«Με υιοθέτησε ένας από αυτούς που δολοφόνησαν τους γονείς μου»


Ο Γκιγέρμο είναι παιδί των… εξαφανισμένων της Αργεντινής. Σε ηλικία 21 ετών έμαθε την αλήθεια για τους βιολογικούς γονείς τους αλλά και τους ανθρώπους που τον μεγάλωσαν

«Ήμουν μικρό παιδί, κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ’80, όταν ένα βράδυ στο σπίτι μας στο Μπουένος Άιρες, η μητέρα μου μού έκανε μια περίεργη ερώτηση: “Τι θα έκανες αν μια μέρα, ενώ εγώ δουλεύω, μια γυναίκα ερχόταν και σου έλεγε ότι είναι η μαμά σου; Θα έφευγες μαζί της;”. Δεν καταλάβαινα. Γιατί να έχω κι άλλη μητέρα. Με δάκρυα στα μάτια της είπα: Δεν πάω πουθενά, εσύ είσαι η μητέρα μου» θυμάται ο Γκιγέρμο Γκόμες.

Αγαπούσε την Τεοντόρα. Ήταν νευρική αλλά τον πρόσεχε πάντα. Δούλευε σκληρά ως καθαρίστρια για να μην του λείπει τίποτα. Ήταν ένα αχώριστο δίδυμο, ένα δίδυμο που αντιμετώπιζε τον πατέρα της οικογένειας τον Φρανσίσκο.

Ο Φρανσίσκο Γκόμες ήταν αξιωματικός στην υπηρεσία πληροφοριών της Αεροπορίας της Αργεντινής. Κάπνιζε μανιωδώς και δεν πήγαινε πουθενά χωρίς το πιστόλι του. «Δεν είχα καταλάβει τι ακριβώς έκανε στη δουλειά του. Όταν όμως ήταν σπίτι χτυπούσε άγρια τη μητέρα μου. Μια φορά την χτύπησε με ένα δίκαννο και της είπε ότι θα τη πυροβολήσει στο κεφάλι» τονίζει ο Γκιγέρμο.

Όταν ήταν περίπου πέντε ετών η Τεοντόρα τον πήρε και επιχείρησαν να δραπετεύσουν. Κατήγγειλε τον Φρανσίσκο Γκόμες στην αστυνομία η οποία όμως δεν του άσκησε κατηγορίες και ζήτησε από την Τεοντόρα να γυρίσει στο σπίτι και να τα βρει με τον άντρα της.

«Για περίπου πέντε χρόνια προσπαθούσε να γλιτώσουμε από αυτόν. Αλλάξαμε ακόμα και πόλη αλλά πάντα μας έβρισκε. Τελικά όταν έγινα οκτώ η Τεοντόρα έκανε επισήμως αίτηση διαζυγίου και σταδιακά τον έβλεπα όλο και λιγότερο. Με είχε στεναχωρήσει το γεγονός ότι μετά τον χωρισμό δεν έδειχνε να ενδιαφέρεται για εμένα. Μπαίνοντας στην εφηβική μου ηλικία άρχισα να αναρωτιέται αν πράγματι είμαι παιδί του. Δεν του έμοιαζα καθόλου. Ρώτησα τη μητέρα μου αν τον είχε απατήσει με κάποιον» λέει ο Γκιγέρμο.

