Ρίτσαρντ Τσέις, το βαμπίρ του Σακραμέντο


Η ιστορία φρίκης του σχιζοφρενή που είχε πάθος με το αίμα και σκότωσε, διαμέλισε και κανιβάλισε συνολικά έξι άτομα

Από πολύ μικρή ηλικία ο Ρίτσαρντ Τσέις έδειξε σημάδια ότι είχε ανάγκη από ψυχιατρική βοήθεια. Σε ηλικία δέκα ετών παρουσίασε όλα τα στοιχεία της λεγόμενης «Τριάδας Μακντόναλντ»: έβρεχε ακόμα το κρεβάτι του, ήταν πυρομανής και σκότωνε ζώα. Αν και ουσιαστικά αποτελεί μύθο ότι τα άτομα στα οποία εντοπίζεται η «Τριάδα Μακντόναλντ» θα εξελιχθούν σε βίαιους ψυχοπαθείς εντούτοις είναι αποδεδειγμένο ότι έχουν ανάγκη από ψυχιατρική υποστήριξη. Ο πατέρας του Τσέις όμως θεώρησε πως η ιδανική λύση είναι να χτυπά το παιδί και όχι να απευθυνθεί σε ειδικούς. Αυτό είχε καταστροφικά αποτελέσματα για τον «Ρίκι» και όσους βρέθηκαν στο... δρόμο του.

Απόλυτη παράνοια

Στην εφηβεία του ο Τσέις ήταν ήδη εθισμένος στο αλκοόλ και τα ναρκωτικά. Παράλληλα είχε αναπτύξει παρανοϊκές εμμονές. Συχνά παραπονιόταν ότι η καρδιά του σταματούσε να χτυπά και υποστήριζε ότι «κάποιος του κλέβει την πνευμονική του αρτηρία». Πίεζε πορτοκάλια στο κεφάλι του θεωρώντας ότι ο εγκέφαλος του θα απορροφήσει τη Βιταμίνη C και ήταν σίγουρος πως το κόκαλο στο κρανίο του έχει σπάσει σε κομμάτια που αλλάζουν θέσεις. Μάλιστα ξύρισε το κεφάλι του για να μπορεί να παρακολουθεί τις κινήσεις των... σπασμένων οστών.

Όταν έκανε την πρώτη του ερωτική σχέση διαπίστωσε ότι έχει πρόβλημα στύσης. Ζήτησε τη βοήθεια γιατρού ο οποίος του είπε ότι το θέμα ήταν ψυχολογικό και όχι οργανικό.

Σε ηλικία 18 ετών έφυγε από το σπίτι πιστεύοντας ότι η οικογένεια του προσπαθούσε να τον δηλητηριάσει. Έμεινε σε ένα διαμέρισμα με φίλους που δεν άντεξαν όμως για πολύ καιρό τη συμπεριφορά του. Ήταν μονίμως μεθυσμένος ή υπό την επήρεια ναρκωτικών και συνήθως κυκλοφορούσε γυμνός μέσα στο σπίτι. Ένα βράδυ σηκώθηκε ξαφνικά και άρχισε να καρφώνει την πόρτα της ντουλάπας γιατί «κάποιοι εισβάλουν στο δωμάτιο από εκεί μέσα». Γρήγορα οι συγκάτοικοι έφυγαν και απέμεινε μόνος του.

Ήταν εκείνη την περίοδο που άρχισε να πιστεύει ότι το αίμα του γινόταν σκόνη και η καρδιά του μίκραινε. Για να «σωθεί» σκότωνε διάφορα ζώα, έβαζε το αίμα και τα όργανα τους σε έναν μπλέντερ μαζί με κόκα κόλα και έφτιαχνε ένα ρόφημα το οποίο θεωρούσε φάρμακο. Σταδιακά δοκίμασε και άλλες μεθόδους. Μια από αυτές τον έστειλε στο νοσοκομείο. Έκανε ένεση με αίμα κουνελιού και πήγε στα επείγοντα με δηλητηρίαση.

