«H οσμή της καμένης σάρκας μας τρυπούσε τα πνευμόνια»


Είκοσι χρόνια πριν μια παρανοϊκή σέχτα στην Ουγκάντα δολοφόνησε όλους τους οπαδούς της. Η ιστορία του εγκλήματος του Κινήματος των Δέκα Εντολών το οποίο έχει μείνει ατιμώρητο


Κανούνγκου, δυτική Ουγκάντα, Παρασκευή 17 Μαρτίου 2000: Η Άννα Καμπερέιχο βρισκόταν στο σπίτι της πάνω στο λόφο όταν άκουσε μια τεράστια έκρηξη. Βγήκε έξω και είδε το ναό της αίρεσης "Κίνημα για την Αποκατάσταση των Δέκα Εντολών του Θεού" να έχει τυλιχθεί στις φλόγες.

"Τα πάντα είχαν καλυφθεί από καπνό, στάχτη και τη οσμή καμένης σάρκας. Ένιωθες ότι σου τρυπούσε να πνευμόνια. Όλοι έτρεχαν ενώ η φωτιά ακόμα μαινόταν. Υπήρχαν δεκάδες πτώματα, καμένα σε βαθμό που δεν αναγνωρίζονταν. Καλύψαμε τις μύτες μας με αρωματικά φυτά για να καταπολεμήσουμε τη μυρωδιά. Για πολλούς μήνες μετά δεν μπορούσαμε να φάμε κρέας" θυμάται.

530 μέλη της σέχτας είχαν κλειστεί μέσα στο ναό και είχαν πυρποληθεί. Ήταν σίγουροι ότι το τέλος του κόσμου θα ερχόταν άμεσα. Συνολικά 925 άτομα έχασαν τη ζωή τους για τις παρανοϊκές ιδέες μιας πόρνης που τους είχε πείσει ότι επικοινωνεί  απευθείας με τον Παναγία. Ωθήθηκαν στην αυτοκτονία ή δολοφονήθηκαν για να... γλιτώσουν. Είκοσι χρόνια μετά οι ενορχηστρωτές αυτού του εγκλήματος πιθανότατα κυκλοφορούν ελεύθεροι.

Η προγραμματίστρια

Από πολύ μικρή ηλικία η Κρεντόνια Μουερίντε άκουγε τον πατέρα της να λέει ότι βλέπει οράματα με την Παναγία, τον Ιησού και τον Ιωσήφ. Στην εφηβεία της άρχισε να υποστηρίζει ότι επικοινωνούσε και η ίδια με την Παναγία. Μεγαλώνοντας έβγαζε τα προς το ζην από την πορνεία και από την μπίρα από μπανάνα που έφτιαχνε και πωλούσε λαθραία. Παράλληλα είχε γίνει μέλος μιας αίρεσης με επίκεντρο την Παναγία. Το 1989 ο πατέρας της την έπεισε ότι πρέπει να ταξιδέψει σε όλη την χώρα και να μιλήσει στον κόσμο για τα μηνύματα που λαμβάνει.

Σε ένα από αυτά τα ταξίδια, την ίδια χρονιά (1989), συνάντησε τον Τζόζεφ Κιμπουετέρε ο οποίος από το 1984 υποστήριζε επίσης ότι βλέπει οράματα με την Παναγία. Θεώρησαν ότι πρόκειται για μια θεόσταλτη ένωση και πολύ γρήγορα προχώρησαν στη δημιουργία της δικής τους αίρεσης, του "Κινήματος για την Αποκατάσταση των Δέκα Εντολών του Θεού".

Θεωρητικά την αίρεση διοικούσε μια πεντάδα ατόμων αλλά η Κρεντόνια ήταν η αδιαμφισβήτητη ηγέτιδα. Ο Πολ Ικαζίρε που υπήρξε μέλος της ηγετικής ομάδας αλλά αργότερα άφησε τη σέχτα τονίζει: "Στις συναντήσεις η αδελφή Κρεντόνια είχε τον έλεγχο και ήταν η de facto αρχηγός της ομάδας. Ο Κιμπουετέρε ήταν ένα ανδρείκελο με σκοπό να εμφανίζεται στους οπαδούς ως η φιγούρα της ανδρικής εξουσίας και είχε αναλάβει της δημόσιες σχέσεις της σέχτας".

Η Κρεντόνια, όπως υποστήριζε, είχε άμεση επαφή με την Παναγία η οποία της έδινε εντολές μέσω καθημερινών αντικειμένων. Πλέον οι οπαδοί της σέχτας την αποκαλούσαν "Η Προγραμματίστρια".

