The Gainesville Reaper: Ο κατά συρροή δολοφόνος πάνω στον οποίο βασίστηκε το «Scream»


Σκότωσε συνολικά οκτώ άτομα, μεταξύ των οποίων ένα παιδί. Διαμέλιζε τα πτώματα και τα τοποθετούσε σε συγκεκριμένες θέσεις. Στο δικαστήριο τραγούδησε στην συγγραφέα που είχε ερωτευτεί

Τον Δεκέμβριο του 1996 έκανε πρεμιέρα στις κινηματογραφικές αίθουσες η ταινία τρόμου «Scream» η οποία σύντομα έγινε παγκόσμια επιτυχία. Το σενάριο του φιλμ είναι εμπνευσμένο από την πραγματική ιστορία ενός κατά συρροή δολοφόνου που έμεινε γνωστός ως ο «Gainesville Reaper». Σκότωσε συνολικά οκτώ άτομα με τις αρχές να μιλούν για μερικά από τα ειδεχθέστερα εγκλήματα στην ιστορία των ΗΠΑ. Ο Κέβιν Γουίλιαμσον είχε δει το 1994 ένα ντοκιμαντέρ για τον δολοφόνο που τον επηρέασε βαθύτατα. «Εκείνο το βράδυ είδα ένα ανοιχτό παράθυρο και τρομοκρατήθηκα. Πήρα στο χέρι μου ένα μαχαίρι τη τηλεφώνησα σε έναν φίλο μου να έρθει. Το βράδυ είδα εφιάλτες. Αποφάσισα λοιπόν να ερευνήσω την υπόθεση και να γράψω ένα σενάριο εμπνευσμένο από αυτή» λέει ο σεναριογράφος του «Scream». Η αλήθεια είναι ότι η πραγματική ιστορία είναι πολύ πιο τρομακτική από το φιλμ…

Πέντε δολοφονίες μέσα σε τρεις μέρες

Η 17χρονη Κρίστι Πάουελ και η 18χρονη Σόνια Λάρσον είχαν μετακομίσει πριν από λίγες μέρες στο Γκέινσβιλ (Φλόριντα) όπου θα φοιτούσαν σε τοπικό Πανεπιστήμιο. Οι γονείς της Λάρσον δεν μπορούσαν να επικοινωνήσουν μαζί της για δύο μέρες και θορυβημένοι πήγαν στο Γκέινσβιλ για να τη βρουν. Στο σπίτι δεν απαντούσε κανείς και απευθύνθηκαν στον επιστάτη ο οποίος μίλησε με την υπεύθυνη και την αστυνομία. Όλοι μαζί μπήκαν στο διαμέρισμα. «Μπροστά ήταν ο επιστάτης, πίσω ο αστυνομικός και μετά εγώ. Είδα την κοπέλα στο κρεβάτι. Ήταν σε μια άσχημη στάση και απλά έκανα μεταβολή και έφυγα. Ο επιστάτης έφυγε τρέχοντας φωνάζοντας 'Θεέ μου'. Όταν βγήκε έξω έκανε εμετό. Οι γονείς της Σόνια κατάλαβαν τι είχε συμβεί» θυμάται η Μπέτι Κάρνατ υπεύθυνη του κτιρίου.

Από την έρευνα προέκυψε ότι ο δολοφόνος είχε μπει στο σπίτι τις πρώτες πρωινές ώρες της 24ης Αυγούστου. Χρησιμοποίησε ένα κατσαβίδι για να ανοίξει την αλουμινένια συρόμενη πόρτα. Βρήκε την Πάουελ να κοιμάται σε έναν καναπέ στο ισόγειο. Στάθηκε λίγο από πάνω της και ανέβηκε στον πρώτο. Βρήκε την Λάρσον, η οποία επίσης κοιμόταν. Της έκλεισε το στόμα με ταινία και τη μαχαίρωσε μέχρι θανάτου με ένα κυνηγετικό μαχαίρι.