Η αλήθεια θα αποκαλυπτόταν το 2000 σε μια απρόσμενη συνάντηση. Ο 21χρονος Γκιγέρμο εργαζόταν σε ένα εστιατόριο φαστ-φουντ στα προάστια του Μπουένος Άιρες όταν τον προσέγγισαν δύο γυναίκες που δεν γνώριζε. «Η μια κρατούσε ένα μωρό. Η άλλη μου απευθύνθηκε με το πλήρες όνομα μου και με ρώτησε αν έχω λίγο χρόνο. Προσπάθησα να την αποφύγω αλλά επέμενε. Έγραψε κάτι σε ένα χαρτάκι, το έβαλε μέσα σε ένα βιβλίο και μου το έδωσε. Το βιβλίο είχε εκδοθεί από τις Γιαγιές της Πλατείας Μαΐου (Abuela de Plaza de Mayo), μια οργάνωση αφοσιωμένη στο να εντοπίζει τα παιδιά των εξαφανισμένων «desaparecidos» της Αργεντινής. Ήταν οι άνθρωποι που είχαν δολοφονηθεί από το στρατιωτικό καθεστώς που είχε επιβληθεί στη χώρα από το 1976 έως το 1983. Το χαρτάκι μέσα στο βιβλίο έγραφε: Είμαι η Μαριάνα Εύα Πέρες, κόρη των εξαφανισμένων και ψάχνω τον χαμένο μου αδελφό. Πιστεύω ότι ίσως είσαι εσύ» λέει ο Γκιγέρμο.

Η γυναίκα δεν είχε φύγει από το εστιατόριο. Ο Γκιγέρμο την πλησίασε, απολογήθηκε για το γεγονός ότι ήταν απότομος, και της είπε  ότι έχει κάνει λάθος. Η Μαριάνα άνοιξε το βιβλίο και του έδειξε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία. Ήταν ένα ζευγάρι στο οποίο ο Γκιγέρμο έμοιαζε πολύ περισσότερο απ’ ό,τι σε εκείνους που θεωρούσε γονείς του. Το ζευγάρι το είχε απαγάγει η Αεροπορία τον Οκτώβριο του 1978. Έναν μήνα μετά η γυναίκα γέννησε στην φυλακή, τον Οκτώβριο του ’78, τον μήνα που γεννήθηκε ο Γκιγέρμο.

Θυμήθηκε την ερώτηση που του είχε κάνει η μητέρα του εκείνο το βράδυ στο κρεβάτι και τα κατάλαβε όλα. Όμως η πραγματικότητα ήταν ακόμα πιο σκληρή. Ο… πατέρας του ήταν προσωπικά υπεύθυνος για την δολοφονία των πραγματικών γονιών του.

Πριν γνωρίσει την Μαριάνα ο Γκιγέρμο ήξερε λίγα πράγματα για την χούντα. Από το 1976 έως το 1983 χιλιάδες άνθρωποι (κάποιοι μιλούν ακόμα και για 30.000) δολοφονήθηκαν από καθεστώς επειδή τους θεωρούσε απειλή. Οι οικογένειες δεν μάθαιναν ποτέ τι συνέβη και γι' αυτό τους αποκαλούσαν «desaparecidos» (εξαφανισμένοι). Η Χούντα τους δολοφονούσε και είτε τους έθαβε σε άγνωστη τοποθεσία, είτε πετούσε τα πτώματα στον Ατλαντικό με τις λεγόμενες πτήσεις του θανάτου.

Κατά τη διάρκεια της κράτησης τους πολλές γυναίκες γέννησαν. Υπολογίζεται ότι 500 παιδιά γεννήθηκαν στις φυλακές. Μέχρι σήμερα έχουν εντοπιστεί μόνο τα 137. Οι αρχές έπαιρναν τα βρέφη και τα έδιναν σε φιλικές στο καθεστώς οικογένειες για να τα μεγαλώσουν σαν δικά τους. Αντιμετωπίζοντας οικονομικά προβλήματα και έχοντας ταπεινωθεί στα Φόκλαντς η χούντα έπεσε. Έπρεπε όμως να φτάσουμε στο 2000 ώστε το κράτος να κάνει σοβαρές προσπάθειες για να αποκαλύψει τα εγκλήματα της επταετίας. Οι «Γιαγιάδες» κράτησαν ζωντανή την προσπάθεια να μην ξεχαστούν οι «desaparecidos».

