«Ηλεκτροσόκ, ξύλο μέχρι θανάτου, τους ανοίγαμε και τους ρίχναμε από τα ελικόπτερα». Η συγκλονιστική ομολογία ενός βασανιστή του Πινοτσέτ

 


Ο Αντρές Βαλενθουέλα δεν άντεξε τις τύψεις. Πήγε σε ένα περιοδικό και ομολόγησε τα πάντα στη δημοσιογράφο Μόνικα Γκονσάλες. Έδωσε ονόματα, λεπτομέρειες και αποκάλυψε μια μυστική ομάδα θανάτου. Η συνέντευξη του προκάλεσε παγκόσμια αίσθηση και συγκλονίζει έως σήμερα

To πρωινό της 27ης Αυγούστου 1984 ένας άντρας μπήκε στα γραφεία του περιοδικού «Cauce» στο Σαντιάγο της Χιλής. «Θέλω να μιλήσω με τη δημοσιογράφο Μόνικα Γκονσάλες για κάτι πολύ σημαντικό» είπε στην γραμματέα που καθόταν στο γραφείο της υποδοχής. Αυτή προσπάθησε να βρει μια δικαιολογία για να τον αποφύγει, του είπε ότι η δημοσιογράφος έλειπε και δεν θα επέστρεφε σύντομα. Όμως ο άντρας με το μουστάκι επέμεινε. Έβαλε το χέρι στην τσέπη και έβγαλε την στρατιωτική του ταυτότητα. «Αντρές Αντόνιο Βαλενθουέλα Μοράλες, 28 ετών, μέλος της αεροπορίας της Χιλής, νο. 66.550, ενεργή έως την 3η Σεπτέμβριου 1986». Η γραμματέας ειδοποίησε την Μόνικα Γκονσάλες.

Με την στρατιωτική του ταυτότητα στο χέρι ο Αντρές Βαλενθουέλα είπε στη δημοσιογράφο: «Θέλω να μιλήσω. Θέλω να μιλήσω για πράγματα που έκανα, για ανθρώπους που έχουν εξαφανιστεί».

«Θυμάστε ονόματα;», τον ρώτησε η δημοσιογράφος.

«Ναι τα αδέλφια Ουεϊμπέλ Ναβαρέτε για παράδειγμα» της είπε.

Η Γκονσάλες κατάλαβε ότι τα πράγματα είναι πολύ σοβαρά. Είχε μπροστά της έναν άνθρωπο που ήταν αποφασισμένος να κάνει κάτι το οποίο έως εκείνη τη στιγμή δεν είχε τολμήσει κανείς: να μιλήσει. Του εξήγησε ότι πρέπει να της δώσει ονόματα και λεπτομέρειες, ότι θα καταγραφούν όλα και θα αποφασίσουν τι θα δημοσιευθεί.

«Το ίδιο μου κάνει», είπε ο Βαλνεθουέλα.

«Δεν θέλω να σε σκοτώσουν μόλις βγεις από την πόρτα», του απάντησε.

«Θα συμβεί, αλλά τουλάχιστον θα έχω μιλήσει», τόνισε.

Το  καθεστώς Πινοτσέτ διένυε την 11η χρονιά του και ήταν πανίσχυρο. Κανείς δεν τολμούσε να ανοίξει έστω μια ρωγμή στο κέλυφος της σιωπής μέσα στο οποίο εργαζόταν μεθοδικά μια μηχανή τρόμου και θανάτου. Όσοι γνώριζαν σιωπούσαν, όσοι υποπτεύονταν δεν ρωτούσαν. Ο Βαλενθουέλα όμως δεν άντεξε άλλο και έκανε το άλμα το οποίο εκείνη την εποχή ισοδυναμούσε με θάνατο. Όσα είδε, όσα έκανε κι εκείνο το ματωμένο παντελόνι, που έκανε τη γυναίκα του να αλλάξει συμπεριφορά, τον οδήγησαν στα γραφεία του Cauce να μιλάει για ώρες με τη Μόνικα Γκονσάλες. Να της δίνει ανατριχιαστικές λεπτομέρειες για τα βασανιστήρια, τους θανάτους και τον τρόμο.

Το καθεστώς ενημερώθηκε και έλαβε τα μέτρα του για να μην δημοσιευθούν οι αποκαλύψεις. Τον Νοέμβριο του 1984 ανέστειλε τη λειτουργία του αντιπολιτευόμενου Τύπου. Η συνέντευξη όμως θα έβλεπε το φως της δημοσιότητας τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς έστω και στη Βενεζουέλα και την Diario de Caracas. Το Cauce θα επανερχόταν και θα κυκλοφορούσε τον Ιούλιο του 1985 με το πρόσωπο του Βαλενθουέλα στο εξώφυλλο και τίτλο: Βασάνισα!

«Δεν αντέχω άλλο τη μυρωδιά του θανάτου»

«Κατέβηκα στο ισόγειο και τον συνάντησα. Κρατούσε το τελευταίο τεύχος του περιοδικού στο οποίο είχα γράψει ένα ρεπορτάζ για μια ληστεία τράπεζας με δύο νεκρούς. Υπήρχαν στοιχεία ότι την είχαν κάνει μέλη της CNI (Central Nacional de Informaciones, η υπηρεσία πληροφοριών της Χιλής που εξελίχθηκε σε τρομοκρατική οργάνωση). Η ληστεία είχε οδηγήσει και σε δολοφονίες εντός της CNI. Στο άρθρο φιλοξενούσαν δηλώσεις του πατέρα ενός 27χρονου πράκτορα που τον είχαν σκοτώσει οι συνεργάτες του.

Σιγουρεύτηκα ότι ο Παπούδο (έτσι αποκαλούσαν τον Βαλενθουέλα λόγω της περιοχής καταγωγής του) δεν κουβαλούσε όπλο και ανεβήκαμε στο γραφείο του αρχισυντάκτη, ο οποίος έλειπε εκείνο το πρωί. Τον ρώτησα γιατί επέλεξε εμένα για να μιλήσει και μου είπε: Γιατί δεν άντεχα άλλο τη μυρωδιά του θανάτου. Ξυπνάω με τη μυρωδιά του θανάτου, πάω στο κρεβάτι με τη μυρωδιά του θανάτου και δεν το αντέχω άλλο. Διάβασα το άρθρο σου για τη ληστεία και είδα ότι ένιωθες λύπη για το θάνατο αυτού του νεαρού της CNΙ. Είπα λοιπόν ότι δεν θα μου κλείσεις την πόρτα» θυμάται η Μόνικα Γκονσάλες (φωτό κάτω) και συνεχίζει:

«Σε καμία στιγμή δεν σταμάτησα να σκέφτομαι ότι είναι παγίδα. Ότι ήθελαν να μας κλείσουν και να μας συλλάβουν. Όσο προχωρούσε όμως η συζήτηση μιλούσε για συγκεκριμένα πρόσωπα και έκανε φρικτές αποκαλύψεις. Όταν ήρθε ο αρχισυντάκτης, τού είπα ότι έχουμε κάτι πολύ σημαντικό στα χέρια μας αλλά και κάτι πολύ επικίνδυνο. Του είπα ότι πρέπει να φύγει ο κόσμος από το κτίριο και συμφώνησε. Μείναμε πάρα πολύ λίγοι».


