Άλφρεντ Λισκόφ: Ο Γερμανός στρατιώτης που προειδοποίησε τους Σοβιετικούς για τη ναζιστική επίθεση


Το βράδυ της 21ης Ιουνίου 1941 ο Λισκόφ πέρασε τον ποταμό Μπουκ και ενημέρωσε τους Σοβιετικούς για την επικείμενη επίθεση. Η μοίρα του αποτελεί έως σήμερα μυστήριο


Στις αρχές του καλοκαιριού του 1941 οι γερμανικές δυνάμεις είχαν συγκεντρωθεί στα σύνορα με τη Σοβιετική Ένωση. Η «Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα» θα ξεκινούσε στις 22 Ιουνίου. Παρά τις πληροφορίες που έστελναν οι κατάσκοποι και τις πιέσεις από τους στρατηγούς του ο Στάλιν παρέμενε δύσπιστος ότι ο Χίτλερ θα έκανε ένα τέτοιο βήμα. Λίγες ώρες πριν την επίθεση ένας Γερμανός στρατιώτης ενημέρωσε τους Σοβιετικούς για το τι θα ακολουθούσε. Αυτή είναι η τραγική ιστορία του Άλφρεντ Λισκόφ.

«Ένας Γερμανός στρατιώτης πέρασε τα σύνορα στην περιοχή Σοκάλ»

Τις πρώτες πρωινές ώρες της 22ας Ιουνίου 1941 το 90στό συνοριακό τάγμα στέλνει τηλεγράφημα στο οποίο αναφέρει: «Στις 21:00 της 21ης Ιουνίου στο σημείο που βρίσκεται η 4η διοίκηση συνελήφθη ο Άλφρεντ Λισκόφ, ένας Γερμανός στρατιώτης του 22ου συντάγματος πεζικού, της 74η μεραρχίας (στην πραγματικότητα ανήκε στην 75η). Μεταφέρθηκε στo αρχηγείο του τάγματος όπου μας ανακοίνωσε ότι στις 22 Ιουνίου ο γερμανικός στρατός θα προχωρήσει σε επίθεση. Επιπλέον μας είπε ότι το πυροβολικό έχει ήδη πάρει θέσεις βολής ενώ τα τανκ και το πεζικό βρίσκονται ήδη σε θέση επίθεσης».

Στις 03:10 έχει καταγραφεί ένα τηλεφώνημα το οποίο τονίζει: «Ένας Γερμανός στρατιώτης πέρασε τα σύνορα στην περιοχή Σοκάλ. Το όνομα του είναι Άλφρεντ Γκερμάνοβιτς Λισκόφ, είναι 30 ετών και ήταν εργάτης, μαραγκός σε εργοστάσιο κατασκευής επιπλων. Έμενε στο Κόλμπεργκ της Βαυαρίας και έχει αφήσει πίσω του τη σύζυγο του, το παιδί τους και τους γονείς του. Από το 1939 υπηρετεί ως μηχανικός τάγματος. Το τάγματα του βρίσκεται στην Τσελέζα, πέντε χιλιόμετρα βόρεια του Σοκάλ. Υποστηρίζει ότι είναι κομμουνιστής και ότι η ζωή στη Γερμανία είναι πολύ δύσκολη για τους στρατιώτες και τους εργάτες. Μας ενημέρωσε πως πριν δραπετεύσει ο διοικητής της ομάδας, υπολοχαγός Σουλτς έδωσε εντολή για προετοιμασία και τους είπε ότι απόψε θα περάσουν τον ποταμό Μπουκ με σχεδίες, πλωτήρες και βάρκες. Μας είπε ότι ως υποστηρικτής των Σοβιετικών όταν έμαθε για το σχέδιο αποφάσισε να δραπετεύσει και να μας ενημερώσει».

Ο μαραγκός που έγινε στρατιώτης

Ο Άλφρεντ Λισκόφ γεννήθηκε το 1910 στο χωριό Ντρενόφ του Κόλμπεργκ, περιοχή που πλέον ανήκει στην Πολωνία. Η οικογένεια του ήταν πολύ φτωχή και υπάρχουν κάποιες αναφορές ότι πράγματι ασπαζόταν τις ιδέες του κομμουνισμού. Στρατολογήθηκε το 1939 και τελικά το τάγμα του στάλθηκε στο Βόρειο Μέτωπο. Το βράδυ της 21ης Ιουνίου 1941, αφού άκουσε τις εντολές του υπολοχαγού Σουλτς αποφάσισε να δράσει. Πέρασε κολυμπώντας τον Μπουκ και παραδόθηκε στο σοβιετικό φυλάκιο. Ενημέρωσε πως η γερμανική επίθεση θα ξεκινούσε στις 04:00 της 22ας Ιουνίου και έδωσε λεπτομέρειες για τις θέσεις του πυροβολικού και των τανκ.