Όταν εξήγησε στους γιατρούς τι είχε συμβεί και τους τόνισε πως ίσως είχαν ρίξει οξύ μπαταρίας στο αίμα του κουνελιού για να τον δηλητηριάσουν, κατάλαβαν. Εισήχθη σε ψυχιατρική κλινική όπου έμεινε από το 1973 έως το 1976. Το προσωπικό τον αποκαλούσε Δράκουλα λόγω του πάθους που είχε με το αίμα.

Διαγνώστηκε με παρανοϊκή σχιζοφρένεια και του δόθηκε μόνιμα φαρμακευτική αγωγή. Μετά από τρία χρόνια κρίθηκε ότι δεν αποτελεί κίνδυνο για την κοινωνία και πήρε εξιτήριο με τον όρο να τον επιβλέπει η μητέρα του.

Το καλοκαίρι του 1977 στη Νεβάδα αστυνομικοί βρήκαν ένα αυτοκίνητο κολλημένο στην άμμο. Μέσα υπήρχαν δύο τουφέκια, ρούχα και ένας πλαστικός κουβάς με αίμα και ένα συκώτι. Έψαξαν την περιοχή και εντόπισαν τον Τσέις γυμνό και γεμάτο αίματα. Τους είπε ότι το αίμα ήταν δικό του και είχε απλά πεταχτεί από το σώμα του. Αποδείχθηκε ότι είχε σκοτώσει μια αγελάδα. Το περιστατικό αυτό δεν στάθηκε ικανό για να επιστρέψει στο ψυχιατρείο. 

Ο Τσέις παρέμεινε ελεύθερος. Ένας οπλισμένος ψυχοπαθής με εμμονή για το αίμα που δεν έπαιρνε τα φάρμακα του και δεν ήλεγχε κανείς.

Τα εγκλήματα

Στις 29 Δεκεμβρίου 1977 ο  Τσέις έκανε βόλτα με το αυτοκίνητο του σε γειτονιές του Σακραμέντο. Είχε μαζί του ένα 22άρι τουφέκι και έψαχνε το πρώτο του θύμα Ο 51χρονος Άμπρουζ Γκρίφιν βρισκόταν στην αυλή του σπιτιού του και έβγαζε τα ψώνια από το αυτοκίνητο. Η σύζυγος του άκουσε δύο κρότους και είδε τον άντρα της να πέφτει νεκρός. Ο Τσέις τον είχε πυροβολήσει μέσα από το αυτοκίνητο και είχε διαφύγει. Η έρευνα έδειξε ότι είχε προσπαθήσει να σκοτώσει και μια γυναίκα δύο μέρες πριν αλλά αστόχησε. Η σφαίρα βρέθηκε σφηνωμένη στον τοίχο της κουζίνας της.

Στις 23 Ιανουαρίου 1978 επιχείρησε να μπει στο σπίτι της Τζιν Λέιτον. Τον βρήκε μπροστά στην πόρτα. Την κοίταζε με παγωμένο βλέμμα, γύρισε, άναψε ένα τσιγάρο και έφυγε. Λίγη ώρα μετά οι Ρόμπερτ και Μπάρμπαρα Έντουαρντ επέστρεφαν από ψώνια όταν άκουσαν να σπάζει ένα γυαλί μέσα στο σπίτι. Ο Ρόμπερτ είδε τον Τσέις να τρέχει. Δεν κατάφερε να τον πιάσει.

Κλήθηκε η αστυνομία που εκτός από την κλοπή αντικειμένων ανακάλυψε κάτι πολύ περίεργο. Ο εισβολέας είχε ουρήσει στο συρτάρι με τα ρούχα του μωρού των Έντουαρντ και είχε αφοδεύσει στο κρεβάτι του.

Ο Τσέις συνέχισε την αναζήτηση για το επόμενο θύμα του. Όταν κατά την ανάκριση τον ρώτησαν πως επέλεγε τα θύματα του θα πει «Δοκίμαζα τις πόρτες. Αν οι πόρτες δεν ήταν κλειδωμένες ήταν μια πρόσκληση ότι μπορώ να μπω και να σκοτώσω όποιον ήταν μέσα».

