Μονσελάς-Βαγενά: Μια ζωή χάθηκε, μια άλλη καταστράφηκε


Η μοναδική στα ελληνικά υπόθεση δολοφονίας μετά από επιθυμία και πιέσεις του θύματος στον θύτη

Αυτός ένας μοναχικός 39χρονος που εργαζόταν ως παρκαδόρος, αυτή μια 40χρονη οδοντίατρος που αντιμετώπιζε κατάθλιψη. Η μοίρα τους ένωσε με τραγικά αποτελέσματα. Η Γιόλα (Γεωργία) Βαγενά έχασε τη ζωή της και ο Μάνθος (Ματθαίος) Μονσελάς κατέστρεψε τη δική του. Αυτή είναι η ιστορία της κατά παραγγελία δολοφονίας που συγκλόνισε την Ελλάδα.

Ο Μάνθος Μονσελάς  ήταν υπάλληλος σε πάρκινγκ στην οδό Χαριλάου Τρικούπη στο κέντρο της Αθήνας. Όσοι τον γνώριζαν μιλούσαν για έναν άνθρωπο πολύ χαμηλών τόνων, μοναχικό που «δεν πείραζε ούτε κουνούπι». Η οδοντρίατρος Γιόλα Βαγενά άφηνε καθημερινώς το αυτοκίνητο της στο συγκεκριμένο πάρκινγκ. Το ιατρείο της βρισκόταν σε διπλανό κτίριο. Η σχέση τους ήταν αρχικά τυπική. «Λέγαμε ένα γεια και τυπικά πράγματα. Τίποτα άλλο» θα πει ο Μονσελάς.

Μια γυναίκα σε απόγνωση

Τους τελευταίους μήνες του 1993 η Βαγενά άρχισε να προσεγγίζει περισσότερο τον 39χρονο. Ήταν ευγενική μαζί του και του άνοιγε κουβέντα. Ο μοναχικός Μονσελάς κολακεύτηκε και όταν του πρότεινε να πάει στο ιατρείο της για να του φτιάξει τα δόντια δέχθηκε με χαρά. Η Γιόλα Βαγενά όμως δεν είχε τόσο ειλικρινή κίνητρα. Είχε θέσει σε λειτουργία ένα σχέδιο το οποίο θεωρούσε ότι θα την λύτρωνε από τα προβλήματα.

Η Βαγενά ήταν παντρεμένη με έναν γιατρό. Ο γάμος τους όμως είχε ουσιαστικά καταρρεύσει. Ο γιατρός είχε εξωσυζυγική σχέση με μια νοσοκόμα και η Βαγενά, βλέποντας πως η κατάσταση δεν μεταστρέφεται, είχε πέσει σε βαθιά κατάθλιψη. Απευθύνθηκε σε ψυχίατρο ο οποίος της έδωσε φαρμακευτική αγωγή, η οποία όμως δεν βοήθησε. Υπήρχαν μάλιστα αναφορές ότι τα φάρμακα την βύθισαν περισσότερο στο σκοτάδι και της ενέτειναν το αίσθημα ότι δεν υπάρχει λύση στην κατάσταση που βίωνε.

Ο Μονσελάς επισκεπτόταν συχνά το ιατρείο και η τυπική σχέση εξελίχθηκε σε φιλία. Η Βαγενά του αποκάλυψε τι συνέβαινε με τον γάμο της και το πώς ένιωθε.  Οι συναντήσεις έγιναν πιο συχνές και εξελίχθηκαν σε βόλτες με το αυτοκίνητο σε Ελευσίνα, Κόρινθο, Σούνιο με την οδοντίατρο να μιλάει συνέχεια για τον γάμο της και πλέον να εκφράζει ανοιχτά την επιθυμία της να αυτοκτονήσει. Ο Μονσελάς θεώρησε ότι μπορεί να την μεταπείσει και δεν ξέκοψε μαζί της.