Ο Λισκόφ (φωτό) αντιμετωπίστηκε με καχυποψία αν και η διοίκηση έδωσε εντολή για επαγρύπνηση. Στα απομνημονεύματα του ο ταγματάρχης Μπιτσκόφσκι αναφέρεται στον Γερμανό στρατιώτη. Τονίζει ότι στο σημείο που παραδόθηκε δεν υπήρχε μεταφραστής έτσι μεταφέρθηκε στο αρχηγείο της κοντινής πόλης Βολοντιμίρ-Βολίνσκι. Εκεί,  περίπου στη 01:00 ο Λισκόφ ενημέρωσε για την επικείμενη επίθεση. «Ενημέρωσα προσωπικά τον υποστράτηγο Ποτάποφ ο οποίος αντέδρασε με καχυποψία και δεν το έλαβε σοβαρά. Και εγώ ο ίδιος δεν ήμουν απολύτως πεπεισμένος για την εγκυρότητα των όσων είπε ο Λισκόφ αλλά έδωσε εντολή για επαγρύπνηση και ενίσχυση των θέσεων κοντά στο ποτάμι. Από τα φυλάκια με ενημέρωσαν ότι δεν εντοπίζουν τίποτα ύποπτο και ότι τα πάντα είναι ήρεμα. Ήξερα ότι οι μεταφραστές μας δεν είναι καλοί και έτσι κάλεσα έναν δάσκαλο γερμανικών. Μιλούσε άψογα τη γλώσσα και μίλησε με τον Λισκόφ. Μου επανέλαβε τα ίδια. Πριν καν τελειώσει άκουσα τα πρώτα πυρά. Συνειδητοποίησα ότι ήταν οι Γερμανοί που επιτίθονταν. Αυτό επιβεβαίωνε όλα όσα έλεγε ο στρατιώτης. Προσπάθησα να πάρω τη διοίκηση αλλά η γραμμή ήταν νεκρή» γράφει ο Μπιτσκόφσκι. O στρατηγός Γκέοργκι Ζουκόφ, στα απομνημονεύματα του, επιβεβαιώνει ότι ενημερώθηκε για τον Λισκόφ.

Ο σοβιετικός στρατός χρησιμοποίησε τον Γερμανό στρατιώτη για προπαγάνδα. Ο υποστράτηγος Μπούρτσεφ αναφέρει ότι από τις 27 Ιουνίου άρχισαν να κυκλοφορούν φυλλάδια με θέμα τον Λισκόφ. «Είμαι από οικογένεια εργατών από το Κόλμπεργκ. Οι γονείς μου κι εγώ μισούμε τον Χίτλερ και το καθεστώς του. Για εμάς η Σοβιετική Ένωση είναι μια φιλική χώρα και δεν θέλουμε να πολεμήσουμε με τους πολίτες της. Υπάρχουν πολλές τέτοιες οικογένειες στην Γερμανία. Δεν θέλουν πόλεμο με τους Σοβιετικούς» φερόταν να δηλώνει ο Λισκόφ.

«Ήταν μια ευκαιρία για εμάς. Ένας Γερμανός που πέρασε στις γραμμές μας. Η ιστορία του δημοσιεύθηκε και στην Πράβδα και πάνω σε αυτό το κείμενο βασίστηκε το φυλλάδιο» αναφέρει ο Μπούρτσεφ και τονίζει πως ο Λισκόφ μεταφέρθηκε στη Μόσχα.

