Έκανα το καλύτερο που μπορούσα...


Η συγκλονιστική ιστορία της Μάργκαρετ Γκάρνερ. Η γυναίκα που σκότωσε την κόρη της και επιχείρησε να βάλει τέλος στη ζωή όλων των παιδιών της για να μην ζήσουν ως σκλάβοι


O πάστορας Χένρι Μπούσνελ προσπαθούσε να καταλάβει. Πώς μια τόσο θεοσεβούμενη γυναίκα μπόρεσε να κάνει κάτι τέτοιο;

«Γιατί δεν εμπιστεύτηκες τον Θεό; Γιατί δεν περίμενες, γιατί δεν είχες υπομονή;» ρώτησε τη Μάργκαρετ.

«Περίμενα! Μετά όμως τολμήσαμε να το κάνουμε. Δραπετεύσαμε με φόβο αλλά με ελπίδα. Η ελπίδα χάθηκε, ο Θεός δεν εμφανίστηκε να μας σώσει. Έκανα το καλύτερο που μπορούσα» του απάντησε.

Όταν η Μάργκαρετ βρέθηκε μπροστά στο φρικτό δίλλημα, όταν έπρεπε να πάρει μια απόφαση για το μέλλον των παιδιών της  «το καλύτερο που μπορούσε να κάνει» μοιάζει αδιανόητο για όποιον δεν έχει ζήσει τη δική της ζωή.

Γεννημένη στη σκλαβιά

Η Μάργκαρετ γεννήθηκε στη φυτεία της οικογένειας Γκέινς στο Κεντάκι μια εποχή που τα παιδιά των σκλάβων θεωρούνταν ιδιοκτησία των αφεντικών. Με τη διεστραμμένη λογική που κυριαρχούσε κυρίως στο αμερικάνικο Νότο, η Μάργκαρετ γεννήθηκε σκλάβα. Η ανοιχτόχρωμη επιδερμίδα της είχε οδηγήσει σε μια φημολογία ότι ήταν ο καρπός του βιασμού της μητέρας της από τον ιδιοκτήτη της φυτείας, τον πολιτικό Τζον Πόλαρντ Γκέινς. Τα αφεντικά συνήθιζαν να εκμεταλλεύονται σεξουαλικά τις σκλάβες και έτσι το ενδεχόμενο η Μάργκαρετ να έχει πατέρα τον... ιδιοκτήτη της δεν μπορεί να αποκλειστεί. Από πολύ μικρή ηλικία εργαζόταν ως υπηρέτρια στο σπίτι των Γκέινς. Τους ακολουθούσε ακόμα και στα ταξίδια τους.

Η οικογένεια και η ελπίδα

Το 1849 η Μάργκαρετ παντρεύτηκε τον Ρόμπερτ Γκάρνερ. Λίγους μήνες μετά το γάμο η φυτεία και όλοι οι σκλάβοι άλλαξαν ιδιοκτήτη. Πέρασαν στα χέρια του αδελφού του Τζον Γκέινς, Άρτσιμπαλντ. Υπό νέα ιδιοκτησία. στις αρχές του 1850, η Μάργκαρετ και ο Ρόμπερτ έγιναν για πρώτη φορά γονείς. Ο Τόμας ήταν το πρώτο τους παιδί. Θα ακολουθούσαν άλλα τρία, ο Σάμιουελ, η Μέρι και η Πρισίλα. Όπως και στην περίπτωση της μητέρας της έτσι και σε αυτή της Μάργκαρετ υπάρχουν αναφορές ότι κάποια από τα παιδιά είχαν πατέρα τον... ιδιοκτήτη.

Στα μέσα του 1850 όλο και περισσότεροι σκλάβοι δραπέτευαν από τις νότιες πολιτείες στον ελεύθερο βορρά. Το δίκτυο του λεγόμενου «υπόγειου σιδηροδρόμου» που φυγάδευε εκατοντάδες σκλάβους και έδινε ελπίδες σε όσους είχαν τη δύναμη να ρισκάρουν τη ζωή τους για να γλιτώσουν από τα δεσμά.

Η Μάργκαρετ και ο Ρόμπερτ πήραν τη μεγάλη απόφαση. Στις 28 Ιανουαρίου 1856 δραπέτευσαν με προορισμό τον Βορρά. Η Μάργκαρετ ήταν έγκυος και εκτός από τα τέσσερα παιδιά τους είχαν μαζί τους και τον πατέρα του Ρόμπερτ με τη σύζυγο του. Συνολικά εκείνη την ημέρα από τη φυτεία δραπέτευσαν 17 άτομα.

Ο Ρόμπερτ έκλεψε μια άμαξα και κατευθύνθηκαν προς την περιοχή Στορς. Πέρασαν τον παγωμένο εκείνη την εποχή ποταμό Οχάιο και τελικά έφτασαν στο σπίτι του εξαδέλφου της Μάργκαρετ, Ελάιτζα Κάιτ. Θεωρούσαν ότι πλέον είναι ασφαλείς αλλά ο ιδιοκτήτης και οι αρχές βρίσκονταν ήδη στο κατόπι τους...

«Ήταν καλύτερα...»

