάσιο. Το προσωπικό του κέντρου που για 16 χρόνια τον φώναζε «Γκαράζ» ή «66». Ξεχνούσαν να τον λένε με το πραγματικό του όνομα. Το όνομα στο βραχιολάκι του χεριού του δεν άλλαξε για δύο ακόμα χρόνια καθώς το προσωπικό φοβόταν πως το Medi-Cal θα σταματούσε να πληρώνει για την περίθαλψη του.

Ο Ιγκνάσιο πριν από το ατύχημα

Η Φαριόν προσπαθώντας να μάθει περισσότερα για τον Ιγκνάσιο επισκέφτηκε το 2016 την αδερφή του σε μια μικρή πόλη του Οχάιο. Η Χουλιάνα ήταν 36 ετών και είχε πια τρία παιδιά γεννημένα στις ΗΠΑ. Η ίδια πήγε παράνομα στις ΗΠΑ λίγα χρόνια μετά τον Ιγκνάσιο και όπως λέει όλοι στην οικογένεια είχαν πιστέψει ότι ο Ιγκνάσιο ήταν νεκρός. Η δημοσιογράφος δεν αποκαλύπτει το επώνυμο της καθώς αυτό σημαίνει ότι θα μπορούσε να απελαθεί αφήνοντας πίσω τρία μικρά παιδιά.

Ο Ιγκνάσιο που θυμάται η Χουλιάνα ήταν αθλητικός και έπαιζε ποδόσφαιρο και μπάσκετ, ενώ είχε καλή φωνή και τραγουδούσε τα αγαπημένα του τραγούδια που άκουγε στο ραδιόφωνο. Η οικογένειά τους ζούσε σε ένα χωριό στην Οαχάκα σε ένα ράντσο πάνω από 3.000 χλμ μακριά από τα σύνορα με την Καλιφόρνια. Περίπου 1.000 άτομα ζουν στο χωριό τους και τα μισά σπίτια έχουν χωμάτινο πάτωμα. Ο Ιγκνάσιο – ή αλλιώς Νάτσο, όπως τον φώναζαν στην οικογένεια- ήταν ο μικρότερος από 12 αδέρφια και ήταν ο μόνος που είχε προχωρήσει τόσο πολύ στο σχολείο, γιατί δεν ήθελε να δουλέψει στα χωράφια όπως οι άλλοι.

Όταν ο Ιγκνάσιο ήταν 15 τα πάντα καταστράφηκαν καθώς και οι δυο του γονείς δολοφονήθηκαν εξαιτίας μιας πολιτικής διαμάχης. Έναν μήνα μετά, ο Ιγκνάσιο παράτησε το σχολείο και βγήκε να δουλέψει στα χωράφια. Επέστρεψε έναν χρόνο μετά, αλλά έφυγε και πάλι όταν δεν είχε να πληρώσει για τη στολή του και τα ποδοσφαιρικά του παπούτσια.

Τον Μάρτιο του 1999 ήταν πια 17 χρονών και αποφάσισε να κάνει αυτό που έκαναν και τόσοι άλλοι: να περάσει στις ΗΠΑ. Λίγες εβδομάδες αφού έφυγε από το σπίτι, ο Ιγκνάσιο τηλεφώνησε στην αδερφή του και της είπε ότι τον συνέλαβαν. Όμως δεν παράτησε το σχέδιό του. Σχεδίαζε να δουλέψει σε χωράφια με πιπεριές και μόλις μαζέψει λεφτά να ξαναπεράσει. Από τότε η Χουλιάνα δεν τον άκουσε ποτέ ξανά.

Η μεγάλη στιγμή

Ο Ιγκνάσιο είναι στο κρεβάτι του και η Φαριόν βρίσκεται δίπλα του κρατώντας το τηλέφωνό της. Στην οθόνη του κινητού, η Χουλιάνα σε βιντεοκλήση κοιτά τον αδερφό της για πρώτη φορά μετά από 17 χρόνια. Η Χουλιάνα του είπε ότι της λείπει και ότι θα κάνει ό,τι μπορεί για να έρθει σύντομα να τον δει. Ο Ιγκνάσιο έστρεψε το βλέμμα του προς την Φαριόν και μετά πάλι στην αδερφή του, θυμάται η δημοσιογράφος.