Η Comintern, η σύλληψη και το τέλος

Κάπου εκεί ξεκινά το μυστήριο για την μοίρα του Γερμανού στρατιώτη. Στα αρχεία της Βέρμαχτ αρχικά αναφέρουν ότι σκοτώθηκε στις 22 Ιουνίου 1941. Θεώρησαν ότι πνίγηκε στο ποτάμι. Τον Ιούλιο όμως εντοπίστηκαν φυλλάδια για τον Λισκόφ και η Γκεστάπο ξεκίνησε έρευνα και μάλιστα ανέκρινε την οικογένεια του. Σε έγγραφα που εντοπίστηκαν άνθρωποι που τον γνώριζαν τον χαρακτηρίζουν ως «ήρεμο, ευγενικό, ιδεαλιστή και ποιητή». Είχε γράψει πολλά ποιήματα αλλά δεν τολμούσε να τα δημοσιεύσει, τόνιζαν.

Σύμφωνα με πληροφορίες ο Λισκόφ έγινε μέλος της Comintern με σκοπό να μιλά σε στρατόπεδα με αιχμάλωτους Γερμανούς στρατιώτες. Ζούσε ελεύθερος σε χώρο που το παραχώρησε η Comintern και παρακολουθούνταν στενά.

Στα τέλη του 1941 συνελήφθη από την NKVD. Διάφορες πηγές τονίζουν ότι διαφώνησε με την ηγεσία της Comintern και συγκεκριμένα τον προστατευόμενο του Στάλιν, Γκεόργκι Νιμιτρόφ. Ο ίδιος ο Ντιμιτρόφ στο ημερολόγιο του απλά τονίζει ότι τον έχει υπό τις οδηγίες του. Σε μια από τις αναφορές όμως τον ατόμων που παρακολουθούσαν τον Λισκόφ τονίζεται ότι έκανε σχόλια για τον Ντιμιτρόφ και υποστήριζε ότι ουσιαστικά είναι κατάσκοπος των Γερμανών. Φέρεται να έλεγε μάλιστα ότι οι Ναζί τον απελευθέρωσαν για να σπείρει διχόνοια στο κόμμα. Στην ίδια αναφορά τονίζεται ότι ο Λισκόφ εξέφραζε τις υποψίες του ότι ο Γκεόργκι Ντιμιτρόφ έχει εκτελεστεί στην Γερμανία μετά την πυρκαγιά στο Ράιχασταγκ και ο διοικητής της Comintern είναι ο αδελφός του. Σε κάποιες άλλες αναφορές ο Λισκόφ εμφανίζεται να έχει συνειδητοποιήσει ότι τον παρακολουθούν και να είναι απογοητευμένος και οργισμένος. Κάποιοι μιλούν για πολύ περίεργη συμπεριφορά.

Σε τηλεγράφημα που στάλθηκε τα Χριστούγεννα του 1941 από τον υπεύθυνο της NKVD στην Ούφα (ρωσική πόλη) τονίζεται ότι θα παρθούν μέτρα κατά του Λισκόφ. Τελικά κατηγορήθηκε για αντισημιτισμό-φασισμό και συνελήφθη. Μετά το 1942 τα ίχνη του εξαφανίζονται.

Οι τελευταίες πληροφορίες για τον Λισκόφ εντοπίζονται σε ένα βιβλίο για την Δημοκρατία του Μπασκορτοστάν. Εκεί τονίζεται ότι συνελήφθη στις 15 Ιανουαρίου 1942 και «επανεντάχθηκε» στις 16 Ιουλίου 1942. Μετά το 1942 τα ίχνη του εξαφανίζονται. Αυτό το« επανεντάχθηκε» προκάλεσε ερωτηματικά. Ο Ρώσος δημοσιογράφος Ιρέκ Σαμπίτοφ έκανε έρευνα κατά την οποία αποκάλυψε τη μοίρα του Λισκόφ. «Μετά τη σύλληψη του έδειξε σημάδια ψυχολογικής αστάθειας και τον ανέλαβαν ψυχίατροι. Στα τέλη Ιουλίου 1942 αφέθηκε ελεύθερος και στάλθηκε στο Νοβοσιμπίρσκ. Εκεί στις αρχές του 1944 εξαφανίζεται χωρίς κανένα ίχνος» τονίζει ο Σαμπίτοφ. Το όνομα του Λισκόφ δεν εμφανίζεται σε κάποια λίστα των στρατοπέδων συγκέντρωσης (γκουλάγκ) της περιοχής. Το γιατί στάλθηκε στο Νοβοσιμπίρσκ και τι έκανε εκεί παραμένει μυστήριο. Εικάζεται ότι πέθανε αντιμετωπίζοντας σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα.