Τελικά γιατί ο Τρούμαν έριξε τις ατομικές βόμβες;



Εβδομήντα πέντε χρόνια μετά ο βομβαρδισμός της Χιροσίμα παραμένει μια από τις πιο μαύρες σελίδες της σύγχρονης ιστορίας. Ακόμα και σήμερα όμως το ερώτημα παραμένει: Γιατί ο Τρούμαν αποφάσισε τον βομβαρδισμό και θα μπορούσε να τον είχε αποφύγει;


Την Πέμπτη 6 Αυγούστου 2020 συμπληρώνονται 75 χρόνια από την ημέρα που το B-29 βομβαρδιστικό Enola Gay ξεκίνησε το ταξίδι του με προορισμό την Χιροσίμα για να εξαπολύσει την κόλαση επί γης. Παρόλο που έχουν περάσει τρία τέταρτα ενός αιώνα από τότε μέχρι και σήμερα, η συζήτηση για το αν ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Χάρι Τρούμαν, πήρε τότε την σωστή απόφαση επιτρέποντας την ρίψη δύο ατομικών βομβών στην Ιαπωνία δεν φτάνει ποτέ σε ένα σίγουρο συμπέρασμα.

Για πολλούς κυρίως Αμερικάνους, ο Τρούμαν έπρεπε να πάρει μια δραστική απόφαση ώστε να τελειώσει ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος και να σώσει αμέτρητες ζωές. Για πολλούς ακόμα, κυρίως στην Ιαπωνία και τον υπόλοιπο κόσμο, πήρε μια απόφαση που αποτέλεσε ένα αδικαιολόγητο έγκλημα πολέμου με θύματα άμαχο πληθυσμό ανοίγοντας τους ασκούς του Αιόλου για ένα νέο είδος πολέμου και μια νέα εποχή εντάσεων.

Το σίγουρο είναι ότι δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι εκείνη την ημέρα, όπως και τρεις μέρες αργότερα στο Ναγκασάκι, εξανεμίστηκαν και χάθηκαν σαν να μην υπήρξαν ποτέ, κτίρια εξαφανίστηκαν και μια πόλη 400 ετών έγινε στάχτη. Οι υπερασπιστές της χρήσης της βόμβας υποστηρίζουν ότι δεν υπήρχε άλλος τρόπος για να τελειώσει ο Πόλεμος στον Ειρηνικό και ότι μια επίθεση από εδάφους θα προκαλούσε τεράστιες ανθρώπινες απώλειες και στις δύο πλευρές.

Ωστόσο, όσοι εναντιώνονται στη χρήση της, υποστηρίζουν ότι οι Ιάπωνες ήταν έτοιμοι να παραδοθούν και ότι η ρίψη των βομβών αποτέλεσε μια ξεκάθαρα ρατσιστική κίνηση και μια επίδειξη δύναμης που δημιούργησε τις βάσεις για την αμερικανική κυριαρχία.

Τα τρία διλήμματα του Τρούμαν

Ο Τρούμαν είχε δηλώσει ότι η απόφασή του ήταν καθαρά στρατιωτική. Όπως είχε πει μια απόβαση, όπως αυτή στην Νορμανδία, θα είχε κοστίσει εκατομμύρια ζωές τόσο Αμερικανών όσο και Ιαπώνων. Ο Τρούμαν πίστευε ότι οι βόμβες στην πραγματικότητα έσωσαν τις ζωές των ανθρώπων της Ιαπωνίας. Το να επιμηκύνει τον πόλεμο δεν ήταν επιλογή καθώς πάνω από 3.500 επιθέσεις Ιαπώνων καμικάζι είχαν ήδη προκαλέσει ανυπολόγιστες απώλειες Αμερικανών. 

