Ιούδας Ισκαριώτης: Όργανο ή προδοτης;

 


Ποιος ήταν ο άνθρωπος που έχει συνδεθεί με το απόλυτο κακό στη χριστιανική πίστη


Έχει μείνει στην ιστορία ως η προσωποποίηση της προδοσίας. Κι όμως, ο Ιούδας ο Ισκαριώτης με το φιλί του στο μάγουλο του Ιησού έθεσε σε κίνηση όλο το θεϊκό σχέδιο που οδήγησε στην Ανάσταση και τελικά στην Σωτηρία των ανθρώπων, σύμφωνα με την χριστιανική πίστη. Ο Ιούδας, είναι ένας από τους ανθρώπους που έχει μισηθεί όσο λίγοι στην ανθρώπινη ιστορία, ενώ την ίδια στιγμή το μυστήριο γύρω από τον ίδιο παραμένει πυκνό με ορισμένους μελετητές να αμφισβητούν ακόμα και την ύπαρξή του. Ποιος ήταν τελικά στην πραγματικότητα ο Ιούδας, γιατί πρόδωσε τον Ιησού και ποιοι ήταν αυτοί που τον θεωρούσαν τον σπουδαιότερο απόστολο του Χριστού;

Ιούδας ο Ισκαριώτης

Αξίζει να σημειωθεί ότι στα Ευαγγέλια εμφανίζονται τρεις άνθρωποι που φέρουν το όνομα Ιούδας, το οποίο ήταν αρκετά σύνηθες εκείνη την εποχή. Το «Ιούδας» στα εβραϊκά σημαίνει «Αυτός που έχει υμνηθεί» ή «Ας υμνήσουμε το Θεό». Ωστόσο, ο Ιούδας ο Ισκαριώτης παρουσιάζεται πάντοτε με το προσωνύμιό του, ώστε να διακρίνεται από τους υπολοίπους.

Σχεδόν τίποτα δεν είναι γνωστό για την ζωή του Ιούδα πριν συναντήσει τον Χριστό και γίνει ένας από τους 12 μαθητές του. Οι μελετητές προσπάθησαν να βρουν πρώτα απ’ όλα πληροφορίες από το προσωνύμιο «Ισκαριώτης». Η πιο πιθανή ερμηνεία συνδέει τη λέξη με το εβραϊκό «Ishq'riyoth», δηλαδή αυτός που είναι από την πόλη Κεριώθ, τη σημερινή δηλαδή Horbet el Qarjatejn. Εξάλλου συνηθιζόταν εκείνη την εποχή να ονομάζεται κάποιος με τη συνοδεία της πόλης από την οποία  καταγόταν. Αν η ερμηνεία αυτή ευσταθεί έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς έτσι ο Ιούδας θα ήταν ο μοναδικός μαθητής του Ιησού από την περιοχή της Ιουδαίας καθώς όλοι οι υπόλοιποι γνωρίζουμε ότι κατάγονταν από την Γαλιλαία.

Μια δεύτερη ερμηνεία γύρω από το «Ισκαριώτης» συνδέει τη λέξη με τo θρησκευτικό πολιτικό κίνημα των Ζηλωτών. Συγκεκριμένα, θεωρείται ότι είναι σημιτική-αραμαϊκή μεταγραφή της λατινικής λέξης sicarius που σημαίνει ληστής, όπως παραδίδει ο Φλάβιος Ιώσηπος. Οι Σικάριοι ήταν μια από τις πλέον ριζοσπαστικές και εξτρεμιστικές ομάδες των Ζηλωτών, οι οποίοι εναντιώνονταν στην ρωμαϊκή κατοχή της Ιουδαίας και εκτελούσαν ένα είδος ένοπλου αντάρτικου πόλεων. Φέρεται να αναμειγνύονταν μέσα στα πλήθη και να χτυπούσαν όσους θεωρούσαν εχθρούς τους -είτε Ρωμαίους είτε Ιουδαίους- χρησιμοποιώντας ένα μαχαίρι (στα λατινικά sicar). Κατόπιν εξαφανίζονταν στο πλήθος. Ωστόσο, επίσημα μέσω των Ευαγγελίων δεν υπάρχει καμία αναφορά που να στηρίζει αυτήν την άποψη.

