Έγκλημα στο Κολωνάκι: Οι 97 σφυριές που συγκλόνισαν την Ελλάδα


Όταν ο Αθανάσιος Διαμαντόπουλος βρέθηκε νεκρός με διαλυμένο κρανίο, ο συγγραφέας Αθανάσιος Νάσιουτζικ μπήκε στο στόχαστρο των αρχών. Τελικά καταδικάστηκε μετά από μια μακρά διαδικασία και απρόοπτα όπως την εμπλοκή του Ρωχάμη. Μια υπόθεση που διχάζει έως σήμερα.

Το πρωινό της Δευτέρας 24ης Σεπτεμβρίου 1984 δολοφονείται ο 72χρονος συγγραφέας και έμπορος Αθανάσιος Διαμαντόπουλος. Βρέθηκε νεκρός στο διαμέρισμα του, στον έκτο όροφο της πολυκατοικίας στον αριθμό 3 της οδού Διδότου στον Κολωνάκι. Τραγική ειρωνεία ότι στο ίδιο κτίριο είχαν γυριστεί σκηνές της ταινίας του 1953 «Έγκλημα στο Κολωνάκι».

Η αστυνομία φτάνει στο σημείο μετά από καταγγελία της δημοσιογράφου Βένιας Γονατοπούλου η οποία μένει στην πολυκατοικία. Τονίζει ότι ακούγονται φωνές και χτυπήματα. Βρίσκει τον Αθανασόπουλο ανάσκελα στο μπάνιο μέσα σε μια λίμνη αίματος.  

Ο ιατροδικαστής Χαράλαμπος Σταμούλης μετρά 97 χτυπήματα στο σώμα του  Διαμαντόπουλου. Η πλειονότητα τους στο κεφάλι του θύματος και τα υπόλοιπα αποτέλεσμα της προσπάθειας του να αμυνθεί. Ο δράστης είχε  διαλύσει το πίσω μέρος του κρανίου του Διαμαντόπουλου με ένα σφυρί με κόκκινη λαβή το οποίο βρέθηκε δίπλα στο πτώμα. Ο ιατροδικαστής τονίζει ότι ο δράστης ξεκίνησε να χτυπά διστακτικά το θύμα αλλά στη συνέχεια έφτασε σε κατάσταση αμόκ. Το γεγονός ότι δεν υπήρχαν χτυπήματα στο πρόσωπο το ερμηνεύει ως «ένδειξη σεβασμού».  «Ο Διαμαντόπουλος δέχθηκε 16 χτυπήματα όρθιος και στη συνέχεια, πέφτοντας, χτύπησε τη λεκάνη του μπιντέ. Ακινητοποιημένος πλέον δέχεται 81 ακόμα χτυπήματα. Ο δράστης έχει οργή και την ξεσπά πάνω στο κρανίο του θύματος» αναφέρει ο ιατροδικαστής.

Το γεγονός ότι δεν εντοπίζονται ίχνη διάρρηξης οδηγεί την Αστυνομία να συμπεράνει ότι ο Αθανασόπουλος γνωρίζει τον δράστη και τον άφησε να μπει στο σπίτι του. Η δημοσιογράφος Βένια Γονατοπούλου καταθέτει ότι άκουσε το θύμα να φωνάζει: «Μη Θανάση μου, έλεος Θανάση!».

Στο στόχαστρο ο Νάσιουτζικ

Ο επιχειρηματίας και πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών, Αθανάσιος Νάσιουτζικ είναι γνωστός του θύματος και καλείται για κατάθεση. Σύμφωνα με την αστυνομία ήταν η συμπεριφορά του που τον έβαλε στο στόχαστρο. Ο λογοτέχνης Γιώργος Καρανικόλας θα καταθέσει ότι πήγε μαζί με τον Νάσιουτζικ στην πρώτη κατάθεση. Στη διαδρομή με το ταξί του είπε ότι «τώρα πρέπει να βρω ή να έχω κάποιο άλλοθι». Δεν του εξήγησε γιατί.