Τα πρώτα χρόνια και η... εκτόξευση

Αρχικά η αίρεση δεν είχε πολλά μέλη αλλά η κατάσταση στη χώρα και μια σειρά γεγονότων άλλαξε τα δεδομένα. Η φτώχεια και το AIDS σάρωναν εκείνη την εποχή την Ουγκάντα και ο κόσμος έψαχνε ελπίδα σε κάτι μεταφυσικό, κάτι που τουλάχιστον θα του εξασφάλιζε μια καλή μετά θάνατον ζωή. Επιπλέον μια σειρά σκανδάλων στην Καθολική Εκκλησία έκαναν πολλούς ιερείς να την αφήσουν και να στραφούν σε τοπικές αιρέσεις. Ένας από αυτούς ήταν και ο Ντομινίκ Καταριμπάμπο, ένας διάσημος και σεβαστός ιερέας του οποίου η συμμετοχή στο Κίνημα των Δέκα Εντολών προκάλεσε εντύπωση σε όλη τη χώρα και χάρισε στην σέχτα αναγνωσιμότητα και δύναμη.

"Μπήκαμε στο Κίνημα ως μια διαμαρτυρία απέναντι στην Καθολική Εκκλησία. Είχαμε καλές προθέσεις. Η εκκλησία κατρακυλούσε, οι ιερείς ήταν χωμένοι σε σκάνδαλα και το AIDS σάρωνε τους πιστούς. Ο κόσμος φαινόταν καταδικασμένος να τελειώσει" λέει ο Πολ Ικαζίρε που έφυγε από την σέχτα το 1994.

Στα μέσα του 1990 το Κίνημα έφτασε να έχει περίπου 5.000 μέλη. Η Προγραμματίστρια ζητούσε από τους οπαδούς της να πουλήσουν τα πάντα και να δώσουν τα χρήματα στη διοίκηση της σέχτας. Δημιούργησαν ένα κοινόβιο όπου ο κόσμος έμενε και εργαζόταν ενώ υπήρχε και ειδικό σχολείο για τα παιδιά. Οι οπαδοί της σέχτας καλούνταν να ακολουθούν ευλαβικά τις Δέκα Εντολές σε σημείο που πλέον μιλούσαν ελάχιστα και συνεννοούνταν με νοήματα υπό τον φόβο ότι μπορεί να πουν κάποιο ψέμα.  Από το 1992 η βάση του Κινήματος ήταν η περιοχή Κανούνγκου όπου και χτίστηκε ένα ναός. Μέσα στα χρόνια υπήρξαν διάφορες καταγγελίες κατά της σέχτας αλλά η ηγετική ομάδα πάντα έβρισκε τρόπο να γλιτώνει και να συνεχίσει το... έργο της.

Έρχεται το τέλος

Από τον Ιανουάριο του 1999 η Προγραμματίστρια ζήτησε από τους οπαδούς της να εξομολογηθούν τις αμαρτίες τους, να αφήσουν πίσω τα πάντα και να ετοιμαστούν για το τέλος. Σε συνέντευξη που είχε παραχωρήσει νεαρό μέλος της σέχτας τόνιζε: "Ο κόσμος τελειώνει με το νέο έτος. Δεν υπάρχει χρόνος να σπαταλήσουμε. Κάποιοι από τους ηγέτες μας μιλούν απευθείας με τον Θεό. Όταν έρθει η ώρα κάθε πιστός που θα βρίσκεται σε ένα συγκεκριμένο μέρος το οποίο δεν μπορώ να αποκαλύψω, θα σωθεί".

Πλέον ανάμεσα στα μέλη της σέχτας κυκλοφόρησε ένα φυλλάδιο που μιλούσε ξεκάθαρα για το τέλος του κόσμου και τη νέα εποχή που θα ερχόταν την νέα χιλιετία δημιουργώντας το έτος "Νούμερο ένα". Έλεγε ότι 12 εκλεκτοί, έξι άντρες και έξι γυναίκες θα γίνουν οι νέοι απόστολοι και θα οδηγήσουν τους πιστούς στη νέα εποχή. Η Προγραμματίστρια ανακοίνωσε ότι την 1η Ιανουαρίου 2000 ο κόσμος θα τελειώσει. Οι προετοιμασίες έγιναν, οι πιστοί περίμεναν αλλά το τέλος δεν ήρθε.

Αυτό οδήγησε σε μεγάλη αναταραχή καθώς αρκετός κόσμος αποχώρησε και πολλοί ζητούσαν πίσω τα λεφτά και την περιουσία που είχαν δώσει στη σέχτα. Το Κίνημα μπήκε σε βαθιά κρίση μέχρι που η Προγραμματίστρια έδωσε νέα ημερομηνία για το τέλος, 17 Μαρτίου 2000. "Θα έρθει οριστικά με μια γιορτή" προέβλεψε.

Η... γιορτή

Από τις αρχές του Μάρτη του 2000 οι οπαδοί του Κινήματος πωλούσαν τα ζώα και τα υπάρχοντα τους σε εξευτελιστικές τιμές. Η σέχτα αγόρασε τρεις ταύρους και πολλά λίτρα κόκα-κόλας. Ένας από τους ηγέτες, ο Ντόμινικ Καταριμπάμπο προμηθεύτηκε 50 λίτρα ενός πολύ εύφλεκτου υλικού. Οι αρχές άρχισαν να υποψιάζονται, αλλά η σέχτα ανακοίνωσε ότι θα κάνει μια διήμερη γιορτή στις 17 και 18 Μαρτίου.