Από την άλλη μια άνευ όρων παράδοση των Ιαπώνων δεν έμοιαζε ρεαλιστική πιθανότητα. Ωστόσο και μια παράδοση υπό όρους πάλι δεν ήταν επιλογή καθώς έτσι οι ΗΠΑ δεν θα ήταν ο απόλυτος νικητής και ο Τρούμαν θα φαινόταν αδύναμος. Φαίνεται ότι πίστευε ότι σε αυτήν την περίπτωση οι φωνές εντός της Ιαπωνίας που ήθελαν να συνεχιστεί ο πόλεμος θα γίνονταν πιο δυνατές και η επανεκκίνηση του πολέμου θα ήταν το πιο πιθανό σενάριο. Πληροφορίες μάλιστα που υπήρχαν ήδη τότε ανέφεραν ότι οι Ιάπωνες ετοιμάζονταν για αντεπίθεση με κάθε τρόπο και δεν σκόπευαν να παραδοθούν. Αν και μεγάλη μερίδα των ιστορικών υιοθετώντας την άποψη του Τρούμαν εκτιμούν ότι πράγματι η ρίψη των βομβών εξανάγκασε τους Ιάπωνες να παραδοθούν, μια άλλη εκτίμηση που έχει διαμορφωθεί από νεότερους ιστορικούς υποστηρίζει ότι η Ιαπωνία δεν θα είχε παραδοθεί ακόμα και μετά τις βόμβες αν η Σοβιετική Ένωση δεν είχε κηρύξει πόλεμο εναντίον τους. Οι Ιάπωνες φαίνεται ότι προσπαθούσαν να συμμαχήσουν με τον Στάλιν, ωστόσο δεν υπολόγιζαν τις βλέψεις του για επέκταση στην Ασία.
Πολλοί ιστορικοί συγκλίνουν σήμερα στο γεγονός ότι ο απώτερος στόχος του Τρούμαν ήταν να στείλει ένα μήνυμα στους Σοβιετικούς, οι οποίοι ετοιμάζονταν να μπουν στον πόλεμο στον Ειρηνικό Ωκεανό εναντίον των Ιαπώνων. Αυτό θα έδινε τη δυνατότητα στον Στάλιν να αποκτήσει εδάφη και δύναμη στην Ασία και να έχει απαιτήσεις από εδάφη στην Ιαπωνία κάτι που οι ΗΠΑ δεν μπορούσαν να επιτρέψουν.

Ο διευθυντής του Ινστιτούτου Πυρηνικών Σπουδών του αμερικανικού Πανεπιστημίου της Ουάσινγκτον, Πίτερ Κούζνικ, το 2015 ανέφερε στο δίκτυο CSpan: «Αυτό που μπερδεύει περισσότερο είναι γιατί ο Τρούμαν, ο οποίος δεν ήταν αιμοδιψής, δεν ήταν ο Χίτλερ ούτε απολάμβανε να σκοτώνει ανθρώπους, αποφάσισε να χρησιμοποιήσει πυρηνικές βόμβες γνωρίζοντας ότι οι Ιάπωνες είχαν ηττηθεί και προσπαθούσαν να παραδοθούν, γνωρίζοντας ότι στρατιωτικά δεν ήταν απαραίτητο».

Όπως συμπλήρωσε: «Αυτό που συμπεραίνουμε ως ιστορικοί είναι ότι ένα μεγάλο κομμάτι της απόφασής του είχε να κάνει με την προσπάθειά του να στείλει ένα μήνυμα στους Σοβιετικούς ότι αν εμπλακούν στα σχέδια των ΗΠΑ στην Ευρώπη ή την Ασία θα είχαν παρόμοια μοίρα. Και το εντυπωσιακό είναι ότι οι Σοβιετικοί όντως εξέλαβαν αυτό το μήνυμα με την κίνηση του Τρούμαν».
Ο ίδιος ο Τρούμαν εξάλλου είχε γράψει για την απόφαση της ρίψης της ατομικής βόμβας: «Το ζητούμενο ήταν  να σώσω όσο το δυνατόν περισσότερες ζωές Αμερικανών, ωστόσο έχω ανθρώπινα συναισθήματα για τις γυναίκες και τα παιδιά της Ιαπωνίας».

«Επρόκειτο για έναν αγώνα μεταξύ της ατομικής βόμβας και της σοβιετικής εισόδου στον πόλεμο. Για τον Τρούμαν, η βόμβα αυτή ήταν η λύση για όλα τα διλήμματα που αντιμετώπιζε. Η απόβαση στην Ιαπωνία θα ήταν πλέον ανούσια, η άνευ όρων παράδοση θα μπορούσε να επιτευχθεί και οι φιλοδοξίες των Σοβιετικών θα σταματούσαν», επισημαίνει από την πλευρά του ο ιστορικός Τσουιόσι Χασίγκαουα του Πανεπιστημίου της Σάντα Μπάρμπαρα στην Καλιφόρνια. 