Λίγες εβδομάδες μετά, τον Φεβρουάριο του 2016, η Χουλιάνα έφτασε στη Villa παρά το φόβο μην συλληφθεί. Το μεξικανικό προξενείο κανόνισε το ταξίδι και έστειλε μαζί της έναν συνοδό, ενώ είχε σε αναμονή έναν δικηγόρο σε περίπτωση που χρειαζόταν. Όταν έγινε η συνάντηση παρούσες ήταν μόνο οι νοσοκόμες. Αργότερα είπαν στην Φαριόν πως τους φάνηκε ότι ο Ιγκνάσιο αναγνώρισε την αδερφή του από τον τρόπο που την κοιτούσε.

Συναίσθηση ή όχι

Όπως λέει η Φαριόν το να βρει ποιος ήταν ο Γκαράζ ήταν το εύκολο μέρος. Το δύσκολο ήταν να καταλάβει αν εκείνο το πρώτο χαμόγελο ήταν πραγματικά χαμόγελο ή μια απλή σύσπαση των νεύρων. Πόσα καταλάβαινε ο Ιγκνάσιο;

Για το λόγο αυτό απευθύνθηκε στην Καρολάιν Σνάκερς, μια ειδικό γιατρό που εξειδικεύεται σε ασθενείς που βρίσκονται σε κατάσταση «φυτού» με σκοπό να καταλάβει αν έχουν συναίσθηση ή όχι. Σύμφωνα με την ίδια το 40% των γιατρών κάνει λάθος όταν καταλήγει ότι ένας ασθενής είναι σε κατάσταση «φυτού», δηλαδή χωρίς καμία συναίσθηση. Κι αυτό γιατί πολλοί ασθενείς ζουν συνεχώς μεταξύ συναίσθησης και αφασίας.

Ο Ιγκνάσιο με την Καρολίνα Σνάκερς

Η Σνάκερς έκανε μια σειρά από τεστ στον Ιγκνάσιο. Του ζήτησε να κοιτάξει ένα κουτάλι, να βγάλει έξω τη γλώσσα του ή να κλείσει τα μάτια του. Κάποιες φορές αντιδρούσε, κάποιες όχι. Δεν έδειξε καμία αντίδραση όταν είδε φωτογραφία της μητέρας του ή άκουσε τη φωνή της αδερφής του.

Ωστόσο, κατάφερε να σκοράρει 14 στα 23 στο σύστημα της Σνάκερς, το οποίο σημαίνει ότι κάποιες φορές έχει συναίσθηση έστω και για λίγο. Σύμφωνα με την Σνάκερς, ο Ιγκνάσιο μάλλον ζει τη στιγμή. Όταν είναι κάποιος μαζί του, αντιδρά. Όμως όταν αυτός φύγει από το δωμάτιο, παύει πλέον να υπάρχει γι’ αυτόν. Ο χρόνος δεν έχει σημασία για τον Ιγκνάσιο. Δεν ξέρει ότι εδώ και δύο δεκαετίες βρίσκεται ξαπλωμένος σε ένα κρεβάτι νοσοκομείου στην Καλιφόρνια.

Τον Ιανουάριο του 2016, ο Ιγκνάσιο γιόρτασε για πρώτη φορά από το 1999 τα γενέθλια του. Έγινε 34 ετών. Ένα μικρό πάρτι με μπαλόνια και μουσική είχε διοργανωθεί από το προσωπικό του κέντρου. Ο Ιγκνάσιο στην ειδική καρέκλα του δεν φαινόταν καθόλου χαρούμενος που είχε φύγει από το κρεβάτι του. Δεν αντέδρασε σε ένα μικρό κομμάτι τούρτας που ακούμπησαν στα χείλια του. Οι καλεσμένοι του τραγούδησαν «Happy Birthday» στα αγγλικά και στη συνέχεια στα ισπανικά «Feliz cumpleaños, feliz cumpleaños a ti».

Για μια μικρή στιγμή ο Ιγκνάσιο κοίταξε όσους ήταν εκεί και χαμογέλασε.



*Η ιστορία προέρχεται από την διήγηση της δημοσιογράφου Τζόαν Φαριόν σχετικά με την εμπειρία της με τον Ιγκνάσιο, η οποία δημοσιεύτηκε στους Los Angeles Times