Η πόρτα της 22χρονης Τερέζα Γουόλιν δεν ήταν κλειδωμένη. Η κοπέλα ήταν τριών μηνών έγκυος. Ο Τσέις μπήκε στο σπίτι, σήκωσε το πιστόλι που είχε μαζί του και την πυροβόλησε δύο φορές. Η Τερέζα έπεσε και ο Τσέις την πλησίασε και της έδωσε την χαριστική βολή στο κεφάλι. Μετέφερε το πτώμα στην κρεβατοκάμαρα. Αφού το κακοποίησε σεξουαλικά, το μαχαίρωσε επανειλημμένα και έκοψε κομμάτια τα οποία έφαγε. Συγκέντρωσε το αίμα σε μια άδεια συσκευασία γιαουρτιού και το ήπιε.

Ολοκληρώνοντας το φρικτό τελετουργικό πήρε κόπρανα από τη φωλιά του σκύλου της οικογένειας και τα έβαλε στο στόμα του πτώματος της 22χρονης.

Δέκα μέρες μετά ένα κουτάβι βρέθηκε νεκρό και διαμελισμένο σε κοντινή απόσταση από το σπίτι της Γουόλιν, ήταν επίσης έργο του Τσέις.

Στις 27 Ιανουαρίου 1978 η 38χρονη Έβελιν Μίροθ βρισκόταν στο σπίτι της μαζί με τον 6χρονο γιό της και τον μόλις 12 μηνών ανιψιό της όταν την επισκέφθηκε η 51χρονη φίλη της Ντάνι Μέρεντιθ. Ο Τσέις μπήκε στο σπίτι και είδε μπροστά του την Μερεντιθ, την πυροβόλησε μια φορά στο κεφάλι. Στη συνέχεια σκότωσε τον 6χρονο και το μόλις ενός έτους μωρό.

Με την Έβελιν ακολούθησε την ίδια τακτική με το προηγούμενο έγκλημα. Βρισκόταν στο μπάνιο όταν την εκτέλεσε. Μετέφερε το πτώμα στην κρεβατοκάμαρα όπου το κακοποίησε σεξουαλικά και το διαμέλισε φρικτά. Ήπιε αίμα και έφαγε κομμάτια από τα εσωτερικά όργανα.

Ενώ διαμέλιζε το πτώμα του μωρού στο μπάνιο ένα χτύπημα στην πόρτα τον διέκοψε. Ο Τσέις διέφυγε με το αυτοκίνητο της Έβελιν και πήρε μαζί του και το πτώμα. Παράτησε το όχημα σε ένα πάρκινγκ και περπάτησε ως το σπίτι του κρατώντας το νεκρό μωρό. Στο διαμέρισμα του το αποκεφάλισε, έκοψε κομμάτια του και τα έφαγε.

Κυνηγώντας το βαμπίρ

Η αστυνομία ξεκίνησε ένα ανθρωποκυνηγητό για να εντοπίσει τον δολοφόνο. Από το γεγονός ότι πίσω του είχε αφήσει κάθε είδους στοιχείο ήταν φανερό πως είχαν να κάνουν με έναν ψυχοπαθή που δρούσε παρορμητικά και δεν οργάνωνε τα εγκλήματα του. Τελικά όμως ήταν μια περίεργη συνάντηση που τον αποκάλυψε. Η Νάνσι Χέιντεν κατέθεσε στην αστυνομία ότι ένας νεαρός την πλησίασε σε ένα εμπορικό κέντρο που βρισκόταν κοντά στο σπίτι του δεύτερου εγκλήματος. Παρότι προσπάθησε να τον αποφύγει στάθηκε μπροστά της και της είπε: «Ήσουν στην μηχανή όταν σκοτώθηκε ο Κερτ;». Ο Κερτ ήταν ο σύντροφος της που είχε σκοτωθεί σε δυστύχημα με μηχανή. Η Νάνσι ρώτησε τον νεαρό αν την γνωρίζει και πώς τον λένε. Ρικ Τσέις, της απάντησε.