«Ήμουν σίγουρη ότι από λεπτό σε λεπτό θα έρχονταν»

Ο «Παπούδο» ξεκίνησε να δίνει ονόματα και να αποκαλύπτει την τύχη ανθρώπων που είχαν εξαφανιστεί. Μίλησε με λεπτομέρειες για τα βασανιστήρια, τους ομαδικούς τάφους, τους κρατούμενους που είχαν πετάξει από τα ελικόπτερα στη θάλασσα. Αναφέρθηκε σε κρατουμένους που έσπασαν και έγιναν πληροφοριοδότες και φίλους της Γκονσάλες που βασανίστηκαν, ξεψύχησαν και τους εξαφάνισαν.

Η συνέντευξη του ήταν ένας ποταμός από φρικτές αποκαλύψεις και ονόματα. Ο Βαλενθουέλα θυμόταν λεπτομέρειες και όταν δεν ήξερε τα ονόματα των θυμάτων και των θυτών έδινε την περιγραφή τους. Ήταν αποφασισμένος να τα πει όλα.

«Δεν ήξερα πόσο χρόνο έχω. Μου είπε ότι δεν είχε πάει στη δουλειά του εκείνο το πρωί και είχε αποκαλύψει στη γυναίκα του ότι θα ερχόταν να μου μιλήσει. Ήμουν σίγουρη ότι από λεπτό σε λεπτό θα έρχονται να τον συλλάβουν» λέει η δημοσιογράφος.

Ο Κίγια και η άγνωστη οργάνωση

Ο «Παπούδο» αποκάλυψε ότι ήταν ο κρατούμενος Μιγκέλ Άνχελ Ροντρίγκες Γκαγιάρδο, γνωστός ως Ελ Κίγια (φωτό), που τον είχε συγκλονίσει και τον έβαλε σε σκέψεις να μιλήσει. «Παρά τα φρικτά βασανιστήρια δεν μίλησε, μας είχε εντυπωσιάσει όλους το πόσο γενναίος ήταν. Ακόμα και όταν τον πήραν για να τον σκοτώσουν μας αποχαιρέτησε. Αυτό με συγκλόνισε» θα πει ο Βαλενθουέλα. Μιλώντας για αυτή την υπόθεση έβαλε τα κλάματα.

Σταδιακά η Γκονσάλες διαπίστωσε ότι ο «Παπούδο» ανήκε σε μια οργάνωση που ήταν παντελώς άγνωστη. Ανήκε στην «Commando Unido» μια ανεξάρτητη ομάδα που δρούσε υπό άκρα μυστικότητα. Είχε τη αρμοδιότητα να διεξάγει επιχειρήσεις, να βασανίζει και να σκοτώνει αντιφρονούντες και να ελέγχει ακόμα και άτομα άλλων υπηρεσιών.

Ένας ιερέας με όπλο και διαφυγή 

Όταν τελείωσε η συνέντευξη η Γκονσάλες ρώτησε τον Βαλενθουέλα (φωτό πάνω από το 2014) τι σκοπεύει να κάνει από εδώ και πέρα. «Θα επιστρέψω στην μονάδα μου» τόνισε. «Είσαι τρελός; Θα σε σκοτώσουν» του απάντησε η δημοσιογράφος. «Δεν με νοιάζει, είμαι ήδη νεκρός» είπε ο «Παπούδο»

Η Γκονσάλες του πρότεινε να τον φέρει σε επαφή με μια ομάδα της Καθολικής Εκκλησίας η οποία θα του προσέφερε καταφύγιο και θα του φυγάδευε εκτός χώρας. Δέχθηκε με έναν όρο: Να πει αντίο στη σύζυγο και τα τρία παιδιά του. Το έκανε την επόμενη μέρα.

Ο Βαλενθουέλα έμεινε λίγες μέρες σε ένα καταφύγιο στο Σαντιάγο και μετά μεταφέρθηκε σε μοναστήρι στα προάστια της πόλης. Του έδωσαν πλαστά έγγραφα και με λεωφορείο πέρασε στην Αργεντινή.

«Είχα δεσμευθεί ότι δεν θα δημοσιεύσω την συνέντευξη πριν βεβαιωθώ ότι ο Βαλενθουέλα έχει φύγει από τη χώρα. Κάναμε τέσσερα αντίγραφα. Κράτησα το ένα, έδωσα το άλλο στον δικηγόρο ο οποίος είχε παραλάβει τον Παπούδο. Το τρίτο μαζί με τις κασέτες της συνέντευξης μπήκε σε χρηματοκιβώτιο του αρχηγού του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος, Νάρκισο Ιρουρέτα και το τελευταίο πήγε στο Κομμουνιστικό Κόμμα καθώς οι περισσότερες αποκαλύψεις αφορούσαν μέλη του», τονίζει η Γκονσάλες.

Μια μέρα του Οκτώβρη του 1984 ένα ιερέας εμφανίστηκε στα γραφεία του «Cauce» και ζήτησε τη Μόνικα Γκονσάλες. «Ανέβηκε στο γραφείο μου και μου είπε ότι έρχεται από τη σύζυγο του Αντρές Βαλενθουέλα. Του έλεγα συνέχεια ότι δεν γνωρίζω αυτό το όνομα. Επέμενε και μου έλεγε ότι η σύζυγος του είναι απεγνωσμένη, ότι ήξερε ότι ο Βαλενθουέλα είναι φίλος μου και απλά θέλει να μάθει αν ζει. Όταν τους απάντησα ότι δεν τον γνωρίζω έβγαλε ένα όπλο μου φώναξε: Πες μου την αλήθεια γαμώ τη μάνα σου! Ένας συνάδελφος έτρεξε στο γραφείο μου και στάθηκε δίπλα μου. Περιέργως ο ιερέας έφυγε», θυμάται η Γκονσάλες.

Η δημοσιογράφος δέχθηκε πιέσεις και από το Κομμουνιστικό Κόμμα που δεν ήθελε να αποκαλυφθούν τα ονόματα των κορυφαίων μελών του που είχαν γίνει πληροφοριοδότες του καθεστώτος Πινοτσέτ. Αρνήθηκε να κόψει αυτά τα σημεία της συνέντευξης.

Στις 4 Νοεμβρίου το 1984 το καθεστώς κήρυξε τη χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Η κυκλοφορία του Cauce αναστάλθηκε. Πλέον η Δικτατορία γνώριζε ότι κάποιος είχε μιλήσει.

«Ήξερα ότι όσο περισσότερο είχα τη συνέντευξη στα χέρια μου χωρίς να τη δημοσιοποιήσω τόσο περισσότερο κινδύνευα. Προσπάθησα να επικοινωνήσω μέσω κάποιου με την The Washington Post αλλά δεν τα κατάφερα. Τελικά απευθύνθηκα στον πολίτικό Κλαούντιο Ουέπε που μπορούσε να ταξιδέψει εκτός της χώρας. Χωρίς να του δώσω λεπτομέρειες του ζήτησα να μεταφέρει ευαίσθητο δημοσιογραφικό υλικό και να φροντίσει να δημοσιευθεί σε εφημερίδα του εξωτερικού. Του είπα να μην διαβάσει τίποτα πριν ανέβει στο αεροπλάνο. Έβαλε τα χαρτιά μέσα από τη φόδρα του μπουφάν του και στις 20 Νοεμβρίου έφτασε στο Καράκας. Εκεί ήρθε σε επαφή με ανθρώπους της εφημερίδα El Diario  de Caracas. Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα της Βενεζουέλας στις 7, 8 και 9 Δεκεμβρίου 1984 με τίτλο: ''Βασανιστήρια στη Χιλή του Πινοτσέτ. Έντεκα χρόνια εγκλημάτων όπως τα αποκαλύπτει ένας μετανοημένος στρατιώτης''. Ήλπιζα ότι πλέον η CNI δεν θα θεωρούσε χρήσιμη τη δολοφονία μου», λέει η Γκονσάλες. Είχε δίκιο αλλά το καθεστώς σκότωσε πολλούς άλλους που θεωρούσε  ότι εμπλέκονταν με τις αποκαλύψεις του Βαλενσουέλα.

«Αν δεν είχα μιλήσει κάποιοι θα ήταν σήμερα ζωντανοί»

Ο «Παπούδο» βρισκόταν στο Μπουένος Άιρες και από εκεί, μέσω της γαλλικής πρεσβείας, ταξίδεψε στο Παρίσι. Η Γαλλία έγινε η νέα πατρίδα του. Τον ακολούθησαν και η σύζυγος του με τα τρία παιδιά τους. Το 1993 ζούσε σε μια μικρή πόλη έξω από το Παρίσι και εργαζόταν σε ένα εργοστάσιο επίπλων. Είχε χωρίσει από το 1990 και είχε παντρευτεί με μια Γαλλίδα. Σε συνέντευξη του στο περιοδικό «Hoy» θα δηλώσει μετανιωμένος που μίλησε.

«Δυστυχώς το ότι μίλησα κόστισε τη ζωή σε κάποιους και δεν έσωσε κανέναν. Αν δεν το είχα κάνει κάποιοι θα ήταν σήμερα ζωντανοί. Τους σκότωσαν για τη δική μου λιποταξία. Πριν τις δικές μου αποκαλύψεις δεν ήξεραν καν την ομάδα μας», τόνισε.

Σε ερώτηση αν του λείπει η Χιλή είπε: «Όταν ακούω μουσική ναι. Όμως κάποιες φορές νιώθω μίσος για τη Χιλή. Το σύστημα που δημιουργήθηκε εκεί έκανε κακό σε εμένα και πάρα πολλούς άλλους. Μας έκαναν να πιστεύουμε ότι υπερασπιζόμαστε την πατρίδα μας και δολοφονούσαμε τους δικούς μας ανθρώπους. Λυπάμαι που δεν έκανα ό,τι μπορούσα για να σταματήσω τη φρίκη. Ζητάω τη συγχώρεση των συγγενών των θυμάτων».

To 2014 o «Παπούδο» επέστρεψε, μετά από 30 χρόνια, στη Χιλή για να καταθέσει σε δίκη για την Commando Unido.

Το μεγαλύτερο μέρος της συνέντευξης που έδωσε ο Αντρές Βαλενσουέλα στην Μόνικα Γκονσάλες όπως δημοσιεύθηκε στο τεύχος του Ιουλίου του Cauce με τίτλο «Εγώ βασάνισα!»

-Πότε μπήκες στις υπηρεσίες ασφαλείας;

«Το 1974. Με επέλεξαν για τις ομάδες αντίδρασης»

-Τι έκαναν αυτές οι ομάδες;

«Συνοδεύαμε αυτούς που έκαναν εφόδους»

-Ποιος σε επέλεξε;

«Ένας εκπαιδευτής. Είχαν επιλέξει 60 άτομα. Μας χώρισαν σε δύο ομάδες. Οι μισοί πήγαν στην Ακαδημία Πολέμου και οι άλλοι πήγαμε να δουλέψουμε απευθείας με τους κρατούμενους».

-Πού;

«Στο υπόγειο της Ακαδημίας Πολέμου. Πήγαμε στο μέρος όπου βρίσκονται οι κρατούμενοι, κάτω από τη γη. Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα κρατούμενο και δεν πιστεύω ότι θα το ξεχάσω ποτέ. Μας είχαν εκπαιδεύσει να ξεχνάμε ό,τι βλέπουμε και να μην μιλάμε. Κατεβήκα από μια μικρή σκάλα. Ήταν σαν πλοίο ή υποβρύχιο. Ήμασταν μια ομάδα 6-7 ατόμων. Το πρώτο πράγμα που είδα ήταν πολλούς ανθρώπους να στέκονται φορώντας χειροπέδες. Φορούσαν στρατιωτικές στολές και μεταξύ τους ήταν ο λοχαγός Φεράδα. Ρώτησα αν πρέπει να τον αποκαλώ λοχαγό και ο αξιωματικός μου είπε: Όχι μπάσταρδε είναι κρατούμενοι. Φοράνε στολή γιατί δεν έχουν άλλα ρούχα.

Αυτό που με σόκαρε περισσότερο ήταν όταν είδα μια κρατούμενη. Στεκόταν όρθια και της είχαν κρεμάσει μια πινακίδα η οποία έγραφε: Στέκομαι 24 ώρες. Την είχε υπογράψει ο επιθεωρητής Καμπέσας που μετά έμαθα ότι ήταν ο συνταγματάρχης Έντγκαρ Σεμπάγιος. Δεν καταλάβαινα τίποτα μέχρι που ήρθε κάποιος και μου εξήγησε ότι πρέπει στέκομαι στην πόρτα και να τους προσέχω, αυτό σήμαινε να μην τους αφήνω να μιλούν. Υπήρχαν συγκεκριμένοι κανόνες. Θυμάμαι στην πρώτη βάρδια μου μια ηλικιωμένη κυρία και τον Κάρολ Φλόρες που μετά έγινε πληροφοριοδότης μας.

Υπήρχαν κάποιοι κρατούμενοι που θεωρούταν σημαντικοί και πίστευαν ότι θα προσπαθήσουν να τους ελευθερώσουν. Για αυτό τα μέτρα ασφαλείας ήταν πολύ αυστηρά. Οι φύλακες περνούσαν με έναν κρατούμενο και του έλεγαν: Μπάσταρδε σταμάτα εδώ, θα μείνεις όρθιος. Έκαναν ό,τι ήθελαν με τους κρατουμένους».

-Έκανες και νυχτερινές βάρδιες;

«Ναι και ήμουν πολύ τρομαγμένος. Ένα βράδυ χτύπησε ο συναγερμός. Είχαμε εντολές σε αυτή την περίπτωση να βάλουμε όλους τους κρατούμενους να ξαπλώσουν μπρούμυτα με τα χέρια στο κεφάλι, ανεξάρτητα αν ήταν γυμνοί ή τραυματισμένοι. Αν ο αξιωματικός έδινε την εντολή έπρεπε να τους πυροβολήσουμε. Θυμάμαι στο δωμάτιο ήταν μια γριούλα και τα παιδιά της. Η σειρήνα άρχισε να ουρλιάζει, όλα σκοτείνιασαν και άναψαν συγκεκριμένα φώτα. Οι κρατούμενοι λειτούργησαν αυτόματα. Το έκαναν συνέχεια, κάποιες φορές και ως άσκηση. Είδα τον αξιωματικό φυλακής να κρατάει μια χειροβομβίδα να της βγάζει την περόνη και να περπατάει στον διάδρομο. Μας κοίταξε και είπε: Ηρεμήστε παιδιά αν θέλουν να σώσουν κρατουμένους θα πεθάνουν όλοι τους. Θα ρίξω τη χειροβομβίδα στον διάδρομο. Έκανα καθημερινά βάρδια εκεί για περίπου έξι μήνες μέχρι που με πήραν έξω στις ομάδες αντίδρασης. Είδα να χτυπούν τους κρατουμένους, να τους τιμωρούν και πολλά ακόμα.  

-Τι περιείχε η τιμωρία;

«Χτυπήματα, ηλεκτροσόκ. Ήταν αυτός ο άντρας που προσπάθησε να αυτοκτονήσει. Έκοψε τον λαιμό του με ένα σπασμένο μπουκάλι στο μπάνιο. Τότε ήμουν ένας απλός στρατιώτης, μετά η εμπλοκή μου ήταν μεγαλύτερη. Επέλεγαν κόσμο για εφόδους και κάθε φορά ήμουν μέσα».

-Ήξερες τι θα έκανες;

«Ναι, το είχα συνειδητοποιήσει αλλά έπρεπε να δουλέψω»

-Είσαι 28 ετών, αυτό σημαίνει ότι ήσουν 19 όταν σου ανατέθηκε να μπεις στην DINA (εθνική υπηρεσία πληροφοριών).

«Όχι δεν ήμουν ποτέ στην DΙΝΑ, ανήκω στην υπηρεσία πληροφορίων της Αεροπορίας. Είχαμε σοβαρό πρόβλημα με την DINA, τη θεωρούσαμε αναποτελεσματική. Αυτό πίστευαν οι διοικητές μας. Εμείς, ως μικρή ομάδα, ήμασταν πιο αποτελεσματικοί. Μετά πήγα στις ομάδες αντίδρασης. Κάναμε εφόδους. Φυλάγαμε σπίτια, ελέγχαμε την κυκλοφορία ενώ οι άλλοι έκαναν την επίθεση, έβγαζαν κόσμο από τα σπίτια του, έκαναν συλλήψεις».

Πού τους πήγαιναν;

«Πρώτα στην Ακαδημία Πολέμου. Στην αρχή δεν ξέραμε πολλά, δεν ανησυχούσαμε για τους κρατουμένους. Δεν είχαμε ιδέα αν τους άφηναν ή τους δίκαζαν. Ξέρω ότι τους βασάνιζαν. Την πρώτη φορά που έγινα μάρτυρας ήταν με μια κοπέλα. Με σόκαρε πάρα πολύ. Ήταν ένα πολύ νεαρό κορίτσι από πλούσια οικογένεια με ξανθά μαλλιά.

Δεν είχα ξαναδεί ποτέ κάτι τέτοιο γιατί ήμουν απλός στρατιώτης. Την πήγαν στο μπάνιο και εκεί τη χτύπησαν πολύ άσχημα. Τους είδα. Μια άλλη φορά είχα σοκαριστεί με έναν άντρα που είχε μοβ δέρμα. Ήταν εντελώς μοβ. Τον ρωτούσαν ξανά και ξανά για τα όπλα και δεν πίστευαν ότι αυτός δεν ξέρει καν να πυροβολεί».

-Τι έκαναν στην κοπέλα;

«Άνοιξαν το ρεύμα και αυτή ούρλιαζε. Ήταν η φίλη ενός παιδιού του MIR (Επαναστατικό Αριστερό Κίνημα), δεν θυμάμαι το όνομα της. Ήταν ένα τεστ για εμάς για να δουν ποιος θα μείνει στην υπηρεσία. Ξεκίνησαν να μας βάζουν σιγά σιγά στο σύστημα για να δουν πώς θα αντιδράσουμε και αν το αντέχουμε. Φαίνεται ότι αντέδρασα καλά γιατί το κάνω αυτό εδώ και δέκα χρόνια».  

-Μου είπες ότι είχατε δύο κρησφύγετα.

«Ναι. Στο τέλος είχαμε εκεί 40 κρατουμένους. Κάποιους τους είχαμε κλεισμένους ακόμα και σε ντουλάπες. Εκεί τους κάναμε ηλεκτροσόκ, τους κρεμούσαμε και τους χτυπούσαμε».

-Πέθαναν άνθρωποι σε αυτά τα μέρη;

«Ναι. Ένας 50άρης που τον έλεγαν σύντροφο Ντίας. Ήρθε μια ομάδα που δεν την ξέραμε και άρχισε να τον ανακρίνει για όπλα. Δεν απαντούσε και τον χτυπούσαν. Εννέα άτομα τον χτυπούσαν με όλη τους τη δύναμη. Δεν μίλησε όμως. Τον άφησαν και είπαν ότι θα επιστρέψουν την επόμενη μέρα. Πέθανε όμως εκείνο το βράδυ. Ήρθαν και πήραν το πτώμα.

Ένας άλλος νεαρός που τον έλεγαν Γιούρι. Τον είχαν κρεμάσει στο μπάνιο και του έκαναν ηλεκτροσόκ. Διψούσε πολύ και κατάφερε να ανοίξει τη βρύση με το στόμα. Ένας στρατιώτης την έκλεισε αλλά αυτός την άνοιξε πάλι. Τότε άνοιξαν τη βρύση και την άφησαν μόνιμα ανοιχτή για ώρες. Τη νύχτα πέθανε από πνευμονία».

Στο άλλο κρησφύγετο είχε αυτοκτονήσει ένας άνδρας. Ήταν ένας από δύο αδέλφια Κομμουνιστές που κρατούσαμε. Εμείς τότε δουλεύαμε αποκλειστικά με τους Κομμουνιστές».

-Όταν λες «εμείς» ποιοι εννοείς;

«Το Commando Unido που ενεργούσε μαζί με τον στρατό και το ναυτικό».

-Μίλησες για τους αδελφούς Ουεϊμπέλ Ναβαρέτε. Τι τους συνέβη;

«Τον έναν τον πήραν με αυτοκίνητο από την αεροπορική βάση. Μαζί του ήταν κι άλλοι. Συμπέρανα ότι θα τους σκότωναν. Τους πήγαν στη στρατιωτική ζώνη του Πελδεουέ. Ήταν 8-9 άτομα. Φαντάζομαι ότι τα πτώματα τα έκαψαν. Είχαν μαζί τους ένα μπιτόνι με δέκα λίτρα βενζίνη, κουβάδες και φτυάρια. Φαντάζομαι τους έκαψαν και τους έθαψαν. Μαζί τους ήταν και ο Κίγια (Μιγκέλ Ροντρίγκες Γκαγιάρδο), ο αρχηγός της κομμουνιστικής νεολαίας, μας είπε ακόμα και αντίο όταν έφυγε. Ο Ουεϊμπέλ έσπασε λίγο αλλά συνήλθε γρήγορα.

-Ποιος σας έδωσε τον «Κίγια»;

«Ο Κάρολ Φλόρες που είχε τον κωδική ονομασία Ρικάρντο. Είχε τρομοκρατηθεί και είχε γίνει πληροφοριοδότης μας. Μας έδωσε σχεδόν όλο το κόμμα και τη νεολαία του. Ο Κίγια ήταν ένας κρατούμενος που έφτασα στο σημείο να τον θαυμάζω για το θάρρος του. Τον σέβονταν ακόμα και τα αφεντικά μας για την εξυπνάδα και τον ανδρισμό του. Πέθανε για τα πιστεύω του. Πίστευε ότι αυτό που έκανε ήταν το σωστό. Ποτέ δεν καταφέραμε να τον σπάσουμε, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, ούτε νοητικά, ούτε σωματικά.

Ήταν μέσα σε μια ντουλάπα, δεμένος. Για να μην χάσει το μυαλό του έβλεπε τα σχέδια στις σανίδες, έφτιαχνε σενάρια στο μυαλό του. Του είχαν δέσει για τόσο πολύ καιρό τα μάτια που είχε αναπτύξει την ακοή και την οσμή του. Χωρίς να βλέπει είχε καταλάβει πού βρισκόταν, σε ποιο σημείο ήταν το κρησφύγετο. Γίναμε φίλοι».

-Πώς πέθανε;

«Στην στρατιωτική περιοχή του Πελδεουέ μαζί με τον Ρικάρντο Ουεϊμπέλ»

Γιατί έπρεπε να πεθάνουν αυτοί οι άνθρωποι;

«Δεν ξέρω. Ήταν αυτό που διέταξε ο διοικητής»

-Δεν ένιωσες τίποτα; Δεν είχες γίνει φίλος του;

«Ναι στεναχωρήθηκα. Το ίδιο συνέβη σε πολλούς απ’ εμάς γιατί όταν έφυγε ήξερα ότι θα τον σκότωναν. Μας έσφιξε τα χέρια, μας είπε αντίο, μας ευχαρίστησε που του δίναμε τσιγάρα. Μας γνώριζε από τα βήματα μας. Ήξερε ποιος έχει βάρδια, όταν ήμουν εγώ μου φώναζε και μου έλεγε: Παπούδο δώσε μου ένα τσιγάρο».

-Τι συνέβη στον Χοσέ Ουεϊμπέλ;

«Συμμετείχα ενεργά στη σύλληψη του. Τον παρακολουθούσαμε πολλές μέρες. Ήταν στο λεωφορείο με τη σύζυγο του. Μια γυναίκα, δεν ξέρω από ποια υπηρεσία ήταν, είπε ότι την έκλεψαν και κατηγόρησε τον Ουεϊμπέλ. Έτσι τον συλλάβαμε και τον πήγαμε σε ένα κρησφύγετο. Εκεί τον ανακρίναμε. Εκεί ήταν και ο Ρενέ Μπασόα που αργότερα θα γινόταν πληροφοριοδότης μας. Μαζί του πληροφοριοδότης είχε γίνει και ο Φάντα (Μιγκέλ Εστάι σημαντικό μέλος του ΚΚ Χιλής). Τον είδα πριν λίγες μέρες στα γραφεία μας.

Τον Χοσέ Ουεϊμπέλ τον ανακρίναμε και μετά ήρθε μια ομάδα και τον σκότωσε. Τον πέταξαν σε ένα ποτάμι. Μπορώ να σας δείξω το σημείο γιατί εκεί έκαναν κι άλλες επιχειρήσεις, αυτή με τον Κάρλος Μπράτι Κορνέχο, για παράδειγμα. Ήταν συνάδελφος μου και τον σκότωσαν μαζί με τον πληροφοριοδότη Κάρολ Φλόρες.  Προσπάθησαν να αλλάξουν υπηρεσία και να συνεργαστούν με την DINA. Τους έδιναν καλύτερα χρήματα, αυτοκίνητο και σπίτι. Η διοίκηση έκρινε αυτό είναι προδοσία γιατί έδιναν πληροφορίες μας στην DINA. Για παράδειγμα βρίσκαμε ένα φορτηγό με καύσιμα του MIR και η DINA εμφανιζόταν πρώτη και το έπαιρνε.

Ήμουν εκεί στην εκτέλεση. Μου είχαν δώσει ένα χάπι, κάποιο είδος ναρκωτικού για να μην σπάσω. Έβαλαν τον Μπράτι μπροστά σε έναν βράχο και επέμενε να του βγάλουμε τις χειροπέδες και να του λύσουμε τα μάτια. Ήξερε ότι θα τον σκότωναν. Ο διοικητής τον ρώτησε πώς θέλει να πεθάνει και αν είναι έτοιμος να ξεκινήσουν.

Ο Μπράτι είπε ξανά να τον λύσουν. Τον πλησίασα για να του βγάλω της χειροπέδες και μου είπε: Φυσάει πολύ. Είναι κρύα η νύχτα Παπούδο.

Ναι του είπα και έσπασα παρότι μου είχαν δώσει το ναρκωτικό. Φοβόμουν. Μας έστειλαν πίσω στα οχήματα. Όταν γύρισα τον είχαν σκοτώσει. Μου έδωσαν σχοινιά και μου είπαν να δέσω πάνω του πέτρες και να τον πετάξω από τον λόφο στο ποτάμι. Θυμάμαι ότι μετά σχολιάζαμε ότι έπρεπε να του έχουμε βάλει και κάτι άλλο πάνω του γιατί μετά από λίγες μέρες το πτώμα εμφανίστηκε σε ένα κανάλι. Τότε σκεφτόμουν ότι μας πρόδωσε. Μας είχαν πει ότι έδινε πληροφορίες στους κομμουνιστές, ότι είχε δώσει τις διευθύνσεις μας για να μας σκοτώσουν. Πίστευα ότι είχα κάνει καλά. Το 1979 άκουσα κασέτες από την ανάκριση του Μπράτι και έμαθα την αλήθεια.  

-Μου είπες ότι ξέρεις για μια επιχείρηση στην οποία πέταξαν τον κρατούμενο από ελικόπτερο.

«Ναι ξέρω για μια αλλά ίσως έκαναν περισσότερες. Ήταν το 1976. Ένα ελικόπτερο ήρθε στη βάση Κολίνα και πήρε 10-15 άτομα. Θυμάμαι μεταξύ τους ήταν ένας άντρας που ήταν κουτσός, ένας 45-50 ετών που είχε προσπαθήσει να αυτοκτονήσει και ένας που έκανε καρικατούρες. Τους είχαν δώσει χάπια και ήταν ναρκωμένοι. Όμως κάποιοι στο ταξίδι ανέκτησαν τις αισθήσεις τους και τους χτύπησαν. Μου το είπε ένα συνάδελφος που ήταν στο ελικόπτερο. Άρχισαν να τους πετάνε στη θάλασσα».

Τους έκαναν τίποτα άλλο πριν τους πετάξουν;

«Μου είπαν ότι τους άνοιγαν. Το στομάχι τους για να μην επιπλέουν. Ήταν κομάντος του στρατού και τους άνοιγαν με το μαχαίρι πριν τους ρίξουν».

-Τι άλλες επιχειρήσεις γίνονταν στην Κολίνα;

«Ένας ακόμα άντρας πέθανε. Ο στρατός τον σκότωσε, τον ανέκριναν και τον άφησαν εκεί. Όταν πήγαμε να τον δούμε ήταν νεκρός. Τους ενημερώσαμε και ήρθαν και τον πήραν με ένα φορτηγό. Τον είχαν χτυπήσει πάρα πολύ, είχε μελανιές σε όλο του σώμα. Του είχαν κάνει και ηλεκτροσόκ με καλώδιο απευθείας από την πρίζα όχι με το ειδικό μηχάνημα. Η βάση λειτουργούσε σαν κέντρο βασανιστηρίων».

-Τι συνέβη στον Κάρλος Κοντρέρας Μαλούχε;

«Τα θυμάμαι όλα πολύ καλά γιατί συμμετείχα. Τον πιάσαμε μαζί με έναν συγγενή του. Ήταν ο μόνος που μας είχε ξεφύγει από την κομμουνιστική νεολαία. Μας τον έδωσε ο πληροφοριοδότης Χοσέ που έσπασε στην ανάκριση. Μας είπε ότι αν τον αφήσουμε ελεύθερο θα έκλεινε ραντεβού με τον Μαλούχε.

Ανέκριναν τον Μαλούχε μέχρι αργά το βράδυ, οι καρποί του είχαν σπάσει από τις χειροπέδες.  Είπε ότι είχε ραντεβού με έναν άλλο ηγέτη των κομμουνιστών και η διοίκηση αποφάσισε να τον αφήσει σαν δόλωμα. Ο Μαλούχε όμως πήδηξε μπροστά σε ένα λεωφορείο και τον χτύπησε. Το περικυκλώσαμε και ο Μαλούχε, χτυπημένος στο κεφάλι, άρχισε να φωνάζει ότι θα τον σκοτώσουμε και να λέει ότι τον βασάνισαν. Τον πιάσαμε και τον βάλαμε σε ένα μικρό Fiat. Τον μεταφέραμε σε ένα κτίριο όπου τον χτύπησαν πολύ άγρια. Ήταν ήδη τραυματισμένος. Τον χτυπούσαν απλά για να τον χτυπούν δεν ρωτούσαν τίποτα. Πέθανε εκείνο το βράδυ. Τον πήραν και τον έθαψαν στην Λα Κουέστα που είχα θάψει και πολλούς άλλους. Εκεί πήγαιναν πολλούς κρατουμένους και τους είχαν εκτελέσει επί τόπου με πιστόλια με σιγαστήρα. Σε μια επιχείρηση που είχα πάει είχε μυρωδιά νεκροταφείου, ήταν φανερό ότι είχαν θάψει κι άλλους πριν».

-Δίνατε κάποιον όρκο στην μονάδα σου;

«Έχω υπογράψει ένα έγγραφο που λέει πως δεν πρέπει να σχολιάζω και να μιλάω για ό,τι κάνω. Αν απολυθώ να συνεχίσω τη ζωή μου και να μην εμπλέξω κανέναν. Λέει ότι αν συλληφθώ είμαι μόνος μου, έδρασα μόνος μου και ποτέ δεν είχα την υποστήριξη της υπηρεσίας».

-Σε ποιες άλλες επιχειρήσεις έλαβες μέρος;

«Θυμάμαι σε μια περίπτωση που είμασταν 60 πράκτορες. Ένα τζιπ έφτασε, είχε πάνω του ένα μεγάλο πολύβόλο. Πάρκαρε δίπλα από ένα σπίτι και άρχισε να το πυροβολεί για περίπου ένα λεπτό. Μετά με έναν τηλεβόα είπαν σε όποιον ήταν μέσα να παραδοθεί. Ένας βγήκε με τα χέρια ψηλά και τον πυροβόλησαν. Μέσα από το σπίτι μια γυναίκα πυροβόλησε. Κάποιος έριξε μια φωτοβολίδα και το σπίτι έπιασε φωτιά. Μετά ανέλαβε να καθαρίσει η CNI.

Συμμετείχα και σε κάποιες εφόδους στο Πουδαουέλ. Είχαμε βρει κάποια έγγραφα και πήγαμε στο αστυνομικό τμήμα του Σάντο Ντομίγκο. Εκεί είχαν πάνω από 100 κρατουμένους. Τους είχαν βάλει κουκούλες και τους είχαν στήσει στον τοίχο. Απέναντι ήταν ένα αυτοκίνητο με ανοιχτά τα φώτα. Έφερναν έναν-έναν μπροστά στα φώτα και του έβγαζαν την κουκούλα. Μέσα στο αυτοκίνητο ήταν ένας πληροφοριοδότης που έλεγε το όνομα του κρατουμένου».

-Πόσους πληροφοριοδότες έχετε;

«Δεν ξέρω αλλά ξέρω ότι έχουν παρεισφρήσει παντού. Ένα πράκτορας μου είπε ότι κάνουν επιχειρήσεις και σκοτώνουν κόσμο όποτε θέλουν. Ξέρουν τα πάντα, ποιος, που και πότε».

-Γιατί ήθελες να μιλήσεις σε εμένα;

«Γιατί ήθελα να ξαλαφρώσω. Αγόρασα το Cauce και διάβασα. Δεν είχα ιδέα ότι είχαν σκοτώσει αυτόν τον γνωστό μου. Είδα ποιος είχε γράψει το ρεπορτάζ και έκανα την επιλογή μου. Το σκεφτόμουν όμως για πολλούς μήνες. Σήμερα το αποφάσισα».

-Ξέρει η γυναίκα σου τι ακριβώς κάνεις;

«Ξέρει ότι δουλεύω στην ασφάλεια, όχι τι ακριβώς κάνω. Με έχει ρωτήσει αλλά της λέω ότι είναι υπηρεσιακές υποθέσεις και δεν έχω σχέση με την  DINA ή την CNI».

Ανησυχεί;

«Ναι πολύ. Άρχισε να συνειδητοποιεί τι κάνω μετά από μια επιχείρηση. Γύρισα στο σπίτι με το παντελόνι μου γεμάτο αίμα και είχε ακούσει τα νέα. Με ρώτησε αν ήμουν σε αυτή την υπόθεση και της είπα ναι. Από τότε άλλαξε, δεν είπε τίποτα αλλά ξέρω ότι ανησύχησε πάρα πολύ»

-Οι γονείς σου, ξέρουν τι ακριβώς κάνεις;

«Ξέρουν ότι είμαι πράκτορας ασφαλείας. Το νομικό μέρος, την ασφάλεια της περιοχής αλλά ποτέ για τα…»

-Νοσηλεύθηκες ποτέ με νευρολογικό πρόβλημα;

«Ναι σε πολλές περιπτώσεις, πολλές φορές στο νοσοκομείο. Σε μια συγκεκριμένη κλινική με την οποία υπάρχει συμφωνία. Ζήτησα βοήθεια γιατί ήμουν γεμάτος ένταση και νευρικός. Ο γιατρός ήταν της υπηρεσίας και δεν ρώτησε λεπτομέρειες, τα ήξερε όλα. Μου είπαν ότι τα προβλήματα μου οφείλονται στα οικονομικά μου. Τα θέματα που είχα συνεχίστηκαν. Δεν μπορούσα να το πω στον ψυχίατρο. Πώς θα του έλεγα ότι δεν αντέχω άλλο και θέλω να φύγω, ότι είμαι αηδιασμένος με αυτή τη δουλειά. Φανταστείτε ότι ο ψυχίατρος είναι της υπηρεσίας. Δεν θα ζούσα για πολύ».  

-Ποια είναι η άποψη του για τον στρατηγό Πινοτσέτ;

«Δεν τον συμπαθώ. Νομίζω ότι αυτή είναι η άποψη σε όλη την αεροπορία. Δεν μας αρέσει γιατί είναι δικτάτορας. Οι σχέσεις μας έσπασαν όταν έφυγε ο στρατηγός Λέιγ. Υπάρχει ένας διαχωρισμός ανάμεσα στους στρατηγούς για τον Πινοτσέτ.

Τις ιδέες πρέπει να τις πολεμάμε με ιδέες. Το σκέφτομαι αυτό εδώ και πολύ καιρό. Αν κάποιος μου πει ότι είναι κομμουνιστής και… λοιπόν δεν μπορώ να τον σκοτώσω. Πρέπει να του αποδείξω ότι κάνει λάθος. Μια χώρα δεν μπορεί να…»

-Είσαι σίγουρος για αυτά που λες;

«Απολύτως»

-Οι συνάδελφοι σου σκέφτονται το ίδιο;

«Δεν μιλούν ανοιχτά. Υπάρχει ο φόβος των αντιποίνων. Δεν μπορείς να εκφράσεις ελεύθερα την άποψη σου. Κανείς δεν θα ρωτήσει έναν πράκτορα ή έναν διοικητή τι πιστεύει για τον στρατηγό Πινοτσέτ. Αυτό δεν γίνεται».

-Είναι η εκπαίδευση που έκανες που δεν σε αφήνει να σκεφτείς ότι αυτή η δουλειά είναι απολύτως ανώμαλη;

«Πιστεύω πως ναι. Ενεργείς, δεν σκέφτεσαι, απλά ενεργείς. Θέλεις να είσαι αποτελεσματικός γιατί αυτό και όσο λιγότερα ίχνη αφήσεις τόσο καλύτερη δουλειά έχεις κάνει».

-Σκότωσες ποτέ εν ψυχρώ;

«Όχι»

-Έχεις πραγματικά καταλάβει τι δουλειά κάνεις;

«Ναι, μέχρι τώρα»

-Αλλά το συνειδητοποιείς;

«Ναι»

-Πώς μπόρεσες να μιλήσεις;

«Είναι μια μηχανή που σε φτάνει στα όρια της απόγνωσης, όπως συνέβη και με εμένα. Ξέρω ότι ρισκάρω τη ζωή μου. Ξέρω ότι η οικογένεια μου δεν θα με στηρίξει. Δεν συμφωνούν με αυτό που κάνω αλλά έπρεπε να τα πω. Ένιωθα άσχημα, ήμουν αηδιασμένος. Όπως σας είπα θέλω να γίνω πολίτης και πάλι»

-Είσαι όμως πράκτορας εδώ και δέκα χρόνια, δεν σκέφτεσαι ότι απ’ όλες τις σφαίρες που έχεις ρίξει…

«Ναι είναι πιθανό γιατί έχω συμμετάσχει σε πολλά πυρά. Είναι πολύ πιθανό»

-Έχεις βασανίσει;

«Ναι»

-Τι έκανες;

«Ηλεκτροσόκ, χτυπήματα..»

-Πώς φέρεσαι ως πατέρας;

«Είμαι κακός πατέρας»

Γιατί; Χτυπάς τα παιδιά σου;

«Όχι αλλά σπάνια παίζω μαζί τους».

-Γιατί συμβαίνει αυτό;

«Δεν ξέρω. Πιστεύω ότι όλο αυτό το διάστημα έχω αρχίσει να βλέπω τη ζωή μου διαφορετικά. Συνειδητοποίησα την κατάσταση που βιώνω. Δεν θέλω τα παιδιά μου να με αγαπούν γιατί ξέρω ότι μια μέρα θα με σκοτώσουν και δεν θέλω να υποφέρουν. Τα παιδιά μου αγαπούν τους θείους τους περισσότερο. Όταν έρχονται τρέχουν να τους χαιρετίσουν, να τους αγκαλιάσουν. Όταν πάω εγώ κάποιες φορές τρέχουν αλλά δεν τους δίνω σημασία. Τα αγαπώ αλλά όχι με τον τρόπου που πρέπει».

-Αγάπησες όμως ποτέ κάποιον; Ένιωσες ποτέ στοργή για κάποιον;

«Ναι φυσικά, αλλά έχω έναν συγκεκριμένο τρόπο να αγαπώ τους ανθρώπους. Δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω… Προτιμώ να μην με αγαπούν. Με την οικογένεια μου είμαι πολύ διαφορετικός, δεν επισκέπτομαι ποτέ τους γονείς μου.

-Ήταν πάντα έτσι;

«Όχι. Όταν ήμουν παιδί πήγαινα καλά στα μαθήματα. Ήμουν καλός και αγαπούσα τους γονείς μου. Ήμουν πολύ συναισθηματικός. Αργότερα έχασα όλες αυτές τις αξίες».

-Και δεν το συνειδητοποίησες;

«Φυσικά και αυτό μου προκάλεσε συγκρούσεις τις οποίες δεν έλυσα ποτέ. Τις άφηνα απλά να περάσουν».

-Έχεις πικρία για την Υπηρεσία;

«Για την υπηρεσία φυσικά όχι. Για αυτούς που με μετάλλαξαν ναι. Με τα αφεντικά που με οδήγησαν να κάνω αυτά που έκανα. Όχι με την Υπηρεσία ή τις Ένοπλες Δυνάμεις».

-Φοβάσαι για τη ζωή σου. Έχεις σκεφτεί τι θα σου συμβεί στο μέλλον;

«Τώρα φοβάμαι. Δεν ξέρω, ο χρόνος θα το δείξει. Δεν ξέρω τι θα μου συμβεί».

-Δεν μπορούσες όμως σε καμία φάση να αρνηθείς να εκτελέσεις αυτή τη δουλειά;

«Ήμουν 18 χρονών και ήθελα να μάθω, δεν ήμουν ποτέ με κρατούμενους και ήθελα να δω πως είναι. Μπορώ να σας πω ότι μέσα στην Υπηρεσία υπάρχουν νεαροί άνθρωποι που μπήκαν όπως κι εγώ και ενεπλάκησαν τόσο πολύ με τη βία που πιστεύω ότι πλέον δεν μπορούν να ζήσουν χωρίς αυτή».

-Πίστευες ότι ήσουν υπεράνω του νόμου;

«Πάντα το πίστευα αυτό»

-Ένιωθες πανίσχυρος;

«Εγώ όχι. Κάποιες φορές όμως ναι, ένιωθα ότι έχω δίκιο, ότι είμαι δυνατός όχι ως άτομο αλλά ως σύστημα μέσα στο οποίο είμαι».

-Σε έκανε αυτό υπερόπτη και στο σπίτι;

«Όχι, δεν ήμουν ποτέ υπερόπτης, δεν έκανα καβγάδες. Είμαι ακόμα δειλός να συγκρουστώ με κάποιον άλλο ως ίσος προς ίσο. Η βία δεν κυριάρχησε πάνω μου σε τέτοιο βαθμό».

-Ως προς τους συναδέλφους σου;

«Όχι. Μια μέρα ήμουν στο αυτοκίνητο μαζί με έναν συνάδελφο και περάσαμε από ένα δυστύχημα. Ένα λεωφορείο είχε πατήσει κάποιον. Τρώγαμε σάντουιτς και έκοψε ταχύτητα για να δει. Παρατήρησα ότι απολάμβανε το θέματα. Γύρισα το βλέμμα μου αλλού. Έχω δει πολλούς νεκρούς αλλά αυτό με σόκαρε. Όχι τόσο πολύ ο νεκρός, όσο ο συνάδελφος μου. Συνέχισε να τρώει και ήταν πολύ ήρεμος. Αυτό με οδήγησε να σκεφτώ: Τι κάνω εγώ μαζί του; Κατάλαβα το πόσο αλλάξαμε από τότε που καταταγήκαμε κάποιοι άσχετοι, κάποιοι ανόητοι χωρίς κόσμο».

-Τι θες να κάνεις στη ζωή σου, τι ήθελες να γίνεις;

«Δεν ξέρω, δεν το έχω σκεφτεί. Θα ακουστεί ειρωνικό όταν ήμουν μικρός ήθελα να γίνω αστυνομικός».

-Τι θέλεις να γίνουν τα παιδιά σου;

«Ελπίζω τουλάχιστον ένα από τα τρία να γίνει γιατρός».

-Πως ένιωσες όταν είδες έναν γιατρό να συμμετέχει στα βασανιστήρια;

«Όταν είδα, στην βάση της Κολίνα, έναν γιατρό να κάνει ένεση με πενταθόλ με σόκαρε. Την έκανε στον Κίγια. Γι’ αυτό λέω ότι ήταν ένα από τα άτομα τα οποία θεωρούσαμε εχθρούς και το θαύμαζα. Για το κουράγιο του, τη γενναιότητα του, την αφοσίωση του. Κάποιες φορές σπάζαμε εμείς στο πλευρό του όταν βλέπαμε πώς τον χτυπούσαν. Ήταν πάντα σταθερός.

Θα σας έλεγα ότι όταν ξεκινάς πρώτα κλαις κρυφά, ώστε κανείς να μην το παρατηρήσει. Μετά νιώθεις λύπη, ένας κόμπος σχηματίζεται στον λαιμό σου αλλά υπερνικάς τον κλάμα. Και μετά, χωρίς να το θες, το συνηθίζεις. Στο τέλος δεν νιώθεις τίποτα από αυτά που κάνεις…».