Την ίδια στιγμή η ατομική βόμβα ήταν η «τέλεια εκδίκηση» για την αιφνιδιαστική και αιματηρή επίθεση των Ιαπώνων στο Περλ Χάρμπορ τέσσερα χρόνια πριν. Ο Τρούμαν άλλωστε είχε τονίσει ότι οι ΗΠΑ χρησιμοποίησαν «αυτές τις βόμβες εναντίον αυτών που μας είχαν επιτεθεί στο Περλ Χάρμπορ».
Εξάλλου κανείς δεν γνώριζε, ούτε καν οι επιστήμονες, τις ακριβείς συνέπειες από την έκθεση σε ακτινοβολία που θα διαρκούσαν για δεκαετίες. Ο Τρούμαν φαίνεται ότι πίστευε ότι ο βομβαρδισμός με πυρηνικές βόμβες δεν είχε μεγάλη διαφορά από τους βομβαρδισμούς που έγιναν στην Δρέσδη ή στο Τόκιο με συμβατικές βόμβες. Γρήγορα θα μάθαινε ότι έκανε λάθος.

Απλά… ο παππούς

Για τον Κλίφτον Τρούμαν Ντάνιελ, τον εγγονό του Χάρι Τρούμαν, ο παππούς του δεν είχε άλλη επιλογή. Αν και ο ίδιος ο Ντάνιελ ήταν αγέννητος όταν ο Τρούμαν πήρε την ιστορική απόφαση, ο ίδιος λέει ότι γνώρισε έναν άνθρωπο που δεν επιθυμούσε την αιματοχυσία και ήταν απλώς… ο παππούς του.
«Περίμενε από τα εγγόνια του να δείχνουν σεβάσμια συμπεριφορά, αλλά υπάρχουν φωτογραφίες που είμαι σκαρφαλωμένος πάνω του, ενώ αυτός γελάει», αναφέρει ο 63χρονος σήμερα Ντάνιελ.

«Ήταν από πολλές απόψεις ξεχωριστός και την ίδια στιγμή συνηθισμένος. Προερχόταν από μια μικρή πόλη στα μεσοδυτικά, μεγαλωμένος σε μια φάρμα, καθαρά μεσοαστός Αμερικάνος με μια όμως απεριόριστη περιέργεια για τον κόσμο. Είχε πίστη στην ανθρωπότητα και την διατήρησε για την ζωή του παρά αυτή του την απόφαση», αναφέρει.

Ο ίδιος μεγάλωσε χωρίς να έχει επίγνωση της φήμης του παππού του. «Οι γονείς μου έλεγαν πάντα ότι προσπαθούσαν να κρατήσουν τις ζωές μας όσο πιο φυσιολογικές γινόταν και γι’ αυτό δεν έλεγαν τίποτα», θυμάται από την εποχή που πήγαινε σχολείο.

«Νομίζω ήταν στην πρώτη τάξη του δημοτικού, όταν η δασκάλα ζήτησε από όλους να πούμε κάτι για τον εαυτό μας. Εγώ σηκώθηκα και είπα απλώς: ‘Το όνομά μου είναι Κλίφτον Ντάνιελ» και κάθισα ξανά. Η δασκάλα με ρώτησε: ‘Ο παππούς σου δεν ήταν πρόεδρος των ΗΠΑ;΄’. Ήταν η πρώτη φορά που το άκουγα!