Έδωσε την περιγραφή του και ταίριαζε με αυτή που είχαν δώσει άλλοι μάρτυρες. Το Βαμπίρ του Σακραμέντο είχε πλέον όνομα. Μέσα στις επόμενες μέρες η αστυνομία είχε εντοπίσει το μαγαζί που αγοράστηκε το 22άρι πιστόλι των τελευταίων εγκλημάτων κι έτσι βρήκαν τη διεύθυνση του Τσέις.

Στις 27 Ιανουαρίου 1978, όταν του χτύπησαν την πόρτα ο Τσέις δεν άνοιξε. Οι ντετέκτιβ προσποιήθηκαν ότι φεύγουν και περίμεναν κρυμμένοι. Μετά από λίγο εμφανίστηκε με ένα κουτί στα χέρια. Τον συνέλαβαν και βρήκαν πάνω του το όπλο και το πορτοφόλι της Ντάνι Μέρεντιθ. Τα παπούτσια και τα ρούχα είχαν σκούρους λεκέδες από αίμα, στο κουτί υπήρχαν ματωμένα χαρτιά.  

Στο διαμέρισμα του οι αστυνομικοί βρέθηκαν μπροστά σε ένα φρικτό θέαμα. Παντού υπήρχε ξεραμένο αίμα και στο ψυγείο κομμάτια σάρκας και εγκεφάλου. Σε ένα ημερολόγιο ήταν κυκλωμένες οι ημερομηνίες των δύο τελευταίων δολοφονικών επιθέσεων και ακόμα 44 ημερομηνίες. Σε κάθε μια από αυτές ο Τσέις είχε γράψει τη λέξη «σήμερα». Το σώμα του μωρού ήταν άφαντο.

Στο τμήμα ο Τσέις υποστήριξε ότι σκότωνε μόνο σκύλους και αρνούνταν να μιλήσει για τις δολοφονίες. Όταν του ζήτησαν δείγμα αίματος ο Τσέις αντέδρασε σαν πληγωμένο θηρίο. Οι αρχές δεν γνώριζαν τις εμμονές που είχε με το αίμα του.

Στο κελί ο Τσέις παραδέχθηκε σε έναν συγκρατούμενο του ότι έπινε το αίμα των θυμάτων του. «Χρειαζόμουν αίμα γιατί έχω πάθει δηλητηρίαση και βαρέθηκα να κυνηγάω ζώα» τόνισε.

Λίγες μέρες μετά βρέθηκε το πτώμα του μωρού. Το εντόπισε ένας επιστάτης εκκλησίας μέσα σε έναν κουτί. Ο Τσέις είχε βάλει εκεί και τα κλειδιά του αυτοκινήτου της Μέρεντιθ.

Η δίκη και το τέλος

Ο εισαγγελέας ανακοίνωσε ότι θα επιδιώξει την ποινή του θανάτου και η υπεράσπιση ζήτησε την απαλλαγή λόγω της ψυχιατρικής κατάστασης του Τσέις. Πριν και κατά τη διάρκεια της δίκης τον εξέτασαν δώδεκα ψυχίατροι. Τους είπε ότι έκανε τα εγκλήματα γιατί χρειαζόταν αίμα για να θεραπευτεί. Γνώριζε ότι αυτό που κάνει είναι κακό και φοβόταν ότι τα θύματα του θα επιστρέψουν από τον άλλο κόσμο για να τον κυνηγήσουν. Σε μια σειρά ανακρίσεων από τον προφάιλερ του FBI, Ρόμπερτ Ρέσλερ, ο Τσέις υποστήριξε ότι είναι Εβραίος (δεν ήταν) και φοβόταν τα UFO των Ναζί. Του είπε  πως έκανε τα εγκλήματα για να μείνει ζωντανός. Μάλιστα του ζήτησε ένα ραντάρ της τροχαίας για να εντοπίσει τα UFO και να αποδείξει στο δικαστήριο από που έλεγε. Είχε επίσης εμμονή πως κάποιοι θέλουν να τον δηλητηριάσουν. Του μίλησε για την τεχνική με τη θήκη του σαπουνιού ώστε να καταλάβεις αν σε έχουν δηλητηριάσει: «Αν σηκώσεις το σαπούνι και από κάτω είναι στεγνό τότε είσαι καλά, αν είναι βρεγμένο τότε σε έχουν δηλητηριάσει και το αίμα σου θα γίνει σκόνη».