Κατέβηκε στο ισόγειο όπου έβαλε ταινία στο στόμα της Πάουελ και της έδεσε τα χέρια πίσω από την πλάτη. Την απείλησε με το μαχαίρι, της έκοψε όλα τα ρούχα και τη βίασε. Στη συνέχεια την ανάγκασε να κάτσει μπρούμυτα στο πάτωμα και τη μαχαίρωσε πέντε φορές. Όταν πλέον είχε ξεψυχήσει τις έκοψε τις θηλές. Στη συνέχεια ανέβηκε στον πρώτο όροφο και βίασε το άψυχο σώμα της Λάρσον. Τοποθέτησε τα πτώματα σε σεξουαλικές στάσεις, έκανε ένα ντους και έφυγε…

Οι αρχές διαπίστωσαν ότι ο δράστης είχε βγάλει τις ταινίες από το στόμα και τα χέρια των κοριτσιών και τις είχε πάρει μαζί του. Επίσης είχε προσπαθήσει να πλύνει με υγρό πιάτων κάποια σημεία των σωμάτων. Ο δολοφόνος προσπαθούσε να καλύψει τα ίχνη του και είχε κάποιες γνώσεις πάνω σε αυτό το θέμα. Ο διευθυντής της αστυνομίας του Γκέινσβιλ, Γουέιλαντ Κλίφτον επισκέφθηκε τον τόπο του εγκλήματος και θυμάται: «Γυρίζοντας στο σπίτι σκεφτόμουν ότι ο δράστης δεν θα σταματήσει σε αυτό». Το προαίσθημα του επιβεβαιώθηκε άμεσα.


Το βράδυ της 24ης Αυγούστου ο δράστης μπήκε στο διαμέρισμα της 18χρονης Κρίστα Χόιτ. Χρησιμοποίησε πάλι το κατσαβίδι για να ανοίξει την αλουμινένια πόρτα. Η Χόιτ, μια φοιτήτρια στο κολέγιο Σάντα Φε που εργαζόταν και ως μαθητευόμενη στην αστυνομία, δεν ήταν εκεί. Ο δολοφόνος την περίμενε. Η κοπέλα μπήκε στο διαμέρισμα στις 23:00 και δέχθηκε επίθεση. Την έδεσε με ταινία και τη μετάφερε στο υπνοδωμάτιο. Εκεί τη βίασε, την έβαλε με το πρόσωπο στο δάπεδο και τη μαχαίρωσε στην πλάτη και τον λαιμό. Αφού η Χόιτ ξεψύχησε, ο δολοφόνος γύρισε το σώμα της και το άνοιξε με το μαχαίρι από την ηβική χώρα ως το στέρνο. Όπως αποδείχθηκε αργότερα ο δράστης έφυγε αλλά δεν μπορούσε να βρει το πορτοφόλι του. Επέστρεψε στο διαμέρισμα για να το αναζητήσει εκεί. Τότε αποφάσισε ότι ήθελε να σοκάρει ακόμα περισσότερο όποιον θα έβρισκε το πτώμα. Αποκεφάλισε την νεκρή κοπέλα και έβαλε το σώμα καθιστό στο κρεβάτι. Το κεφάλι το τοποθέτησε σε ένα ράφι απέναντι από το σώμα. Το βράδυ της 26ης Αυγούστου 1990 η Χόιτ δεν εμφανίστηκε στο αστυνομικό τμήμα όπου εργαζόταν. Δεν είχε ποτέ αργήσει χωρίς να ειδοποιήσει και οι συνάδελφοι της πήγαν στο σπίτι της. Εκεί βρέθηκαν αντιμέτωποι με το φρικτό σκηνικό που είχε δημιουργήσει ο Gainesville Reaper.

Η δολοφονική μανία του δράστη συνεχίστηκε και το βράδυ της 27ης Αυγούστου 1990 μπήκε (πάλι με το κατσαβίδι) σε ένα διαμέρισμα που έμενε ο 23χρονος Μάνι Ταμποάντα και η συγκάτοικος του Τρέισι Πόλις (23 επίσης). Βρήκε τον Ταμποάντα να κοιμάται και του επιτέθηκε με το μαχαίρι. Ο σωματώδης νεαρός όμως αντιστάθηκε με αποτέλεσμα η Πόλις να ξυπνήσει. Ο δολοφόνος μαχαίρωσε επανειλημμένα τον 23χρονο την ώρα που η κοπέλα επιχείρησε να κλειδωθεί στο δωμάτιο της. Δεν τα κατάφερε. Ο δράστης την έδεσε, την βίασε και την μαχαίρωσε τρεις φορές στην πλάτη. Όπως θα αποκαλυφθεί αργότερα η 23χρονη ρώτησε τον δολοφόνο «είσαι εκείνος, έτσι δεν είναι;», εννοώντας ότι είναι αυτός σκότωσε τα δύο κορίτσια. Ο δράστης της απάντησε: «Ναι, είμαι εκείνος…».