Ο Ντάνιελ ήταν μόλις 15 όταν πέθανε ο Χάρι Τρούμαν και δεν είχε προλάβει να συζητήσει καθόλου μαζί του για την πυρηνική βόμβα ή οποιαδήποτε άλλη απόφαση είχε λάβει. Όπως λέει τότε τον ενδιέφερε περισσότερο να βγει έξω να παίξει παρά να κάνει τέτοιες ερωτήσεις.
«Νιώθω πολύ χαζός γι’ αυτό αλλά μέσα στα χρόνια διαβάζοντας για τον παππού μου δεν θα είχα μάθει περισσότερα από αυτά που μπορείτε να βρείτε και στα βιβλία. Ήταν εντυπωσιακά ανοιχτός με όλους και συνειδητοποιημένος άνθρωπος», αναφέρει ο  Ντάνιελ.
Ο Ντάνιελ, ο οποίος μελετά την ιστορία των προέδρων των ΗΠΑ ενώ ως ηθοποιός υποδύεται τον Τρούμαν σε μια παράσταση, θυμάται ότι ο φωτογράφος Τζο Ο’Ντόνελ «είχε ρωτήσει τον παππού μου ξεκάθαρα: ‘Έχεις ποτέ μετανιώσει την απόφασή σου;’. Ο παππούς μου του απάντησε: ‘Εννοείται!’. Δεν κάνεις κάτι τέτοιο και μετά δεν το σκέφτεσαι ξανά».

«Δεν ήθελε να το κάνει αλλά ένιωθε ότι έπρεπε να το κάνει για να σταματήσει τον πόλεμο και να σώσει ζωές Αμερικανών αλλά και Ιαπώνων. Οι αναφορές λένε ότι ήταν κοντά σε μια απόβαση από εδάφους στα κεντρικά νησιά της Ιαπωνίας και οι Ιάπωνες προετοίμαζαν τις δυνάμεις αντίστασης. Τώρα ξέρουμε ότι οι Ιάπωνες γνώριζαν πού θα κάνουμε την απόβαση και είχαν ισχυρές δυνάμεις», τονίζει ο Ντάνιελ ο οποίος έχει επίσης γράψει τα απομνημονεύματά του για τα χρόνια που γνώρισε και έζησε με τον παππού του και πρόεδρο των ΗΠΑ.

Οι υπολογισμοί για τις πιθανές απώλειες από μια τέτοια μάχη εδάφους κυμαίνονται σε διάφορους αριθμούς με τους περισσότερους να συμφωνούν στους 400.000-500.000 νεκρούς, σημειώνει ο Ντάνιελ. «Μάλιστα, οι ΗΠΑ είχαν ετοιμάσει μισό εκατομμύριο μεταλλίων Πορφυρής Καρδιάς (αυτά που δίνονται σε όσους τραυματίζονται ή σκοτώνονται σε μάχη) εν αναμονή της απόβασης. Νομίζω ότι μέχρι σήμερα χρησιμοποιούμε αυτά τα μετάλλια που είχαν φτιαχτεί τότε. Οπότε αυτό σημαίνει ότι περίμεναν μια απίστευτη αιματοχυσία και φυσικά οι νεκροί από την πλευρά της Ιαπωνίας θα ήταν πολύ περισσότεροι καθώς ήταν κυρίως πολίτες οπλισμένοι ισχνά», τονίζει.

«Αυτό που εκνευρίζει περισσότερο είναι όταν οι άνθρωποι προσπαθούν να προβάλλουν τον παππού μου ως εγκληματία πολέμου λέγοντας ότι η επίθεση ήταν ένα παιχνίδι για να βγάλουν τους Ρωσους από την Ιαπωνία, κάτι που δεν ισχύει. Η ρωσική επέκταση ήταν σίγουρα στο μυαλό του, αλλά ήθελε να τελειώσει ο πόλεμος για ανθρωπιστικούς λόγους».

Ο ίδιος ο Ντάνιελ επισκέφτηκε την Χιροσίμα και το Ναγκασάκι το 2012 και το 2013. Τον είχε καλέσει η οικογένεια της Μασαχίρο Σασάκι, η οποία είχε επιβιώσει από την επίθεση αλλά λίγο μετά στα 12 της διαγνώστηκε με λευχαιμία, αποτέλεσμα της έκθεσής της στην ακτινοβολία. Στον έναν χρόνο που της απέμεινε προσπάθησε να δημιουργήσει 1.000 οριγκάμι καθώς σύμφωνα με την ιαπωνική παράδοση τότε θα μπορούσε να εκπληρωθεί η ευχή της: να υπάρξει ένας κόσμος χωρίς πυρηνικά όπλα. Πέθανε έχοντας διπλώσει μόνο 600.

