«Θα εκτίσω την ποινή μου γιατί είναι δική μου και την κάνω ό,τι θέλω»


Όταν ο Βασίλης Ραφαηλίδης μπήκε στη φυλακή μετά από μήνυση του σκηνοθέτη Κώστα Καραγιάννη. Η ταινία «Καταζητείται το πρόσωπο της ημέρας» και η στάση του Ραφαηλίδη που προκάλεσε αμηχανία

Το 1983 η Ελλάδα συγκλονιζόταν από την υπόθεση του Κυριάκου Παπαχρόνη. Ο «Δράκος της Δράμας» είχε δολοφονήσει δύο γυναίκες, είχε αποπειραθεί να σκοτώσει άλλες επτά και είχε διαπράξει βιασμούς, κακοποιήσεις και βομβιστικές επιθέσεις. Ο σκηνοθέτης Κώστας Καραγιάννης βλέποντας μια εμπορική ευκαιρία δημιούργησε την ταινία «Καταζητείται το πρόσωπο της ημέρας» με πρωταγωνιστή τον Βλάσση Μπονάτσο.

Το φιλμ, του οποίου εκτός από τη σκηνοθεσία και το σενάριο ανήκε στον Καραγιάννη, αφηγούταν την ιστορία ενός νεαρού άντρα με ψυχολογικά προβλήματα. Ο πρωταγωνιστής εξελίσσεται σταδιακά σε βιαστή  με τη δράση του να έχει αρκετές ομοιότητες με αυτή του Παπαχρόνη.  Η ταινία είχε πολλές και ιδιαίτερα τολμηρές ερωτικές σκηνές και σε συνδυασμό με την επικαιρότητα ο Καραγιάννης θεώρησε ότι θα αποτελέσει μεγάλη εισπρακτική επιτυχία.

Οι αρχές όμως δεν έδωσαν άδεια για την κυκλοφορία της ταινίας στους κινηματογράφους όσο βρισκόταν σε εξέλιξη η δίκη του Παπαχρόνη. Αυτό εξόργισε τον ιδιαίτερα οξύθυμο Καραγιάννη που προχώρησε σε μια διαμαρτυρία-σόου στο Σύνταγμα. Ο σκηνοθέτης πήρε μια κόπια της ταινίας και βενζίνη και απείλησε να την κάψει και στη συνέχεια να αυτοπυρποληθεί.

Με άρθρο του στο «Έθνος» της 17ης Οκτωβρίου 1983 ο δημοσιογράφος-κριτικός κινηματογράφος Βασίλης Ραφαηλίδης αναφέρθηκε στην ταινία και στη διαμαρτυρία του Κώστα Καραγιάννη. Σε κείμενο με τίτλο «Τρεις δράκοι και μία σχιζοφρένεια» ο Ραφαηλίδης με το καυστικό του στιλ γραφής τόνιζε πως το φιλμ δημιουργήθηκε για καθαρά εμπορικούς λόγους και αποκλειστικός του σκοπός ήταν η εκμετάλλευση της υπόθεσης Παπαχρόνη. Προσέθετε ότι η διαμαρτυρία του Καραγιάννη δεν είχε στόχο τη δημοκρατία αλλά το προσωπικό του κέρδος και μόνο.

Μετά τη δημοσίευση του κειμένου ακολούθησε μήνυση του Καραγιάννη στον Ραφαηλίδη για «εξύβριση δια του Τύπου». Η υπόθεση οδηγήθηκε στις αίθουσες των δικαστηρίων και πήρε μια αναπάντεχη τροπή που προκάλεσε την αμηχανία του κρατικού μηχανισμού.


«Υπάρχει, πράγματι, εδώ μια θιγμένη τιμή αλλά με την καθαρά οικονομική έννοια»

Ο Βασίλης Ραφαηλίδης στην απολογία του ανέφερε: «Ούτε συκοφάντησα, ούτε εξύβρισα τον κ. Καραγιάννη. Απλώς έκανα έντονη κριτική σε μια πολύ συγκεκριμένη συμπεριφορά του, όταν διαμαρτυρόμενος στο Σύνταγμα για την απαγόρευση της ταινίας του «Δράκος» προσπάθησε να εμφανισθεί ως θιγμένος απ’ τη λογοκρισία δημοκράτης, τη στιγμή που δεν ήταν παρά ένας έμπορος που δεν μπόρεσε να εκμεταλλευθεί εμπορικά την περιστασιακή ταινία του. Τότε στο Σύνταγμα ο κ. Καραγιάννης έδινε ένα σόου για λόγους διαφημιστικούς και σήμερα στο δικαστήριο επαναλαμβάνει το ίδιο σόου ενώπιον σας κ. δικαστές. Δεν νομίζω πως τον ενδιαφέρει η τυχόν μομφή, απ’ την τυχόν εξύβριση. Τον ενδιαφέρει μόνο το διαφυγόν κέρδος. Και χαίρομαι γιατί το κείμενό μου συνετέλεσε στο να έχει διαφυγόν κέρδος, εξαιτίας της μετάδοσής του απ’ το ραδιόφωνο. Θα μπορούσε να με μηνύσει για «παρακώλυση διακινήσεως εμπορεύματος». Ωστόσο, προτίμησε μια κατηγορία τάξεως «ηθικής» και «ψυχολογικής» για να θολώσει τα νερά και από καπιταλιστής, να εμφανισθεί ως δημοκράτης. Αυτό ακριβώς θεώρησα σαν απάτη. Δηλαδή, το να διεκδικεί το διαφυγόν κέρδος εν ονόματι των συνταγματικών κτλ. δικαιωμάτων. Αυτή η μέθοδος είναι συνηθισμένη στον καπιταλισμό και εγώ έκρινα μόνο τον καπιταλιστή – Καραγιάννη και όχι τον άνθρωπο – Καραγιάννη. Έκρινα δηλαδή έναν έμπορο που την εμπορική του οργή την εμφανίζει ως δημοκρατική οργή. Προς επικουρίαν αναφέρω το γεγονός πως μηνύει μόνο εμένα, τον μισθωτό εργαζόμενο στην εφημερίδα και όχι και τα στελέχη της εφημερίδας που φέρουν κι αυτοί, μαζί με μένα, την ευθύνη του δημοσιεύματος. Κατά κανόνα, στα αδικήματα Τύπου κατηγορούμενος δεν είναι μόνο ο συντάκτης. Γιατί, λοιπόν, με απομόνωσε; Προφανώς γιατί του ήταν δύσκολο να μηνύσει επίσης τον κ. Μπόμπολα και τον κ. Φιλιππόπουλο. Ενώ ήταν εύκολο να ζητήσει τη δίωξη ενός εργαζόμενου, ως καλός και συνεπής καπιταλιστής, που φοβάται τους ανθρώπους της ίδιας ή και μεγαλύτερης οικονομικής επιφάνειας και που συνήθισε να διώκει τους οικονομικά λιγότερο ισχυρούς. Τώρα, μ’ αυτή τη δίκη προσπαθεί να τρομοκρατήσει μισθωτούς δημοσιογράφους για να μην του θίξουν και στο μέλλον τα εμπορικά του συμφέροντα. Γιατί νομίζω πως μόνο αυτά τον ενδιαφέρουν. Η «τιμή και η υπόληψη» είναι το εύκολο άλλοθι. Ο κ. Καραγιάννης ήξερε πως η απαγόρευση της ταινίας του απ’ το Υπουργείο Προεδρίας ήταν πρόσκαιρη, αφού η λογοκρισία είχε ήδη καταργηθεί. Όμως, ήθελε να εκμεταλλευθεί την επικαιρότητα της υπόθεσης Παπαχρόνη και με την παρέμβαση του υπουργείου έχασε τα εισιτήρια που θα έκαμνε τότε, πάνω στον αναβρασμό. Αυτός είναι ο πραγματικός λόγος της οργής του και όχι η «θιγμένη του τιμή». Υπάρχει, πράγματι, εδώ μια θιγμένη τιμή αλλά με την καθαρά οικονομική έννοια. Είναι η λιγοστή είσπραξη από μια ταινία που μοναδικός της σκοπός ήταν η υφαρπαγή του εισιτηρίου του θεατή. Αυτόν ακριβώς τον θεατή προσπάθησα να προστατέψω, όπως είχα χρέος. Εν ολίγοις, δεν με ενάγει εδώ ο άνθρωπος – Καραγιάννης, με τον οποίο άλλωστε δεν έχω τίποτα, αλλά ο καπιταλιστής – Καραγιάννης, με τον οποίο έχω πολλά. Και βέβαια είναι αφέλεια να πιστεύει ότι θα με κάμψει τρομοκρατώντας με. Δεν θα σταματήσω να είμαι με τη μεριά των αδικημένων και των κοροϊδεμένων».

40 μέρες φυλακή

Οι εξηγήσεις του Ραφαηλίδη δεν έπεισαν την έδρα και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 40 ημερών με τη δυνατότητα εξαγοράς της. Η απάντηση του δημοσιογράφου μετά την ανακοίνωση της ποινής πάγωσε τον δικαστή. «Αρνούμαι να εξαγοράσω την ποινή, Η ετυμηγορία σας είναι φυλάκιση και όχι πρόστιμο. Σαράντα μέρες φυλακή μου βάλατε, σαράντα μέρες στη φυλακή θα πάω, εκτελώντας κατά γράμμα την απόφαση σας. Θα εκτίσω λοιπόν την ποινή μου γιατί είναι δική μου και την κάνω ό,τι θέλω».

Η στάση και η επιμονή του Ραφαηλίδη να εκτίσει κανονικά την ποινή του προκάλεσαν πανικό στο δικαστήριο καθώς δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να οδηγηθεί στο κελί ένας δημοσιογράφος για μια τέτοια υπόθεση. Αρχικά έγινε προσπάθεια η ποινή να έχει ανασταλτικό χαρακτήρα αλλά νομικά δεν έστεκε κάτι τέτοιο. Αναγκαστικά ο Ραφαηλίδης μεταφέρθηκε με «κλούβα» στο Κέντρο Μεταγωγών στα Κάτω Πατήσια. Τελικά στο κελί πέρασε μόλις ένα βράδυ. Η απόφαση του να εκτίσει την ποινή είχε κινητοποιήσει συναδέλφους, φίλους αλλά ακόμα και τον υπουργό δικαιοσύνης Γεώργιο Αλέξανδρο Μαγκάκη.

Ένας κόκκος άμμου στη μηχανή

Ο Ραφαηλίδης αποφυλακίστηκε πριν μεταφερθεί στον Κορυδαλλό όπου θα εξέτιε την ποινή. Το «Καταζητείται το πρόσωπο της ημέρας» πήρε άδεια προβολής μετά την καταδίκη του Παπαχρόνη. Έκοψε 37.580 εισιτήρια που το έφερε στην 20η θέση από τις 33 ταινίες που κυκλοφόρησαν εκείνη τη χρονιά. Στη συνέχεια βγήκε σε βιντεοκασέτα. Σήμερα θεωρείται ένα καλτ δημιούργημα που ξεχωρίζει για την παρουσία του Βλάσση Μπονάτσου, τον μικρό ρόλο που έπαιξε η Άντζελα Δημητρίου και τις πολύ τολμηρές σκηνές. Στο αυτοβιογραφικό βιβλίο του «Μνημόσυνο για έναν ημιτελή θάνατο» ο Ραφαηλίδης γράφει για τη στάση του στην υπόθεση: «Η εξουσία είναι ένας μηχανισμός, άλλοτε γυαλισμένος κι άλλοτε σκουριασμένος. Συχνά και τα δύο. Γυαλισμένος απ’ έξω, σκουριασμένος από μέσα. Το λούστρο των λούστρών δύσκολα κρύβει τα τσαρούχια πίσω από τα λουστρίνια. Έναν κόκκο άμμου μόνο αν ρίξεις στα γρανάζια της μηχανής την απορρύθμισες εντελώς. Κυρίως αν η κρατική μηχανή είναι κατασκευασμένη στην Ελλάδα από Έλληνες μηχανικούς της εξουσίας. Άλλωστε η ελληνική κρατική μηχανή λειτουργεί με κερματοδέκτη. Αν πετάξεις νόμισμα θα δουλέψει, αν δεν πετάξεις δε θα δουλέψει».