Όσον αφορά τη ζωή του, πληροφορίες φέρεται να  δίνει ένα χειρόγραφο της Ιεράς Μονής Ιβήρων, αντίγραφο του οποίου βρίσκεται στο Κελί του Αγίου Γοβδελά του Πέρσου της Ιεράς Μονής Ιβήρων, το οποίο αντέγραψε και εξέδωσε ο Αγιορείτης Ιερομόναχος Αβέρκιος το 1895 και 1896 στην Βάρνα. Το χειρόγραφο παρουσιάζει για τον Ιούδα μια ιστορία που έχει πολλά κοινά με αυτή του… Οιδίποδα. Ο Ιούδας εκδιώχνεται όταν γεννιέται από τους γονείς του επειδή η μητέρα του έχει δει όνειρο ότι το παιδί που θα γεννήσει θα σκοτώσει τον πατέρα του. Τελικά, μεγαλώνοντας πατέρας και γιος συναντιούνται και ο Ιούδας σκοτώνει τον πατέρα του, χωρίς να ξέρει ποιος είναι, ενώ στη συνέχεια παντρεύεται την μητέρα του και κάνουν παιδιά. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην εν λόγω ιστορία, η οποία μάλλον μπορεί να θεωρηθεί… μυθιστόρημα, ο πατέρας του Ιούδα ονομάζεται Ρόβελ, ενώ στα Ευαγγέλια του Κανόνα παραδίδεται ότι ο Ιούδας είναι γιος του Σίμωνα.

Ελάχιστα είναι γνωστά για τον Ιούδα και η ιστορία του είναι τόσο μυστήρια που ορισμένοι μελετητές μάλιστα έχουν φτάσει στο σημείο να αμφισβητούν την ύπαρξή του και να θεωρούν ότι ο χαρακτήρας του είναι φανταστικός. «Κανείς δεν έχει καταφέρει με επιτυχία να εντοπίσει καμία αξιόπιστη, ανεξάρτητη από τα Ευαγγέλια, πηγή σχετικά με τον Ιούδα και γι’ αυτό ορισμένοι μελετητές δυσκολεύονται να πιστέψουν ότι υπήρξε ιστορικά», αναφέρει η Σούζαν Γκούμπαρ, ομότιμη καθηγήτρια του Πανεπιστημίου της Ιντιάνα, στο βιβλίο της «Ιούδας».

Η ζωή του μέσα από τα Ευαγγέλια

Πολύ λίγα πράγματα γνωρίζουμε σχετικά με τη ζωή του Ιούδα Ισκαριώτη μέσα από τα Ευαγγέλια του Κανόνα- Μάρκου, Ματθαίου, Λουκά και Ιωάννη- αλλά και μέσα από τις Πράξεις των Αποστόλων. Οι τέσσερις Ευαγγελιστές σε ορισμένα χωρία μας παραθέτουν πληροφορίες σχετικά με τον χαρακτήρα του Ιούδα, ενώ φυσικά εστιάζουν σε αυτόν ως τον άνθρωπο που πρόδωσε τον Χριστό.

Και οι τέσσερις Ευαγγελιστές παρουσιάζουν εξ αρχής με μελανά χρώματα τον Ιούδα χαρακτηρίζοντας τον ως αυτόν που στη συνέχεια θα προδώσει τον Χριστό. Ο Λουκάς πολύ νωρίς τον χαρακτηρίζει «ὁς καί εγένετο προδότης» (Λουκ. 6, 16: ο οποίος και έγινε προδότης), και ο Μάρκος «ὁς καί παρέδωκεν αὐτόν» (Μάρκος 3, 19: ο οποίος και παρέδωσε αυτόν), ενώ ο Ιωάννης λέει «ὁ μέλλων αὐτόν παραδιδόναι» (Ιω. 12, 4: αυτός που επρόκειτο να τον παραδώσει)  και ο Ματθαίος τον χαρακτηρίζει «ὁ καὶ παραδοὺς αὐτόν» (Ματθ. 10,4: ο οποίος και παρέδωσε αυτόν).

