Επιστήμονες θέλουν να… αναστήσουν την Τίγρη της Τασμανίας


Το ζώο εξαφανίστηκε το 1936. Το φιλόδοξο πρότζεκτ ευελπιστεί να το επαναφέρει στην άγρια φύση. Τα προβλήματα και οι αντιδράσεις

 

Περίπου 100 χρόνια με την εξαφάνιση της, η τίγρη της Τασμανίας ίσως επιστρέψει. Επιστήμονες θέλουν να… αναστήσουν το σαρκοβόρο μαρσιποφόρο, επισήμως γνωστό ως θυλακίνος, το οποίο ζούσε στην ηπειρωτική Αυστραλία, την Γουινέα και φυσικά την Τασμανία.

Το φιλόδοξο πρόζεκτ θα βασιστεί στην εντυπωσιακή πρόοδο της γενετικής, την ανάκτηση παλιού DNA και την τεχνητή αναπαραγωγή ώστε να επαναφέρει το ζώο στον πλανήτη μας.

«Σίγουρα το πιο σημαντικό είναι να προστατεύσουμε την βιοποικιλότητα μας από περαιτέρω εξαφανίσεις αλλά δυστυχώς δεν παρατηρούμε καν μείωση του ρυθμού με τον οποίο εξαφανίζονται τα είδη. Η τεχνολογία μάς προσφέρει μια ευκαιρία να διορθώσουμε αυτή την κατάσταση. Μπορούμε να τη χρησιμοποιήσουμε σε ξεχωριστές περιπτώσεις όπου σημαντικά ήδη χάθηκαν» αναφέρει ο Άντριου Πασκ, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Μελβούρνης και επικεφαλής του σχεδίου… ανάστασης της Τίγρης της Τασμανίας.

Το πρότζεκτ υλοποιήθηκε σε συνεργασία με την εταιρία «Colossal Biosciences» του επιχειρηματία Μπεν Λαμ και του γενετιστή Τζορτζ Τσερτς. Η συγκεκριμένη εταιρία έχει αναλάβει και το σχέδιο επαναφοράς των μαμούθ.

Η εξαφάνιση

Ο θυλακίνος είχε το μέγεθος ενός κογιότ και 2.000 χρόνια πριν ζούσε μόνο στην ηπειρωτική Αυστραλία και την Τασμανία. Ήταν ο μοναδικός μαρσιποφόρος θηρευτής που επέζησε έως τις αρχές του 20στού αιώνα. Έπαιζε σημαντικό ρόλο στο οικοσύστημα αλλά κυνηγήθηκε συστηματικά από τον άνθρωπο. Οι κάτοικοι των περιοχών, όπου ζούσε η Τίγρη της Τασμανίας, τη θεωρούσαν υπεύθυνη για απώλειες στα κοπάδια τους. Αυτό οδήγησε στην καθιέρωση επικηρύξεων για τη θανάτωση του ζώου ώστε να ελεγχθεί ο πληθυσμός.

Οι πρώτες επικηρύξεις ξεκίνησαν από το 1830, και μεταξύ του 1888 και 1909 η τοπική κυβέρνηση της Τασμανίας πλήρωνε 1 λίρα για κάθε νεκρό ενήλικο θυλακίνο και 10 σελίνια για τα κουτάβια τους. Τα αρχεία δείχνουν πως εξαργυρώθηκαν συνολικά 2.184 επικηρύξεις, αλλά πιστεύεται πως σκοτώθηκαν πολλοί περισσότεροι θυλακίνοι πέρα από τις επικηρύξεις που πληρώθηκαν. Η εξαφάνιση τους αποδίδεται συχνά σε αυτές τις αμείωτης έντασης προσπάθειες των γεωργών, κτηνοτρόφων και κυνηγών επικηρύξεων.

Ρόλο στην εξαφάνιση του ζώου έπαιξε τόσο η εμφάνιση των σκύλων που εισήγαγαν οι Ευρωπαίοι άποικοι, όσο και ασθένειες όπως ο αφθώδης πυρετός και η νόσος του Καρέ.