Λίγες ώρες μετά την πρώτη τους συνάντηση, ο Γκιγέρμο βρέθηκε ξανά με την Μαριάνα, αυτή τη φορά στα κεντρικά γραφεία των «Γιαγιάδων». Εκεί του είπαν ότι η Μαριάνα και οι γιαγιάδες του Ρόσα και Αρχεντίνα τον ψάχνουν εδώ και χρόνια. Τον εντόπισαν μετά από μια ανώνυμη πληροφορία. Ο Γκιγέρμο έδωσε άμεσα δείγμα DNA το οποίο έστειλαν σε εργαστήριο.

«Μετά την αποκάλυψη σε ένα δείπνο με τον Φρανσίσκο του είπα τι έχει συμβεί και τον ρώτησα αν είναι ο πατέρας μου. Χλώμιασε και μου έλεγε ότι μάλλον η Μαριάνα κάνει λάθος, ίσως με μπέρδεψε. Μέσα στις επόμενες εβδομάδες συνέχισα να τον πιέζω μέχρι που… έσπασε. Άρχισε να κλαίει και να μου λέει ότι είμαι παιδί αριστερών και η Μαριάνα είναι αδελφή μου» θυμάται ο Γκιγέρμο. 

Το DNA επιβεβαίωσε επισήμως την ιστορία. Οι γονείς του ήταν η Πατρίσια Ρόισνμπλιτ και ο Χοσέ Μανουέλ Πέρες Ρόχο.

Ο Γκιγέρμο άρχισε να γνωρίζει την πραγματική του οικογένεια. Οι γιαγιάδες του μίλησαν για τους γονείς του. Η Πατρίσια είχε μεγαλώσει στο Μπουένος Άιρες και είχε πάθος με τη ζωγραφική και τις ταινίες του Μπέργκμαν. Ενώ σπούδαζε ιατρική έγινε μέλος του Εργατικού Επαναστατικού Κόμματος αλλά και της οργάνωσης Μοντομέρος. Βοηθούσε σε μια από τις κλινικές της οργάνωσης και εκεί γνώρισε τον Χοσέ Μανούελ. Ήταν ηγέτης μιας ομάδας των Μοντομέρος και βιβλιοπωλείο. Έπαιζε πιάνο και λάτρευε τους Beatles.

To 1977 η Πατρίσια γέννησε την Μαριάνα. Περίπου έναν χρόνο μετά, τον Οκτώβριο του 1978, στρατιωτικοί απήγαγαν τον Χοσέ Μανουέλ και την Πατρίσια αλλά και το ενός έτους μωρό. Τελικά άφησαν την Μαριάνα σε έναν ανιψιό του Χοσέ Μανουέλ. Ένας από τους στρατιωτικούς που απήγαγαν το ζευγάρι ήταν ο Φρανσίσκο Γκόμες. Ήταν και στην ομάδα που βασάνισε τον Χοσέ Μανουέλ ενώ η οκτώ μηνών έγκυος Πατρίσια βρισκόταν στο δίπλα δωμάτιο.

Η Πατρίσια γέννησε σε μια κλινική σε μια ναυτική βάση και το αγοράκι, που ονομάστηκε Ροδόλφο Φερνάνδο Πέρες Ρόσινμπλιτ, της το πήραν μετά από λίγες μέρες. Με ψεύτικο πιστοποιητικό γέννησης και με το όνομα Γκιγέρμο δόθηκε στον Φρανσίσκο Γκόμες και την Τεοντόρ Χοφέρ. Η έρευνα έδειξε ότι η Πατρίσια μπήκε σε μια «πτήση θανάτου» και την έριξαν στον Ατλαντικό. Κανείς δεν ξέρει την μοίρα του Χοσέ Μανουέλ αλλά θεωρείται δεδομένο ότι δολοφονήθηκε.