Το πρωί της Παρασκευής της 17ης Μαρτίου 2000 ξεκίνησε η... γιορτή. 530 μέλη του Κινήματος συγκεντρώθηκαν έξω από το ναό, έψησαν και έφαγαν τους τρεις ταύρους, ήπιαν άφθονη κόκα-κόλα και έψαλλαν ύμνους. Στη συνέχεια μπήκαν στο ναό. Μετά από λίγα λεπτά μια ισχυρή έκρηξη συγκλόνισε την περιοχή. Ο ναός πήρε φωτιά που δεν έσβησε μέχρι τα πάντα να μετατραπούν σε μα άμορφη μάζα. Ήταν τόσο μεγάλη η ποσότητα του εύφλεκτου υλικού που απέμειναν μόνοι οι τέσσερις τοίχοι και τα σώματα απανθρακώθηκαν σε τέτοιο βαθμό που δεν αναγνωρίζονταν. Μεταξύ των θυμάτων και πάρα πολλά παιδιά.


Οι αποκαλύψεις

Όταν έφτασαν οι αρχές στο σημείο της τραγωδίας δεν είχε απομείνει τίποτα. Μαρτυρίες όμως αποκάλυψαν ότι παράθυρα και πόρτες ήταν καρφωμένα με σανίδες και ο κόσμος δεν θα μπορούσε να βγει ακόμα και αν το ήθελε. Όλα συνηγορούν ότι είχε γίνει προετοιμασία από πριν και πιθανότατα συμμετείχαν και κάποιοι που βρίσκονταν έξω από το ναό. Αρχικά όλοι μίλησαν για μαζική αυτοκτονία όμως πλέον είναι πολύ πιθανό να πρόκειται για ένα σχέδιο που κατέστρωσε και οργάνωσε η ηγετική ομάδα, το εκτέλεσαν κάποιοι εκλεκτοί και η μεγάλη μάζα των οπαδών δεν γνώριζε τίποτα. Μέλη της σέχτας που είχαν αποχωρήσει λίγο πριν την τραγωδία τονίζουν ότι ποτέ δεν τέθηκε θέμα μαζικής αυτοκτονίας.

Τέσσερις μέρες μετά την 17η Μαρτίου βρέθηκαν συνολικά 395 πτώματα σε τέσσερα σημεία της νότιας Ουγκάντας. Ο χρόνος θανάτου τους ορίστηκε περίπου τρεις εβδομάδες πριν την πυρκαγιά στο ναό. Η πλειονότητα των θυμάτων είχε πεθάνει από δηλητηρίαση ενώ υπήρχαν αναφορές και για άτομα που είχαν στραγγαλιστεί.

Μετά από εβδομάδες ερευνών και ανακρίσεων οι αρχές της Ουγκάντας κατέληξαν ότι δεν είχαν να κάνουν με μαζική αυτοκτονία αλλά με μαζική δολοφονία. Η ηγετική ομάδα θορυβημένη από τις αντιδράσεις μετά την διάψευση της πρώτης προφητείας ενορχήστρωσε τη δολοφονία των πιστών η οποία εκτελέστηκε από μια ομάδα φανατικών. Αυτοί μετέφεραν τα καύσιμα μέσα στο ναό, αυτοί κάρφωσαν παράθυρα και πόρτες και αυτοί δηλητηρίασαν και στραγγάλισαν τα υπόλοιπα θύματα.

Ελεύθεροι και ατιμώρητοι

Οι αρχικές πληροφορίες ήθελαν την Προγραμματίστρια και το ανδρείκελο της Τζόζεφ Κιμπουετέρε να έχουν πεθάνει μέσα στο ναό. Η έρευνα και μαρτυρίες όμως έδειξαν ότι τόσο η Κρεντόνια όσο και ο Τζόσεφ πιθανότατα δεν μπήκαν ποτέ στο ναό και κυκλοφορούν ακόμα ελεύθεροι.

Μάρτυρας ανέφερε ότι η Κρεντόνια έφυγε από τη γιορτή πριν ο κόσμος μπει στο ναό. Το 2000 εκδόθηκε διεθνές ένταλμα σύλληψης αλλά ακόμα δεν έχει υπάρξει κάποια εξέλιξη.

Η σιγουριά ότι ο Τζόσεφ δεν πέθανε στο ναό είναι ακόμα μεγαλύτερη. Το 2014 εντοπίστηκε στο Μαλάουι αλλά διέφυγε της σύλληψης. Εκκρεμεί και εναντίον του διεθνές ένταλμα.

Ο χώρος που βρισκόταν ο ναός έχει γίνει σήμερα χωράφι στο οποίο καλλιεργείται τσάι. Δεν υπάρχει το παραμικρό που να υπενθυμίζει ότι εκεί έχασαν τη ζωή τους 530 άτομα. Οι οικογένειες των θυμάτων ζητούν από την κυβέρνηση της Ουγκάντας να φτιάξει εκεί ένα μνημείο αλλά αυτή φαίνεται πως προτιμά να μην θυμάται τι συνέβη στις 17 Μαρτίου 2000 όταν τελείωσε ο κόσμος της σέχτας των Δέκα Εντολών.

Σχόλια