Οι Αρχές θεωρούν ότι ο Νάσιουτζικ προσπαθεί να κατασκευάσει άλλοθι και τον καλούν για δεύτερη κατάθεση ενώ προχωρούν και σε έρευνα στο σπίτι και το γραφείο του. Ανακαλύπτουν πως τρεις μήνες πριν το έγκλημα ο Διαμαντόπουλος έχει δανείσει 50 χρυσές λίρες στον Νάσιουτζικ. Η βοηθός του Διαμαντόπουλου θα καταθέσει επίσης ότι ο Νάσιουτζικ είχε επισκεφθεί τουλάχιστον τρεις φορές το θύμα στο περασμένο διάστημα. Πάντα πρωινές ώρες.

Ο βασικός πλέον ύποπτος της υπόθεσης υποστηρίζει ότι την ώρα της δολοφονίας είχε επιστρέψει στο σπίτι του στο Παλαιό Ψυχικό για να πάρει κάποια πράγματα που είχε ξεχάσει. «Έφυγα στις 08:01 με ταξί και επέστρεψα γιατί είχα ξεχάσει κάποια έγγραφα. Επιστρέφοντας είδα τον Γρηγόρη τον κηπουρό και του μίλησα» θα πει ο Νάσιουτζικ. Ο Γρηγόρης δεν τον επιβεβαιώνει.

Στις 08:55 ο Νάσιουτζικ τηλεφωνεί στην Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών. Του απαντά η Αρχοντούλα, υπάλληλος της ΕΕΛ, η οποία θα καταθέσει ότι δεν κατάλαβε τον λόγο του τηλεφωνήματος. Στις 10:00 ο Νάσιουτζικ πηγαίνει για κούρεμα και στην συνέχεια πηγαίνει στα γραφεία της ΕΕΛ όπου έχουν φτάσει τα νέα για το έγκλημα. Ζητά από δύο υπαλλήλους να επικοινωνήσουν με ΜΜΕ και την Ασφάλεια, για να μάθουν πληροφορίες για το τι συνέβη στον Αθανασόπουλο και αν ζει.

Την 25η Σεπτεμβρίου 1984 ο Νάσιουτζικ ζητά από την Αρχοντούλα (την υπάλληλο της ΕΕΛ) να καταθέσει ότι εκείνη τον είχε πάρει λίγο πριν τις εννέα το πρωί στο σπίτι του. Δεν το κάνει.

Ο Νάσιουτζικ δεν δίνει το παρών στην κηδεία του Διαμαντόπουλου υποστηρίζοντας ότι πρέπει να ταξιδέψει εκτός Αθήνας. Το βράδυ της 27ης Σεπτεμβρίου, κι ενώ βρίσκεται στο σπίτι του αδελφού του στα Σπάτα, κάνει απόπειρα αυτοκτονίας με χάπια. Σε σημείωμα που αφήνει γράφει ότι έχει κουραστεί με τις συκοφαντίες και τα αδιέξοδα που τον έχουν οδηγήσει. Διακομίζεται στο νοσοκομείο Υγεία όπου οι γιατροί φροντίζουν να διαφύγει τον κίνδυνο. «Πήρα 3-5 χάπια για να κοιμηθώ, ύστερα πήρα περισσότερα για να αυτοκτονήσω. Στην αρχή δεν πήγα συνειδητά να αυτοκτονήσω, μετά την επιστολή το αποφάσισα» θα πει.

Η κατάθεση της δημοσιογράφου

Ο κλοιός σφίγγει γύρω από τον Νάσιουτζικ. Η κατάθεση της δημοσιογράφου Βένιας Γονατοπούλου (φωτό) θεωρείται ιδιαίτερα κρίσιμη για την υπόθεση όσο και το γεγονός ότι αναγνώρισε τη φωνή του κατηγορούμενου. Η Γονατοπούλου κατέθεσε: «Θυμάμαι να ξυπνώ από έναν θόρυβο. Εκ των υστέρων πια νομίζω ότι ήταν η σιδερώστρα που βρέθηκε στο πάτωμα. Άκουσα φωνές, έρχονταν από τον πάνω όροφο. Για να τις διακρίνω καλύτερα πήγα στο μπάνιο. Από το ανοιχτό παράθυρο άκουσα κατά λέξη να λέγονται τα εξής: Τι πας να κάνει Θανάση μου, μην το κάνεις αυτό Θανάση. Έλεος Θανάση!

Πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα κι άκουσα, αλλοιωμένη και βραχνή, μια άλλη φωνή να λέει: Εσύ φταις, εσύ φταις για όλα!

Στη συνέχεια άκουσα συνεχείς κτύπους που δεν μπορούσα εκείνη τη στιγμή να προσδιορίσω τι ήταν. Νόμιζα ότι κάτι έσπαζαν. Κάποιο τραπέζι ή κάποιο άλλο έπιπλο. Δεν μπορούσα να φανταστώ  ότι ήταν χτυπήματα στο κεφάλι κάποιου. Δεν μπορώ να προσδιορίσω αν οι χτύποι άρχισαν πριν ή μετά τη φράση “εσύ φταις”.

Είναι βέβαιο ότι οι χτύποι συνεχίστηκαν για πολύ γιατί μετά είχε έρθει στο διαμέρισμα μου, μετά  από τηλεφώνημα μου, ο δημοσιογράφος Νίκος Μπακουνάκης. Διέμενε στην ίδια πολυκατοικία.

Κατάλαβα ότι ο δράστης ήταν άντρας μετά από το τέλος των χτυπημάτων και αφού άνοιξε τη βρύση. Τα παπούτσια ήταν μάλιστα πέτσινα».  

Η μια δίκη μετά την άλλη

Σύμφωνα με αναφορές ο γιός του θύματος, ο 28χρονος τότε Παντελής Διαμαντόπουλος, καταγγέλλει εγγράφως στις αρχές  ότι ο δολοφόνος είναι ο Νάσιουτζικ. Η αστυνομική έρευνα ολοκληρώνεται μετά από επτά μήνες και την 1η Απριλίου 1985 ο Αθανάσιος Νάσιουτζικ κατηγορείται επίσημα και προσάγεται για να απολογηθεί. Ο εισαγγελέας αποφασίζει την προφυλάκιση του. Ο Νάσιουτζικ δεν αποδέχεται την κατηγορία και υποστηρίζει ότι είχε καλές σχέσεις με το θύμα. «Όταν ενημερώθηκα για τη δολοφονία άρχισα να τηλεφωνώ παντού. Δεν μπορούσα να το πιστέψω, ήλπιζα ότι πρόκειται για συνωνυμία», θα καταθέσει.

Το γεγονός ότι ο Νάσιουτζικ είναι επώνυμος προκαλεί φρενίτιδα στα ΜΜΕ της εποχής και η δίκη του γίνεται πρώτο θέμα. Και ο ίδιος όμως συμβάλει σε αυτό. Καλεί δημοσιογράφους και προσπαθώντας να τους πείσει ότι δεν είναι ένοχος τους δείχνει τα χέρια του που τρέμουν και ρωτά: «Με αυτά τα χέρια μπορώ εγώ να σκοτώσω άνθρωπο;». Ο ιατροδικαστής όμως έχει πει πως ο δράστης πιθανότατα δεν είχε σταθερά χέρια γι’ αυτό και έριξε τόσο πολλά χτυπήματα στο θύμα.

Η διαδικασία είχε οριστεί να ξεκινήσει στις 11 Δεκεμβρίου 1985 αλλά λόγω απεργίας των δικηγόρων πήρε πολύμηνη αναβολή. Θα ξεκινούσε τελικά στις 14 Απριλίου 1986. Εξετάστηκαν συνολικά 70 μάρτυρες και η δίκη ολοκληρώθηκε μετά από οκτώ μέρες (22/4/86) με τον μετέπειτα πρόεδρο του Συνασπισμού, Νίκο Κωσταντόπουλο στην Πολιτική Αγωγή.