Λίγο πριν την ολοκλήρωση της δίκης ο Τσέις ανέβηκε στο εδώλιο και κατέθεσε. Η εικόνα του ήταν θλιβερή καθώς είχε χάσει πολύ βάρος. Παραδέχθηκε τα εγκλήματα του αλλά προσπάθησε να κερδίσει τη συμπάθεια τονίζοντας ότι έφτασε σε αυτή την κατάσταση λόγω της δύσκολης παιδικής του ηλικίας και των σεξουαλικών προβλημάτων του.

Στις 8 Μαΐου 1978 εκδόθηκε η απόφαση: ένοχος για έξι φόνους πρώτου βαθμού. Λίγους μήνες μετά οι ένορκοι έκριναν ότι είχε σώας τας φρένας και του επέβαλλαν την ποινή του θανάτου σε θάλαμο αερίων. Ο Τσέις μεταφέρθηκε στη φυλακή και στις 26 Δεκεμβρίου 1980 βρέθηκε νεκρός στο κελί του. Έκρυβε για μεγάλο διάστημα τα αντικαταθλιπτικά χάπια που του χορηγούσαν και τα ήπιε όλα μαζί.

Επίλογος

Η υπόθεση του Ρίτσαρντ Τσέις διδάσκεται έως σήμερα στο FBI ως κλασικό παράδειγμα παρανοϊκού δολοφόνου που δρα παρορμητικά χωρίς καμία οργάνωση. Το ερώτημα που προκύπτει από την υπόθεση είναι πώς ένας άνθρωπος με τόσο σοβαρά ψυχιατρικά προβλήματα κυκλοφορούσε ελεύθερος χωρίς καμία επίβλεψη και είχε πρόσβαση σε όπλα. Ο πράκτορας Ρόμπερτ Ρέσλερ στο βιβλίο του «Whoever Fights Monster» αποκάλυψε ότι η εμμονή του Τσέις με το αίμα και η ιδέα ότι πρέπει να πίνει αίμα για να μείνει ζωντανός ήταν γνωστή κατά την παραμονή του στο ψυχιατρείο την τριετία 1973-76. Πολλά μέλη του προσωπικού είχαν εκφράσει αντιρρήσεις στο να του δοθεί εξιτήριο και θεωρούσαν ότι είναι επικίνδυνος.

Μετά τη σύλληψη του στη Νεβάδα το 1977 όταν είχε σκοτώσει μια αγελάδα οι αστυνομικοί δεν ζήτησαν ψυχιατρική αξιολόγηση.

Λίγους μήνες μετά ο Τσέις παρανόησε πλήρως. Σκότωνε ζώα, αγόρασε όπλα και σφαίρες και έβαλε φωτιά στο γκαράζ ενός γείτονα επειδή τον ενοχλούσε με τη μουσική του. Όπως είπε σε έναν ψυχίατρο έκανε τον πρώτο του φόνο γιατί η μητέρα του δεν του επέτρεψε να την επισκεφτεί για τα Χριστούγεννα. Βγήκε στο δρόμο και απλά πυροβολούσε.

Αν αρχικά η οικογένεια του και οι ψυχίατροι και οι αρχές στη συνέχεια είχαν αντιμετωπίσει την περίπτωση του με μεγαλύτερη προσοχή πιθανότατα έξι αθώες ψυχές θα είχαν γλιτώσει τον μαρτυρικό θάνατο.