«Πρέπει να με λυτρώσεις»

Σε μια από τις βόλτες τους η Βαγενά του ζήτησε να τη βοηθήσει. Του εξήγησε ότι έχει αποφασίσει να βάλει τέλος στη ζωή της αλλά είναι δειλή και δεν μπορεί να το κάνει μόνη της. Το καλύτερο σενάριο θα ήταν να τη λυτρώσει ο φίλος της ο Μάνθος.

Τον πίεζε αφόρητα και ένα βράδυ του έδειξε ένα όπλο. «Μου το έδωσε ένας φίλος μου δικηγόρος, έχω και σφαίρες, σε παρακαλώ, πάμε να το τελειώσουμε…», του είπε. Ο Μονσελάς το πήρε από τα χέρια της και της είπε να το ξεχάσει. Συνέχισε να τον παρακαλά να τη... λυτρώσει και λίγες μέρες μετά πήγαν σε μια ερημική τοποθεσία στο Σχηματάρι. Βγήκε από το αυτοκίνητο και του ζήτησε να την σκοτώσει. Ο Μονσελάς σήκωσε το όπλο και πυροβόλησε στον αέρα. «Ήθελα να την ταρακουνήσω. Πίστεψα ότι θα φοβηθεί και θα αλλάξει» θα πει ο ίδιος. Η Βαγενά όμως είχε πάρει την απόφαση της. Οι βόλτες συνεχίστηκαν όπως και η πίεση. Του έλεγε πως θα ήταν η απόλυτη πράξη φιλίας και συμπόνιας, θα την λύτρωνε από το δράμα που ζούσε.

Το βράδυ του φόνου

Ήταν 11 Ιανουαρίου 1994 όταν παίχτηκε η τελευταία πράξη της τραγικής αυτής σχέσης. Οδήγησαν μέχρι τη Βραυρώνα και σταμάτησαν σε μια ερημική τοποθεσία. Η Βαγενά βγήκε από το αυτοκίνητο και φόρεσε ωτασπίδες. «Βγήκε από το αμάξι και άρχισε να απομακρύνεται. Κάποια στιγμή σταμάτησε, γύρισε προς τα εμένα και μου είπε, άντε καλά είναι εδώ, εντάξει. Μετά από τα λόγια αυτά η Γιόλα, μου γύρισε την πλάτη. Εγώ με το πιστόλι που εκείνη τη στιγμή γέμισα ή μάλλον όπλισα, πυροβόλησα από απόσταση δύο περίπου μέτρων τρεις φορές κατ’ αυτής. Αυτή τότε έπεσε κάτω και καθώς έπεφτε άκουσα ένα βογκητό της» θα πει ο Μονσελάς στην κατάθεση του.

Σε τραγική ψυχολογική ο 39χρονος πήρε το αυτοκίνητο και περιπλανήθηκε για αρκετή ώρα. Τελικά το εγκατέλειψε στον Κουβαρά, πέταξε τα κλειδιά και το όπλο και με οτοστόπ έφτασε στη Γλυφάδα. Είχε αρχίσει να ξημερώνει και έτσι πήρε ταξί και πήγε κατευθείαν στη δουλειά.

Όταν βρέθηκε το πτώμα, ανάμεσα σε αυτούς που κλήθηκαν για κατάθεση ήταν και ο Μονσελάς. Μάρτυρες κατέθεσαν για τις συναντήσεις τους. Κατά την ανάκριση έπεσε σε αντιφάσεις. Έλεγε ότι είχε πάει στην Πάτρα αλλά τελικά «έσπασε».

 «Ό,τι έκανα το έκανα από οίκτο προς τη Γιόλα. Προσπάθησα μόνο να την τραυματίσω. Πίστευα ότι δεν θα πέθαινε και ότι μετά από αυτό θα μετάνιωνε και δεν θα με ξαναενοχλούσε. Και ότι ίσως ο σύζυγός της να την έπαιρνε στα σοβαρά και να ξανασμίγανε» υποστήριξε. Κατά την πρώτη εμφάνιση του μπροστά στους δημοσιογράφους θα πει: «Θεωρώ βλάκα τον εαυτό μου, γιατί ασχολιόμουν με τον άλλο άνθρωπο αντί να κοιτάξω εμένα».

Η δίκη, η ποινή και η αποφυλάκιση

Η υπόθεση ήταν μοναδική στα δικαστικά χρονικά. Δεν υπήρχαν αμφιβολίες πως η Βαγενά πίεζε τον Μονσελά. Πολλοί ήταν εκείνοι που επιβεβαίωσαν ότι ήταν σε άθλια ψυχολογική κατάσταση και έβλεπε τον θάνατο σαν λύτρωση. Πίεζε την αδελφή της να την σπρώξει από την ταράτσα και είχε ζητήσει από έναν τεχνικό να της προκαλέσει ηλεκτροπληξία. Από την άλλη ο Μονσελας είχε σκοτώσει έναν άνθρωπο. Ήταν θύτης και θύμα μαζί.

Στη δίκη του η εισαγγελέας εξαπέλυσε δριμύ κατηγορώ εναντίον του συζύγου της οδοντιάτρου: «Η Γιόλα Βαγενά, δραστήρια και καταξιωμένη επιστήμων, γεμάτη ζωή και ζωντάνια, ανακάλυψε ότι αυτός που αγαπούσε διατηρούσε σχέσεις με κάποια νοσηλεύτρια. Αυτό την φόρτισε ψυχικά, την τραυμάτισε και από κει και πέρα είχε ψυχολογικά προβλήματα. Παρά τις προσπάθειές της να διακόψει ο σύζυγός της, εκείνος την αγνόησε και αυτή άρχισε να δείχνει σημεία κατάθλιψης. Ο σύζυγός της, μολονότι είχαν ζήσει μαζί 20 χρόνια, δεν είχε καταλάβει την ψυχική της κατάσταση και μάλιστα τα Χριστούγεννα, ημέρα οικογενειακής γιορτής, την πέταξε από το σπίτι. Δεν τη βοήθησε ούτε και όταν του είπε ότι θα αυτοκτονήσει. Της απάντησε “αυτό είναι επιλογή σου”. Τα λόγια αυτά ήταν η χαριστική βολή. Η Βαγενά αισθάνθηκε την ανάγκη να μιλήσει σε κάποιους ανθρώπους. Ανταπόκριση είχε από τον κατηγορούμενο. Αυτός, αντί να της δώσει κουράγιο, προσφέρθηκε να δώσει τέρμα στη ζωή της».

Η εισαγγελέας συνέχισε την αγόρευσή της απευθυνόμενη προς τον κατηγορούμενο: «Πώς θα την απέτρεπε από την ιδέα του θανάτου, όπως μας είπε εδώ, όταν την οδηγούσε σε μέρη ερημικά και σκοτεινά; Πώς προσπαθούσε να την αποτρέψει με εικονικές εκτελέσεις; Έχουμε έναν κατηγορούμενο που διέπραξε ένα στυγνό έγκλημα, του οποίου το μυστικό πήρε μαζί του το θύμα και δεν ξέρουμε αν κι εκείνο το βράδυ του ζήτησε να τη σκοτώσει. Υπήρξε μεθόδευση από πλευράς του να εξαφανίσει τα ίχνη που θα οδηγούσαν στη σύλληψή του. Ενήργησε συνειδητά και με πλήρη διαύγεια. Φρονώ ότι υπήρχε κάποιας μορφής επιρροή του θύματος, ζητώ όμως να κηρυχτεί ένοχος κατά το κατηγορητήριο, με μόνο ελαφρυντικό αυτό του προτέρου εντίμου βίου. Αν δεν υπήρχε το χέρι του Μονσελά, η Γιόλα Βαγενά θα ήταν ζωντανή και θα είχε βρει λύση στο πρόβλημά της…».

Η απόφαση ήταν ένοχος και καταδίκη σε κάθειρξη 12 ετών και 9 μηνών, ποινή που στο Εφετείο μειώθηκε κατά τρεις μήνες λόγω έντιμου προτέρου βίου. «Πιστεύω ότι ο Θεός και η Γιόλα με έχουν δικαιώσει», είπε την ώρα που οι συνοδοί αστυνομικοί τον έπαιρναν με χειροπέδες από την αίθουσα του δικαστηρίου. Στις 30 Δεκεμβρίου 1998 ο Μονσελάς άφησε πίσω του τις φυλακές Κορυδαλλού με υφ’ όρων απόλυση, αφού είχε συμπληρώσει τα 3/5 της ποινής του. Βγαίνοντας από την κεντρική πύλη τον περίμεναν δημοσιογράφοι και κάμερες, αλλά αυτός το έβαλε στα πόδια, τρέχοντας ανάμεσα από τα διερχόμενα αυτοκίνητα.

«Η κοινωνία και η πόλη δεν μου έδωσαν μια δεύτερη ευκαιρία»

Προσπάθησε να φτιάξει και πάλι τη ζωή του αλλά δεν τα κατάφερε. Πήρε ένα παλιό Citroen και ένα μικρό τροχόσπιτο και περιπλανήθηκε. Δεν έβρισκε όμως δουλειά και ένιωθε ότι η κοινωνία δεν τον αποδεχόταν. «Απογοήτευση, απελπισία, πίκρα. Δεν βρήκα τίποτα, μα τίποτα, από τα λίγα έστω που περίμενα να βρω. Όλοι μού γύρισαν την πλάτη τους. Κατάφερα να πιάσω δουλειά για δύο μήνες στα ηλεκτρονικά παιχνίδια, σ' ένα καράβι που έκανε τη γραμμή Πειραιά - Πάρο - Θήρα. Έρχονταν, λοιπόν, οι πιτσιρικάδες να παίξουν στα ηλεκτρονικά και όταν οι γονείς τους τα αναζητούσαν κι έρχονταν και μ' έβλεπαν στο ταμείο να τους δίνω τις μάρκες, τα έπαιρναν αμέσως και δεν τ' άφηναν να ξαναγυρίσουν, λες και ήμουν λεπρός. Ήμουν ο μπαμπούλας για τα παιδιά. Οι ίδιοι οι γονείς τους τούς έλεγαν: Αυτός έχει σκοτώσει. Οι εισπράξεις έπεσαν κατακόρυφα κι όπως καταλαβαίνεις δεν μπορούσα πλέον να μείνω στο καράβι. Πολλοί μου είχαν υποσχεθεί πολλά. Βγήκα από τη φυλακή με την προοπτική ότι θα εργάζομαι στην παλιά μου δουλειά και θα βγάζω, τουλάχιστον, τα μισά φιλοδωρήματα απ' αυτά που έβγαζα. Όμως ο παλιός εργοδότης μου στο πάρκινγκ, δεν με προσέλαβε. Κι αυτό, όχι γιατί δεν ήθελε όπως πιστεύω, αλλά γιατί 5-6 πελάτες του πάρκινγκ που έχουν διπλά αυτοκίνητα τον προειδοποίησαν πως "αν έρθει ο Μονσελάς θα φύγουμε εμείς...". Στην αρχή τον κάκιωσα, αλλά στη συνέχεια τον κατάλαβα και τον συγχώρεσα» θα πει.

Εγκαταστάθηκε μόνιμα σε μια σπηλιά στο λόφο του Φιλοπάππου και είχε για παρέα μόνο τα σκυλιά του. Στις γύρω περιοχές του Κουκακίου, του Θησείου και τον Άνω Πετραλώνων έγινε μια χαρακτηριστική μορφή. Προσπαθούσε να επιβιώσει και κάποια στιγμή άρχισε να πουλάει το περιοδικό «Σχεδία».

Μιλώντας για τη ζωή του μετά το φονικό δηλώνει ότι νιώθει θύμα της κοινωνίας αλλά και της χειραγώγησης από τη Γιόλα Βαγενά. «Να σου πω εγώ λοιπόν την αλήθεια, για πρώτη φορά από τότε. Δεν το έκανα εγώ το φονικό. Εκεί με έβαλαν. Δεν μπορούσα να κάνω πίσω. Με στρατολόγησαν γιατί ήμουν ένα αθώο, ένα τίμιο παιδί των δρόμων της πόλης. Αν μπορείς να καταλάβεις την έννοια αυτών των λέξεων…» τονίζει.

Ο Μονσελάς λέει ότι δεν μπορεί να θυμηθεί τίποτα από το βράδυ του φόνου. «Όταν βγήκα, νοίκιαζα αυτοκίνητα, πήγαινα κάθε μέρα στα Μεσόγεια και προσπαθούσα να βρω το συγκεκριμένο μέρος που έγινε το περιστατικό, μήπως και μπορέσω να θυμηθώ τα γεγονότα. Δεν κατάφερα να βρω το σημείο. Η Αστυνομία είπε πως ήταν κάπου μεταξύ Μαρκόπουλου, Κορωπίου, Κερατέας, αλλά εγώ δεν μπόρεσα να το βρω ώστε να με βοηθήσει να ξαναφέρω στο μυαλό μου τα γεγονότα. Εκείνο το βράδυ στις 11 Ιανουαρίου του '94 ήταν σαν να υπνοβατούσα. Ακόμη και τώρα, πίστεψέ με, δεν ξέρω τι συνέβη. Λένε για τρεις πυροβολισμούς. Κάποιος που θέλει να σκοτώσει πυροβολεί στο κεφάλι. Δεν πυροβολεί ούτε στα δάκτυλα του χεριού, ούτε στην πλάτη, που πάει να πει πως είχε γυρίσει για να μην έχω τις αντιδράσεις στο πρόσωπό της, ούτε πυροβολεί για τρίτη φορά στο πουθενά. Γιατί ένας εκτελεστής να πυροβολήσει τρίτη φορά στο πουθενά;» έχει πει και αναρωτιέται μήπως η Βαγενά τελικά τον είχε υπνωτίσει. «Δεν μπορεί να μη θυμάμαι τίποτα! Εγώ ήμουν ένα άβουλο όργανο που εκτελούσε απλά τις εντολές της» λέει.

Το παράπονο του είναι ότι δεν του δόθηκε μια δεύτερη ευκαιρία. «Όταν βγήκα προσπάθησα να μαζέψω τα κομμάτια μου. Η Γιόλα και ο Θεός με είχαν δικαιώσει. Δεν υπολόγισα όμως την κοινωνία. Όπου κι αν ζήτησα δουλειά με έδιωχναν. Ήμουν το μαύρο πρόβατο. Εμένα η πόλη μου και η κοινωνία της ποτέ δεν μου έδωσε μία δεύτερη ευκαιρία. Θαρρείς και με εξόρισαν μέσα στα ίδια της τα τείχη. Ζήτησα δουλειά αλλά δεν μου έδωσαν. Με έδιωχναν από παντού.  Όμως βαθιά μέσα στην ψυχή μου, αυτή η πόλη, που έρχονται από τα πέρατα του κόσμου να την δουν, οι σπηλιές της και οι ψυχές όσων ζουν σαν κι εμένα είναι η Πόλη μου. Και δεν την παραδίδω. Είμαι Αθηναίος».

Η υπόθεση είναι μοναδική στα ελληνικά χρονικά και οι ερμηνείες της διαφέρουν από την οπτική γωνία του καθενός. Το βέβαιο είναι ότι όταν ο Μονσελάς τράβηξε τη σκανδάλη για να λυτρώσει τη Βαγενά αφαίρεσε μια ζωή και παράλληλα κατέστρεψε μια άλλη, τη δική του.