Από τον Ιωάννη μαθαίνουμε λίγα στοιχεία περισσότερα σχετικά με τη δράση του Ιούδα πριν την προδοσία. Φαίνεται ότι ο Ιούδας δεν ήταν μορφωμένος άνθρωπος, ωστόσο κατείχε πρακτικές ικανότητες και καλές ιδιότητες που τον έκαναν να ξεχωρίζει, γι’ αυτό και ανέλαβε τα καθήκοντα του οικονόμου κρατώντας το ταμείο (το γλωσσόκομον) των μαθητών και του Χριστού. Ο Ιωάννης στα χωρία 12,3 έως και 12,8 αναφέρεται στην ιστορία σχετικά με την Μαρία, την αδερφή του Λάζαρου, η οποία άλειψε τα ποδιά του Ιησού με ένα λίτρο «μύρου γνησίου και πολυτίμου» και τα σκούπισε με τα μαλλιά της. Ο Ιούδας φέρεται να αντιδρά γιατί όπως λέει θα μπορούσαν να πουλήσουν αυτό το μύρο για 300 δηνάρια και να δώσουν τα χρήματα στους φτωχούς. Ο Ιωάννης τότε σχολιάζει: «εἶπε δὲ τοῦτο οὐχ ὅτι περὶ τῶν πτωχῶν ἔμελεν αὐτῷ, ἀλλ᾿ ὅτι κλέπτης ἦν, καὶ τὸ γλωσσόκομον εἶχε καὶ τὰ βαλλόμενα ἐβάσταζεν». (Ιω. 12,6: Είπε αυτό, όχι διότι είχε κανένα ενδιαφέρον για τους πτωχούς, αλλά γιατί ήταν κλέπτης, και είχε το κουτί των εισφορών, και κρατούσε για τον εαυτόν του τα χρήματα, που έβαζαν σε αυτό).

Σε ένα άλλο σημείο, όπου παραδίδεται η ομιλία του Ιησού στην Καπερναούμ, η αποκαλούμενη ομιλία του «Αρτου της ζωής» (Ιω. 6, 22-59), αρκετοί μαθητές αναφέρεται ότι δυσανασχέτησαν από τα λεγόμενά του Χριστού σχετικά με την διαδικασία της Θείας Ευχαριστίας (ειδικά στην αναφορά ότι θα μεταλαμβάνουν το Σώμα Του). Πολλοί μαθητές του ευρύτερου κύκλου έφυγαν και έμειναν μόνο οι δώδεκα. Ο Χρίστος ανέφερε τότε: «ἀπεκρίθη αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς· οὐκ ἐγὼ ὑμᾶς τοὺς δώδεκα ἐξελεξάμην; καὶ ἐξ ὑμῶν εἷς διάβολός ἐστιν. ἔλεγε δὲ τὸν ᾿Ιούδαν Σίμωνος ᾿Ισκαριώτην· οὗτος γὰρ ἔμελλεν αὐτὸν παραδιδόναι, εἷς ὢν ἐκ τῶν δώδεκα»  (Ιω. 6, 68-71: Απεκρίθη σε αυτούς ο Ιησούς· «εγώ δεν εξέλεξα και κάλεσα εσάς τους δώδεκα; Προσέξτε μήπως και εσείς σκανδαλισθείτε. Διότι ένας από σας είναι διάβολος εξαιτίας του φοβερού έργου, το οποίον πρόκειται να κάνει. Υπονοούσε τον Ιούδα τον υιό του Σίμωνος, τον Ισκαριώτην. Διότι αυτός έμελλε να τον παραδώσει στους εχθρούς, μολονότι ήταν ένας από τους δώδεκα). Σύμφωνα λοιπόν με μερικούς ερευνητές ο Ιούδας από το σημείο αυτό αρχίζει την απομάκρυνσή του από τον Χριστό και προετοιμάζεται η προδοσία του.

Όσον αφορά την προδοσία και οι τέσσερις Ευαγγελιστές παρουσιάζουν τον Ιούδα να έρχεται σε συμφωνία με τους Ιουδαίους Αρχιερείς και με σημάδι το φιλί στο μάγουλο να αποκαλύπτει στους στρατιώτες ποιος είναι ο Χριστός ώστε να τον συλλάβουν. Νωρίτερα, στον Μυστικό Δείπνο ο Ιούδας έχει λάβει ένα κομμάτι ψωμί από τον Ιησού, ο οποίος με αυτόν τον τρόπο δείχνει ποιος είναι αυτός που θα τον προδώσει. Σύμφωνα με τον Ιωάννη, με αυτόν τον τρόπο «μπήκε ο Σατανάς μέσα στον Ιούδα». Την επιρροή του Σατανά αναφέρει και ο Λουκάς ο οποίος αναφέρει: Εἰσῆλθε δὲ ὁ σατανᾶς εἰς Ἰούδαν τὸν ἐπικαλούμενον Ἰσκαριώτην (Λουκ. 22,3: Μπήκε ο σατανάς στον Ιούδα, τον επονομαζόμενον Ισκαριώτην).