Το 1930 σκοτώθηκε ο τελευταίος γνωστός άγριος θυλακίνος, στα βορειονατολικά του νησιού. Το ζώο, το οποίο αναφέρεται πως ήταν αρσενικό, είχε θεαθεί να κυκλοφορεί κοντά στο σπίτι του ανθρώπου που το σκότωσε για αρκετές εβδομάδες.

Ο Μπέντζαμιν

Ο τελευταίος αιχμαλωτισμένος θυλακίνος, γνωστός με το όνομα Μπέντζαμιν, είχε αιχμαλωτιστεί το 1930 και στάλθηκε στον ζωολογικό κήπο του Χόμπαρτ όπου και έζησε εκεί για έξι έτη. Το φύλο του ζώου υπήρξε σημείο συζήτησης από τον καιρό που πέθανε στον ζωολογικό κήπο. Πρόσφατες λεπτομερείς εξετάσεις ενός στιγμιότυπου από την ασπρόμαυρη ταινία που κινηματογραφήθηκε το 1933, επιβεβαιώνουν πως το ζώο ήταν αρσενικό.

Ο Μπέντζμίν πέθανε στις 7 Σεπτεμβρίου του 1936. Ο θάνατος του ήρθε ως αποτέλεσμα της παραμέλησης καθώς είχε κλειδωθεί εκτός του περιφραγμένου και σκεπαστού οικήματός του, σε περίοδο όπου επικρατούσαν άσχημες καιρικές συνθήκες, με πολύ υψηλές θερμοκρασίες κατά την ημέρα, και πολύ χαμηλές κατά τη νύκτα.

Στις δεκαετίες που ακολούθησαν τον θάνατο του Μπέντζαμιν πολλοί ήταν εκείνοι που υποστήριξαν ότι είδαν ή άκουσαν θυλακίνο στην περιοχή της Τασμανίας. Δεν βρέθηκαν όμως ποτέ αδιαμφισβήτητα στοιχεία που να υποστηρίζουν πως συνέχιζε να επιβιώνει στη φύση.

Από το 1996 η 7η Σεπτεμβρίου έχει αφιερωθεί στην Αυστραλία ως ημέρα μνήμης για τον θάνατο του τελευταίου καταγεγραμμένου θυλακίνου.

Χτίζοντας DNA

Ίσως όμως δούμε και πάλι την τίγρη της Τασμανίας να περπατά στη Γη. Το πρότζεκτ περιλαμβάνει πολλά και περίπλοκα βήματα για να υλοποιηθεί η… ανάσταση του ζώου.

Πρώτα η ομάδα πρέπει να χτίσει έναν λεπτομερή γονιδίωμα του θυλακίνου και να το συγκρίνει με ένα συγγενικό του σύγχρονο ζώο το οποίο ονομάζεται μακρόουρος. Έτσι θα εντοπίσει τις διαφοροποιήσεις.  

«Θα πρέπει να πάρουμε ζωντανά κύτταρα από τον μακρόουρο και να αλλάξουμε το DNA τους σε κάθε σημείο που διαφέρει με τον θυλακίνο. Έτσι ουσιαστικά θα μετατρέψουμε τα κύτταρα του μακρόουρου σε κύτταρα θυλακίνου. Όταν προγραμματίσουμε σωστά τα κύτταρα τότε θα περάσουμε στο επόμενο επίπεδο. Με προηγμένες μεθόδους αναπαραγωγής θα μετατρέψουμε τα κύτταρα σε ένα ζώο» αναφέρει ο Πασκ και συνεχίζει: «Ο τελικός μας στόχος είναι, μέσω της τεχνολογίας, να επαναφέρουμε αυτά τα είδη στην άγρια φύση όπου έπαιζαν σημαντικούς ρόλους στο οικοσύστημα. Το μεγάλο μας όνειρο είναι ότι μια μέρα θα δούμε τους θυλακίνους ξανά στις θαμνώδεις εκτάσεις της Τασμανίας».

Τονίζει βέβαια ότι αυτή η διαδικασία πρέπει να γίνει με μεγάλη προσοχή. «Για να φτάσουμε στο σημείο να το απελευθερώσουμε πρέπει να μελετήσουμε για πολλές χρόνιες την αλληλεπίδραση του με το οικοσύστημα και τις τεράστιες άγριες περιοχές» λέει.