Το 2001 ο Γκόμες και η Τεοντόρα κατηγορήθηκαν επίσημα για την υπόθεση του Γκιγέρμο. «Για τον Φρανσίσκο ήμουν σίγουρος ότι ήθελαν να τον κλείσουν σε ένα κελί και να πετάξουν το κλειδί στη θάλασσα. Τα συναισθήματα μου για την Τεοντόρα ήταν ανάμεικτα. Άρχισα να αναρωτιέμαι τι σημασία έχει να μάθω ότι είμαι ένα από τα παιδιά των εξαφανισμένων. Δεν θα τους γνωρίσω ποτέ, δεν έχω έναν τάφο να τους αφήσω λουλούδια, ούτε καν την ημερομηνία θανάτου τους. Γιατί να με αναζητήσουν;» θα αναρωτηθεί ο Γκιγέρμο που έμοιαζε διχασμένος.

Η Τεοντόρα υποστήριζε ότι δεν γνώριζε την ιστορία των βιολογικών γονιών του Γκιγέρμο. Θεωρούσε ότι είχε γίνει μια νόμιμη υιοθεσία. Ο Φρανσίσκο Γκόμες από την άλλη μισούσε τον Γκιγέρμο. «Είναι δικό σου το λάθος που μπήκα φυλακή. Αν βγω θα σου φυτέψω μια σφαίρα στο κεφάλι. Εσένα, στην αδελφή σου και στις γιαγιές σου» του είπε, όταν ο Γκιγέρμο τον επισκέφθηκε στη φυλακή.

Το 2004 ο Φρανσίσκο Γκόμες και η Τεοντόρα καταδικάστηκαν. Ο πρώτος σε 7 ½ χρόνια φυλάκιση και η δεύτερη σε ένα έτος κι έναν μήνα. Ο Γκιγέρμο προχώρησε στη νέα ζωή του. Παντρεύτηκε και απέκτησε έναν γιό. Το 2007 όμως ο Γκόμες αποφυλακίστηκε. «Η είδηση μου προκάλεσε πανικό. Προσπάθησα να κρύψω κάθε στοιχείο. Να μην με βρει ποτέ» λέει.

Έξι χρόνια μετά ο Γκόμες επέστρεψε στη φυλακή για την υπόθεση των γονιών του Γκιγέρμο. «Ζήτησα από τον Φρανσίσκο Γκόμες να αποκαλύψει που έχουν θάψει τους γονείς μου. Ήταν ένας τρόπος να εξιλεωθεί. Όμως παρέμεινε σιωπηλός και κοιτούσε το πάτωμα» τονίζει.

Ο Γκόμες συνέχιζε να αρνείται τα πάντα και υποστήριζε ότι ήταν κηπουρός στην αεροπορία. Τόνισε ότι δεν ήξερε τίποτα για τους γονείς τους Γκιγέρμο. «Νόμιζα ότι απλά τον είχα εγκαταλείψει. Ήταν ένα δώρο και το μόνο που είχα να κάνω ήταν να υπογράψω» θα πει.

Τα στοιχεία όμως έδειξαν ότι ήταν στην ομάδα που απήγαγε την Πατρίσια και ότι δεν υπήρξε ένας απλός κηπουρός. Δεν αποδείχθηκε αλλά υπήρξαν ενδείξεις ότι ο Φρανσίσκο Γκόμες ίσως εμπλεκόταν και στη δολοφονία των βιολογικών γονιών του Γκιγέρμο. Καταδικάστηκε σε 12 επιπλέον χρόνια και πέθανε τελικά στη φυλακή.

«Αυτό που με πονάει περισσότερο είναι τα ερωτήματα στα οποία δεν έχω απαντήσεις. Πώς πέθαναν οι γονείς μου; Πού βρίσκονται τα λείψανα τους; Πώς ήταν ως άνθρωποι; Έπρεπε να δημιουργήσω μια εικόνα βασισμένη σε αναμνήσεις άλλων. Έχω τις φωτογραφίες τους και κάποιες φορές τους μιλάω. Φαντάζομαι ότι μου απαντούν, φαντάζομαι πώς θα ήταν αν είχα μεγαλώσει μαζί τους» λέει ο Γκιγέρμο.