Ο Κάιτ έφυγε από το σπίτι για να οργανώσει τη μεταφορά της οικογένειας πιο βόρεια. Αστυνομικοί και κυνηγοί σκλάβων περικύκλωσαν το σπίτι. Φώναξαν στην οικογένεια να βγει έξω και να παραδοθεί. Σε πανικό ο Ρόμπερτ έβγαλε το πιστόλι του και πυροβόλησε. Πέτυχε έναν αστυνομικό στο χέρι. Ο κλοιός στένευε και ο χρόνος της ελευθερίας τελείωνε. Η Μάργκαρετ πήρε την απόφαση της και έβγαλε το μαχαίρι που έκρυβε στην φούστα της. Όταν οι αστυνομικοί μπήκαν στο σπίτι η μόλις δυόμιση ετών Μέρι ήταν νεκρή. Η μητέρα της τής είχε κόψει τον λαιμό. Τα υπόλοιπα παιδιά κείτονταν τραυματισμένα στο πάτωμα. Προσπάθησε να τα σκοτώσει κι αυτά αλλά δεν τα κατάφερε. «Ήθελα να τα σκοτώσω όλα και να αυτοκτονήσω. Δεν πρόλαβα. Ήταν δικά μου. Ήξερα ότι είναι καλύτερα για αυτά να πάνε πίσω στον Θεό παρά πίσω στη σκλαβιά» θα πει στον πάστορα Μπούσνελ.

Η δίκη και η... επιστροφή

«Ήταν μουλάτα, δεν είχε πολύ σκούρο δέρμα. Λίγο πάνω από 1,50. Φαινόταν να είναι 21 ή 23 ετών. Είχε μια ουλή στο αριστερό μέρος του μετώπου της και στο μάγουλο. Μου είπε ότι της την έκανε ένας λευκός που τη χτύπησε. Τα αγόρια ήταν έξι και τεσσάρων ετών. Η Πρισίλα μωρό και η Μέρι ήταν δυόμιση ετών» θα πει ο επιχειρηματίας και ανθρωπιστής Λίβαι Κόφιν ο οποίος επισκέφθηκε την Μάργκαρετ στη φυλακή.

H υπόθεση και η δίκη που ακολούθησε τράβηξε το ενδιαφέρον του Τύπου. Άλλοι την παρουσίασαν σαν αδίστακτη και άλλοι σαν απεγνωσμένη γυναίκα που έφτασε στο έγκλημα για να μην ζήσουν τα παιδιά της όλα όσα είχε ζήσει η ίδια. Την οικογένεια υπερασπίστηκε ο Τζον Τζόλιφι ο οποίος επιχείρησε να πείσει το δικαστήριο ότι η Μάργκαρετ πρέπει να δικαστεί για φόνο σε μια ελεύθερη πολιτεία. Ήλπιζε ότι έτσι θα της εξασφάλιζε χάρη από τον τοπικό κυβερνήτη καθώς η υπόθεση είχε γίνει γνωστή στον Βορρά και η Μάργκαρετ αντιμετωπιζόταν ως θύμα του θεσμού της δουλείας.

Ο δικαστής δεν δέχθηκε το αίτημα του Τζόλιφι και διέταξε την επιστροφή της Μάργκαρετ και της οικογένειας της στον ιδιοκτήτη τους. Κατά τη διάρκεια της κράτησης της είχε γεννήσει ένα κοριτσάκι. Η επιμονή του Τζόλιφι έφερε τελικά ένα ένταλμα για δίκη στο Οχάιο αλλά ο ιδιοκτήτης των Γκάρνερ, Άρτσιμπαλντ Γκέινς μετακινούσε συνέχεια την οικογένεια για να μην τους εντοπίσουν. Τελικά τους έβαλε σε ένα ατμόπλοιο με προορισμό μια φυτεία στο Άρκανσο.

Στη διαδρομή, στις 6 Μαρτίου 1856,  το πλοίο συγκρούστηκε με άλλο σκάφος. Κατά τη σύγκρουση η Μάργκαρετ και το μωρό έπεσαν στη θάλασσα. Η μικρή δεν επέζησε. Ο Τύπος έγραψε πως η Μάργκαρετ ήταν ευτυχισμένη για το γεγονός ότι το μωρό πνίγηκε αλλά δυστυχισμένη γιατί επέζησε η ίδια.

Στη φυτεία στο Άρκανσο έμεινε με τον Ρόμπερτ για μικρό διάστημα και στη συνέχεια τους μετέφεραν στη Νέα Ορλεάνη. Κατέληξαν σε μια φυτεία στο Τενεσί.  Το 1870 ένας δημοσιογράφος της Cincinnati Chronicle κατάφερε να εντοπίσει τον Ρόμπερτ. Του είπε ότι η Μάργκαρετ είχε πεθάνει δύο χρόνια πριν, στη φυτεία του δικαστή Ντιούιτ Κλίντον Μπόναμ, από τυφοειδή πυρετό. «Πριν σβήσει μου ζήτησε να μην παντρευτώ ποτέ ξανά όσο είμαι σκλάβος. Μου είπε να ζήσω με την ελπίδα της ελευθερίας» είπε ο Ρόμπερτ.

Η ιστορία της Μάργκαρετ Γκάρνερ ενέπνευσε την Τόνι Μόρισον για να γράψει το 1987 το βιβλίο της «Αγαπημένη» (στα ελληνικά κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Παπαδόπουλος) που θεωρείται από τα κορυφαία της λεγόμενης μαύρης λογοτεχνίας.