Δεν έχει ανακοινωθεί ακριβές χρονοδιάγραμμα για το πρότζεκτ αλλά ο επιχειρηματίας Μπεν Λαμ υποστηρίζει ότι θα ολοκληρωθεί πολύ πιο σύντομα από αυτό της επαναφοράς του μαμούθ, ίσως μέσα στην επόμενη εξαετία. 

Ο Πασκ τονίζει ότι αν η διαδικασία ολοκληρωθεί επιτυχώς θα μπορούσε να βοηθήσει και άλλα ζώα να αποφύγουν την εξαφάνιση.  «Πρέπει να εξετάσουμε άλλες τεχνολογίες και νέους τρόπους για να το κάνουμε αυτό, αν θέλουμε να σταματήσουμε αυτή την απώλεια βιοποικιλότητας. Δεν έχουμε άλλη επιλογή και αυτό που εννοώ είναι ότι θα οδηγήσει στη δική μας εξαφάνιση εάν χάσουμε το 50% της βιοποικιλότητας στη Γη τα επόμενα 50 έως 100 χρόνια» τόνισε.

Δυσπιστία και αντιδράσεις

Όμως όπως και το πρότζεκτ του μαμούθ έτσι και αυτό της τίγρης της Τασμανίας αντιμετωπίζεται με καχυποψία και προκαλεί αντιδράσεις.

Ο Κόρεϊ Μπράντσο, καθηγητής οικολογίας στο Πανεπιστήμιο Flinders, εκτιμά ότι είναι απίθανο το project να στεφθεί με επιτυχία. «Ακόμα κι αν μπορέσουν να το κάνουν στο εργαστήριο, και έχω τις αμφιβολίες μου για αυτό, πώς θα δημιουργήσουν χιλιάδες ζώα με επαρκή γενετική ποικιλία που χρειάζεται για να υπάρξει ένας υγιής πληθυσμός;», διερωτήθηκε.

Από την άλλη, ο Γιούαν Ρίτσι, καθηγητής οικολογίας και διατήρησης της άγριας ζωής στο Πανεπιστήμιο Deakin, έκρινε ότι είναι τεράστια πρόκληση η «μετατροπή ενός ζώου που δημιουργήθηκε σε εργαστήριο, σε άγριο πληθυσμό», σημειώνοντας βέβαια ότι «αν μάθουμε περισσότερα για τη γενετική που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την προστασία των υπαρχόντων ειδών, τότε τόσο το καλύτερο».

Ο Τομ Γκίλμπερτ, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης, τονίζει ότι υπάρχουν σημαντικοί περιορισμοί στην επαναφορά εξαφανισμένων ζώων. Εξηγεί ότι κάποιες γενετικές πληροφορίες για τον θυλακίνο πιθανότατα θα λείπουν και προσθέτει ότι η ομάδα δεν θα μπορέσει να δημιουργήσει ένα πιστό αντίγραφο του ζώου αλλά κάποια υβριδική μορφή του. «Πιθανότατα θα καταλήξουν με έναν εναλλακτικό θυλακίνο» αναφέρει.

«Για εμένα το πραγματικό όφελος από κάθε πρότζεκτ επαναφοράς εξαφανισμένου είδους είναι η ομορφιά του. Το να το επιχειρήσεις μου φαίνεται δικαιολογημένο γιατί θα ενθουσιάσει τον κόσμο για την επιστήμη, τη φύση και θα προκαλέσει δημόσιο διάλογο. Το χρειαζόμαστε πάρα πολύ αυτό αν θέλουμε να επιβιώσουμε στο μέλλον. Από την άλλη οι υπεύθυνοι συνειδητοποιούν ότι δεν θα καταλήξουν με έναν θυλακίνο αλλά ένα ατελές υβρίδιο του; Αυτό που σίγουρα δεν χρειαζόμαστε είναι περισσότερο κόσμο να νιώθει απογοητευμένος ή εξαπατημένος από την επιστήμη» τονίζει.