Το περιστατικό με το ψωμί αναφέρει και ο Ματθαίος, ο οποίος συμπληρώνει τα λόγια του Ιησού με τα οποία αυτός, αν και αποδέχεται τα όσα πρόκειται να συμβούν, καταδικάζει τον Ιούδα: «ὁ μὲν υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὑπάγει καθὼς γέγραπται περὶ αὐτοῦ· οὐαὶ δὲ τῷ ἀνθρώπῳ ἐκείνῳ δι᾿ οὗ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται· καλὸν ἦν αὐτῷ εἰ οὐκ ἐγεννήθη ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος» (Ματθ. 26,24: Ο μεν υιός του ανθρώπου απέρχεται από την ζωή αυτήν, όπως ακριβώς είναι γραμμένο εις την Αγία Γραφή γι’ αυτόν· αλλοίμονο όμως στον άνθρωπο εκείνον, δια του οποίου ο υιός του ανθρώπου παραδίδεται· προτιμότερο θα ήταν γι’ αυτόν να μη είχε γεννηθεί ο άνθρωπος εκείνος»).

Στη συνέχεια, ο Ιούδας πηγαίνει στους αρχιερείς ρωτώντας ποιο αντίτιμο επιζητούν για να παραδώσει τον Ιησού. Σύμφωνα με το Ευαγγέλιο του Ματθαίου το ποσό αυτό ήταν 30 αργυρά νομίσματα.

Το τέλος του Ιούδα

Στον Ιούδα μετά την προδοσία αναφέρεται μόνο ο Ματθαίος από τους Ευαγγελιστές, ενώ μια ακόμα αναφορά υπάρχει και στις Πράξεις των Αποστόλων. Ο Ματθαίος αναφέρει ότι ο Ιούδας βλέποντας ότι η προδοσία του οδήγησε στην καταδίκη σε θάνατο του Χριστού μετανιώνει καθώς, όπως λέει, «παραδοὺς αἷμα ἀθῷον» (Ματθ. 27,4: παρέδωσα αίμα αθώο). Προφανώς ο ίδιος δεν πίστευε ότι η σύλληψη του Ιησού θα έφτανε σε τέτοιο σημείο. Έτσι, πήγε στους αρχιερείς δίνοντας τους πίσω τα χρήματα της προδοσίας, ενώ στη συνέχεια έβαλε τέλος στη ζωή του δια απαγχονισμού. Επίσης, σημειώνεται ότι με τα χρήματα αγοράστηκε από τους αρχιερείς «ο αγρός του κεραμέως».


Από την άλλη στις Πράξεις των Αποστόλων, τις οποίες έχει γράψει ο Ευαγγελιστής Λουκάς, παραδίδεται ότι ο Ιούδας αγόρασε ο ίδιος ένα χωράφι με αυτά τα χρήματα και εκεί έπεσε γονατιστός κάτω και «χύθηκαν έξω όλα τα σπλάγχνα του» (πρηνὴς γενόμενος ἐλάκησε μέσος, καὶ ἐξεχύθη πάντα τὰ σπλάγχνα αὐτοῦ, Πραξ. 1,18). Οι μελετητές θεωρούν ότι οι δύο αυτές διαφορετικές εκδοχές μπορούν εύκολα να συνδυαστούν με τον Ματθαίο να αναφέρει το είδος του θανάτου (απαγχονισμός) και τον Λουκά τον τελικό τρόπο (επειδή έπεσε, ίσως επειδή κόπηκε το σκοινί, και χύθηκαν τα σπλάχνα του). Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι ο τρόπος αυτός θανάτου που περιγράφεται στις Πράξεις ήταν συχνός για όσους τιμωρούσε ο Θεός στην Παλαιά Διαθήκη.

Τα αίτια της προδοσίας

Τι ήταν αυτό που οδήγησε ωστόσο τον Ιούδα να προδώσει τον Χριστό; Η πιο απλή εξήγηση που μπορεί να δοθεί είναι η φιλαργυρία του. Όπως άλλωστε είδαμε σύμφωνα με τον Ιωάννη, ο Ιούδας ήδη έκλεβε χρήματα από το κοινό ταμείο των μαθητών και του  Χριστού. Ωστόσο, η άποψη αυτή δεν μπορεί να στηριχτεί απόλυτα καθώς τα τριάντα αργύρια που έλαβε δεν ήταν τόσο σπουδαίο ποσό εκείνη την εποχή. Ωστόσο, εδώ μπορεί να συνδυαστεί η ερμηνεία που έχει προτείνει η καθηγήτρια Χριστιανικής Προέλευσης και Καινής Διαθήκης του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου, Έλεν Μποντ. Σύμφωνα με την ίδια, υπεύθυνοι μπορούν να θεωρηθούν οι Ιουδαίοι Αρχιερείς, οι οποίοι ίσως γνώριζαν τις αδυναμίες και τα ελαττώματα του Ιούδα, και τον χειραγώγησαν με τέτοιο τρόπο ώστε να επιτύχουν τελικά τους σκοπούς τους.

Ωστόσο, οι μελετητές θεωρούν ότι βασικότερη αιτία μπορεί να θεωρηθεί ότι ο Ιούδας δεν μπόρεσε να κατανοήσει το πραγματικό νόημα της μεσσιανικής ιδιότητας του Ιησού. Αν θεωρήσουμε μάλιστα ως γεγονός τη θεωρία που θέλει να ήταν μέλος του ιουδαϊκού κινήματος των Ζηλωτών και ειδικά των Σικάριων, ο Ιούδας ίσως έβλεπε τον Μεσσία ως τον εθνικό απελευθερωτή των Ιουδαίων από την ρωμαϊκή κυριαρχία. Έτσι, όταν διαπίστωσε ότι ο Χριστός μιλούσε για Βασιλεία των Ουρανών και όχι επίγεια Βασιλεία οδηγήθηκε σε αυτήν την πράξη.

Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και ακόμα μια άποψη που αναφέρει ότι ο Ιούδας παρακινήθηκε από φιλοπατρία. Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη, ο Ιούδας πίστευε ότι αν προδοθεί ο Ιησούς θα επακολουθούσε επανάσταση του λαού, ο οποίος είχε υποδεχθεί τον Ιησού σαν ήρωα, κι έτσι θα καταλυόταν ο ρωμαϊκός ζυγός.

Η άλλη οπτική

Κοιτάζοντας την ιστορία της προδοσίας από μια πιο αποστασιοποιημένη πλευρά θα μπορούσε κάποιος να αναρωτηθεί αν θα έπρεπε να καταδικάζουμε τόσο φανατικά την πράξη του Ιούδα από την στιγμή που εξαιτίας της συντελέστηκε ο σκοπός για τον οποίο είχε έρθει ο Ιησούς στον επίγειο κόσμο: η σταύρωση και τελικά η Ανάσταση.

Πολλοί μελετητές μάλιστα έχουν υποστηρίξει ότι η ταύτιση του Εβραίου Ιούδα με τον προδότη συντέλεσε στην μόνιμη δίωξη που αντιμετώπιζε το έθνος των Εβραίων ανά τον κόσμο στην μετά Χριστού εποχή με αποκορύφωμα το Ολοκαύτωμα από τη ναζιστική μηχανή του Χίτλερ.

Ο Καναδός καθηγητής Ουίλιαμ Κλάσεν, σε μια βιογραφία του Ιούδα που εξέδωσε το 1997 υποστήριξε ότι πολλές από τις λεπτομέρειες της προδοσίας του έχουν εφευρεθεί ή παρουσιαστεί υπερβολικά από τους πρωτοχριστιανούς ηγέτες της εκκλησίας.

Στο πλαίσιο αυτό, μια άλλη οπτική ήρθε να προσθέσει και η ανακάλυψη ενός χειρογράφου το 2006 που έγινε γνωστό ως «Ευαγγέλιο του Ιούδα». Το εν λόγω χειρόγραφο 13 σελίδων αν και είχε πρωτοανακαλυφθεί το 1978 από γεωργούς στην Αίγυπτο είχε στη συνέχεια χαθεί μέχρι που έφτασε στα χέρια της National Geographic Society, η οποία και το μετέφρασε και το παρουσίασε το 2006. Το «Ευαγγέλιο του Ιούδα» θεωρείται ότι γράφτηκε γύρω στο 150μΧ και είναι γραμμένο στα κοπτικά, ενώ ένα τελευταίο κομμάτι του είναι στα αιγυπτιακά, ωστόσο αυτή η τελική μορφή που έχουμε στα χέρια μας θεωρείται ότι είναι μετάφραση από τα ελληνικά και χρονολογείται γύρω στο 3ο αιώνα μΧ.


Το «Ευαγγέλιο του Ιούδα» είναι ένα γνωστικό κείμενο. Οι  γνωστικοί χριστιανοί, οι οποίοι κηρύχτηκαν αιρετικοί από την επίσημη Εκκλησία, θεωρούσαν ότι ο υλικός κόσμος είναι φυλακή και πως μέσα από την αληθινή γνώση μπορούσε να κατανοήσει κανείς το μυστικό της αλήθεια και να επιζητήσει την απελευθέρωση από την υλική ύπαρξή του. Το κείμενο αυτό δίνει μια τελείως διαφορετική εικόνα για τη σχέση του Ιούδα με τον Ιησού. Εδώ, ο Ιούδας εμφανίζεται ως ο αγαπημένος μαθητής του Χριστού με τον τελευταίο να του ζητά να τον προδώσει ώστε να ελευθερωθεί από το «ανθρώπινο σαρκίο του» και να επιτελέσει το έργο του καθώς ο Ιούδας εμφανίζεται να είναι ο μόνος που μπορεί να κατανοήσει το πραγματικό περιεχόμενο των λόγων του Χριστού.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η πρώτη αναφορά σε ένα απόκρυφο έργο που αποκαλείται «Ευαγγέλιο του Ιούδα» γίνεται στα συγγράμματα του θεολόγου Ειρηναίου της Λυών, του χριστιανού επισκόπου του γαλλικού Λούγδουνου που έζησε στα τέλη του 2ου αιώνα μ.Χ. Στο έργο του προσπάθησε να αποκηρύξει τον γνωστικισμό και στο «Κατά Αιρέσεων» (ή «Έλεγχος και Ανατροπή της Ψευδωνύμου Γνώσεως») και αναφέρει: «Λέγεται ότι ο Ιούδας ο προδότης τα γνώριζε πολύ καλά αυτά και μόνο εκείνος είχε πληροφορηθεί την αλήθεια, όπως κανένας άλλος, φέρνοντας έτσι σε πέρας το μυστήριο της προδοσίας. Μέσω αυτού, όλα τα πράγματα, επίγεια και επουράνια, οδηγήθηκαν στη διάλυση. Παρουσιάζουν δε ως αποδεικτικό στοιχείο ένα πλαστούργημα, το οποίο αποκαλούν το ‘Ευαγγέλιο του Ιούδα’».

Η μετάφραση που παρουσίασε η National Geographic Society πάντως προκάλεσε έντονες αντιδράσεις καθώς θεωρήθηκε ότι παράφραζε το κοπτικό κείμενο, ενώ σε πολλά σημεία είχαν προστεθεί αυθαίρετα κομμάτια λόγου ώστε να συμπληρωθούν όσα έλειπαν και για να παρουσιάσουν μια τελείως διαφορετική εικόνα του Ιούδα.

Σε κάθε περίπτωση, το κείμενο αυτό φαίνεται ότι γράφτηκε τουλάχιστον έναν αιώνα με την ζωή και την Ανάσταση του Χριστού, όπως και τα περισσότερα από τα λεγόμενα Απόκρυφα Ευαγγέλια, οπότε θα ήταν πρακτικά αδύνατο ο άγνωστος συγγραφέας του να γνώριζε τι ακριβώς έχει συμβεί. Με αυτόν τον τρόπο δεν μπορεί να αναγνωριστεί ως ιστορικό κείμενο.

«Η αλήθεια είναι ότι δεν γνωρίζουμε γιατί ο Ιούδας έκανε ό,τι έκανε», αναφέρει ο Ρόμπερ Κάργκιλ, επίκουρος καθηγητής στο Τμήμα Κλασσικών και Θρησκευτικών Σπουδών του πανεπιστημίου της Αϊόβα των ΗΠΑ. «Η μεγάλη ειρωνεία φυσικά είναι ότι χωρίς την προδοσία του Ιούδα, ο Ιησούς δεν θα είχε παραδοθεί στους Ρωμαίους και δεν θα είχε σταυρωθεί. Χωρίς τον Ιούδα, δεν θα είχαμε την βασική ουσία του Χριστιανισμού, δεν θα είχαμε την Ανάσταση».