Η ετυμηγορία ήταν καταδικαστική για τον Νάσιουτζικ με ψήφους 6-1 και η ποινή, ισόβια κάθειρξη. Η νομική ομάδα (Λυκουρέζος, Φούσας, Οικονομίδης) του καταδικασμένου πλέον Νάσιουτζικ ασκεί άμεσα έφεση και η υπόθεση επανέρχεται στις δικαστικές αίθουσες τον Μάιο του 1988. «Είναι τραγικό να δικάζομαι για ένα έγκλημα που ο ούτε ο χειρότερος εγκληματίας δεν θα διέπραττε και εναντίον τίνος; Του Διαμαντόπουλου που με εξυπηρέτησε;», θα πει ο Νάσιουτζικ και θα υποστηρίξει ότι ο κηπουρός ίσως να φοβήθηκε ότι θα τον ενοχοποιούσαν για ένα βαρέλι που είχε κλαπεί και γι’ αυτό δήλωσε ότι δεν τον συνάντησε το πρωί του φόνου. Όσο για το γεγονός ότι ζήτησε από την Αρχοντούλα να πει ότι εκείνη τον είχε πάρει τηλέφωνο τόνισε ότι το έκανε επειδή φοβήθηκε, όταν αστυνομικοί πήγαν στην ΕΕΛ και έψαχναν για άτομα με το όνομα Θανάσης. «Ένιωσα πνιγμένος και της το είπε έτσι…» θα τονίσει.  

Η νέα δίκη ανατρέπει την απόφαση της πρώτης. Κρίνει τον Νάσιουτζικ αθώο λόγω αμφιβολιών με οριακή (4-3) πλειοψηφία. Ο Άρειος Πάγος όμως αναιρεί τη συγκεκριμένη ετυμηγορία.

Διαφυγή και η πρόταση του Ρωχάμη

Μετά την αναίρεση αποφασίζει να διαφύγει μετά και από προτροπή φίλων του. Για περίπου δύο χρόνια ζει μεταξύ Αθήνας και Παρισιού. Όταν πλέον έχει διαγνωστεί με καρκίνο στον προστάτη αποφασίζει να επιστρέψει για να δικαστεί και πάλι.

Τον Ιούνιο του 1990 η υπόθεση δικάζεται εκ νέου, αυτή τη φορά στο Μεικτό Ορκωτό Εφετείο. Μετά από 17 μέρες εκδίδεται η απόφαση που είναι αθωωτική και πάλι με το οριακό 4-3. Το δικαστικό θρίλερ όμως δεν τελειώνει εκεί. Ακολουθεί νέα αναίρεση της απόφασης και επιστροφή του Νάσιουτζικ στο εδώλιο.

Στο Δευτεροβάθμιο Κακουργιοδικείο τον πλησιάζει μια… μεσήλικη κυρία. «Θες να το σκάσεις; Έχω δικούς μου απ΄έξω. Πες το ναι και φύγαμε» του λέει. Είναι ο διαβόητος Βαγγέλης Ρωχάμης, μεταμφιεσμένος σε γυναίκα. Είχε γνωριστεί με τον Νάσιουτζικ στη φυλακή και τον είχε συμπαθήσει. Η πρόταση του δεν έγινε δεκτή..

Στις 28 Απριλίου 1993 ο Νάσιουτζικ κρίνεται ένοχος για ανθρωποκτονία από πρόθεση (και πάλι με 6-1 ψήφους) αλλά αυτή τη φορά του επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 15 ετών.  Μένει άλλη δύο χρόνια στη φυλακή.

Ο Αθανάσιος Νάσιοτζικ εξέτισε τελικά τα 2/3 της ποινής του (10 χρόνια) και αποφυλακίστηκε στις 18 Απρίλιου του 1995. «Φώναζα ότι είμαι αθώος. Και πάλι θα το λέω και θα το επαναλαμβάνω. Και από τον τάφο ακόμα πάλι θα το πω» τονίζει μιλώντας στους δημοσιογράφους. Θα πεθάνει το 2005 σε ηλικία 83 ετών.