Ο Ντάνιελ στην Χιροσίμα και το Ναγκασάκι διεξήγαγε συνεντεύξεις με πολλούς επιζώντες και στην ερώτηση του Guardian πώς ένιωσε όταν επισκέφτηκε αυτά τα μέρη αναφέρει: «Θα ακουστεί ίσως περίεργο, αλλά στην Χιροσίμα και το Ναγκασάκι επικρατεί ένα παράξενο αίσθημα ηρεμίας και ειρήνης. Όταν περπατάς στο Πάρκο της Ειρήνης ή σε οποιοδήποτε μνημείο, είσαι σε ιερά εδάφη γιατί κάτω από τα πόδια σου βρίσκονται οι στάχτες των ανθρώπων που εξανεμίστηκαν εκείνη την ημέρα. Αν σκάψεις λίγα μέτρα θα βρεις ένα λεπτό άσπρο στρώμα εδάφους, το οποίο είναι στάχτη, κόκαλα και ανθρώπινα υπολείμματα και βρίσκονται κάτω απ’ όλο το Πάρκο της Ειρήνης».
«Δεν ένιωσα ποτέ ότι ήταν κακή ιδέα να πάω εκεί. Αλλά εξεπλάγην από τόσο καλά ένιωσα, όχι με τον χαρούμενο τρόπο, αλλά σαν να πηγαίνεις στην εκκλησία την Κυριακή. Είσαι σε έναν ιερό τόπο και νιώθεις ότι αυτό που κάνεις είναι σωστό. Πολλοί Αμερικανοί πηγαίνουν εκεί κατά κάποιον τρόπο για να απολογηθούν. Γίνεσαι πολύ συναισθηματικός, μου συνέβη και εμένα πολλές φορές. Ακούς αυτές τις φριχτές ιστορίες, αλλά δεν είναι ο τρόμος που έμεινε μαζί μου. Είναι οι άνθρωποι που πέρασαν όλο αυτό και είναι ακόμα εκεί και σου μιλούν με ευγένεια και το μόνο που θέλουν είναι να μην ξανασυμβεί κάτι τέτοιο», τονίζει.

Όμως τι σκεφτεται τελικά ο ίδιος ο Ντάνιελ 75 χρόνια μετά από την απόφαση που πήρε ο παππούς του; «Ο τρόπος που σκέφτομαι έχει κάπως εξελιχθεί, αλλά και πάλι όχι. Είμαι μεταξύ και των δύο πλευρών. Δεν θέλω ποτέ να πω ότι ήταν καλή ή κακή απόφαση. Έχω συναντηθεί με βετεράνους του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου οι οποίοι με δάκρυα στα μάτια μου έχουν πει ότι αν ο παππούς μου δεν είχε πάρει αυτήν την απόφαση τώρα δεν θα ήταν ζωντανοί καθώς πιθανότατα θα είχαν πεθάνει στην απόβαση στην Ιαπωνία για την οποία ετοιμάζονταν. 

»Αλλά την ίδια στιγμή γνώρισα και επιζώντες. Κράτησα στα χέρια μου το τελευταίο οριγκάμι που δημιούργησε η Σασάκι. Έτσι, δεν μπορώ να πω σε έναν επιζώντα ότι αυτό ήταν το σωστό που έπρεπε να γίνει. Ήταν μια απίστευτα δύσκολη απόφαση που έπρεπε να πάρεις, ήταν μια απόφαση σε έναν πόλεμο. Η συζήτηση συνεχίζεται, αλλά νομίζω ότι οι καλύτερες συζητήσεις είναι αυτές που εξετάζεις προσεχτικά τι συνέβη και πώς πάρθηκαν οι αποφάσεις».

Στην πραγματικότητα, όπως έχουν επισημάνει αρκετοί ιστορικοί η ρίψη αυτών των δύο βομβών έμοιαζαν με τις τελευταίες βολές του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου και τις πρώτες του Ψυχρού Πολέμου σηματοδοτώντας μια νέα εποχή για τις δύο υπερδυνάμεις του καιρού.
Ακόμα και αν οι ιστορικοί συγκλίνουν στα αίτια που οδήγησαν στον Τρούμαν να λάβει αυτή την απόφαση ακόμα και 75 χρόνια μετά η συζήτηση περί ηθικής για το κατά πόσο έπρεπε να χρησιμοποιηθούν αυτές οι βόμβες παραμένει.