Τι υποστηρίζει η οικογένεια του Νάσιουτζικ

Η οικογένεια του Αθανάσιου Νάσιουτζικ υποστηρίζει ότι στοχοποιήθηκε από τις πρώτες ώρες μετά τη δολοφονία. Η κόρη του Παυλίνα (φωτό) αναφέρει ότι η υπάλληλος της ΕΕΛ τον ενημέρωσε το βράδυ μετά τον φόνο ότι δημοσιογράφος είχε τηλεφωνήσει στην Ένωση. «Η δημοσιογράφος μου είπε ότι η Ασφάλεια είναι σίγουρη ότι είστε ένοχος» του είπε. Η οικογένεια τονίζει ότι στη συνέχεια οι αρχές διέρρεαν πληροφορίες στον Τύπο ο οποίος έβαλε κι αυτός στο στόχαστρο τον Νάσιουτζικ και δημιούργησε κλίμα κατά του. «Η Ασφάλεια τον ήθελε δολοφόνο, οι δημοσιογράφοι τον ήθελαν δολοφόνο και έτσι φτάσαμε στο σημείο ένα μεγάλο κομμάτι του κόσμου να τον θέλει δολοφόνο» αναφέρει η Παυλίνα Νάσιουτζικ. Αναφέρει επίσης ότι ο ιατροδικαστής Σταμούλης είχε πλησιάσει τον πατέρα της και του είχε πει ότι είναι πεπεισμένος για την αθωότητα του. Στην κατάθεση του όμως παρουσιάστηκε βέβαιος για το αντίθετο. Η οικογένεια επίσης υποστηρίζει ότι ο κηπουρός τους δήλωσε ότι πιέστηκε από την Ασφάλεια να καταθέσει ότι δεν συνάντησε τον Νάσιουτζικ το πρωινό της δολοφονίας. Μια γειτόνισσα θα καταθέσει αρχικά ότι πράγματι είδε τον Νάσιουτζικ στο σπίτι του. Ανακάλεσε στη συνέχεια τονίζοντας ότι δεν είναι σίγουρη και όταν στο δικαστήριο προσπάθησε και πάλι να αναιρέσει κρίθηκε αναξιόπιστη. Η οικογένεια αναφέρει επίσης και κάποιες γνωμοδοτήσεις ειδικών που τόνιζαν ότι δεν θεωρούν ότι ο Αθανάσιος Νάσιουτζικ είναι ικανός για τέτοιο ειδεχθές έγκλημα. Αναφορικά με την κατάθεση της Γονατοπούλου υποστηρίζει ότι αν ο Διαμαντόπουλος αναφερόταν στον Νάσιουτζικ θα τον αποκαλούσε Σάκη, όπως τον φώναζαν όλοι, και όχι Θανάση. Τέλος αξίζει να σημειώσουμε ότι η υπεράσπιση του Νάσιουτζικ έπαιξε το «χαρτί» του σεξουαλικού κινήτρου. Ότι δηλαδή το θύμα δολοφονήθηκε από κάποιον κρυφό εραστή του. Δεν αποδείχθηκε ποτέ κάτι τέτοιο.  

Επίλογος

Η δολοφονία του Αθανάσιου Διαμαντόπουλο (φωτό) και η καταδίκη του Νάσιουτζικ είναι από τις υποθέσεις εκείνες που διχάζουν. Οι δικές δεν κατάφεραν να εντοπίσουν σαφές κίνητρο για τον φόνο. Επίσης η καταδίκη δεν στοιχειοθετήκε από ευρήματα στη σκηνή του εγκλήματος. Από την άλλη ο Νάσιουτζικ αντέδρασε πολύ ύποπτα και φάνηκε να προσπαθεί να χτίσει άλλοθι. Μάλλον κανείς δεν μπορεί να πει με απόλυτη βεβαιότητα αν στην υπόθεση της δολοφονίας του Διαμαντόπουλου αποδόθηκε ή όχι δικαιοσύνη.

*Ο Νίκος Ρωμανός, το παιδί που βρισκόταν δίπλα στον Αλέξανδρο Γρηγορόπουλο όταν δολοφονήθηκε, είναι εγγονός του Νάσιουτζικ.