Πλέον τα εγκλήματα είχαν ένα ξεκάθαρο μοτίβο. Ο δολοφόνος στόχευε σπίτια που βρίσκονται κοντά σε δασώδη περιοχή. Έμπαινε παραβιάζοντας με κατσαβίδι πόρτες ή παράθυρα και ακολουθούσε ένα συγκεκριμένο τρόπο δράσης. Το κίνητρο του ήταν καθαρά σεξουαλικό και ήθελε να βεβηλώνει τα γυναικεία σώματα. Τους άντρες τους αντιμετώπιζε απλά σαν εμπόδια προς την υλοποίηση του στόχου του.

Μια φαινομενικά άσχετη υπόθεση

Την ίδια ημέρα που δολοφονήθηκε η Κρίστα Χόιτ, ένα χιλιόμετρο μακριά από το σπίτι της, έγινε ληστεία σε μια μικρή τράπεζα. Ένας άντρας μπήκε στην τράπεζα φορώντας μάλλινη full face μάσκα και απειλώντας με ένα όπλο ζήτησε τα λεφτά. Ο υπάλληλος του γέμισε μια τσάντα και έβαλε μέσα και μια δεσμίδα με μπογιά. Είναι ένα σύστημα για να σημαδεύονται τα κλεμμένα χρήματα. Η κορδέλα με την κόκκινη μπογιά σπάζει μετά από λίγη ώρα και βάφει τα χρήματα. Εκείνη τη νύχτα ένας αστυνομικός είδε έναν άντρα να μπαίνει στο δάσος και τον ακολούθησε. Εντόπισε το σημείο όπου είχε στήσει μια σκηνή (φωτό) αλλά ο ύποπτος είχε εξαφανιστεί. Δίπλα και μέσα στη σκηνή βρέθηκαν τα χρήματα, ένα κατσαβίδι, ένα πιστόλι, μια κιθάρα και ένα μικρό κασετόφωνο με μια κασέτα μέσα. Κανείς δεν μπήκε στον κόπο να ακούσει την κασέτα και η υπόθεση δεν συνδέθηκε με τις δολοφονίες στην περιοχή.

Ένας ιδανικός ύποπτος

Με πέντε δολοφονίες σε τρεις μέρες στην περιοχή είχε επικρατήσει πανικός. Όλοι τοποθετούσαν συναγερμούς και αγόραζαν όπλα ενώ οι αρχές δέχονταν τεράστιες πιέσεις να εντοπίσουν τον δολοφόνο. Υπό το βάρος αυτό εστίασαν στον Εντ Χάμφρεϊ. Ο νεαρός είχε πρόσφατα φυλακιστεί για επίθεση στη γιαγιά του, με την οποία ζούσε. Ο Χάμφρεϊ έμοιαζε ο ιδανικός… υποψήφιος. Αντιμετώπιζε ψυχολογικά προβλήματα, ήταν παραβατικός, οι φόνοι είχαν σταματήσει από την ημέρα που φυλακίστηκε και περιστασιακά στοιχεία τον συνέδεαν με την υπόθεση. Η εικόνα του Χάμφρεϊ συνέβαλε στη στοχοποίηση του με τον νεαρό να έχει σημάδια στο πρόσωπο από ατύχημα και να φέρεται εκκεντρικά. Ο Τύπος τον παρουσίασε σαν τέρας και τον αντιμετώπισε σαν ένοχο…

Η τριπλή δολοφονία

Την ίδια εποχή που όλοι είχαν εστιάσει στον Χάμφρεϊ οι ερευνητές εντόπισαν μια υπόθεση στο Σρίβεπορτ (Λουιζιάνα) με τρομακτικές ομοιότητες με αυτές στο Γκέινσβιλ. Στις 4 Νοεμβρίου 1989 άγνωστος μπήκε στο σπίτι της οικογένειας Γκρίσομ την ώρα του δείπνου. Αφού έδεσε την 24χρονη Τζούλι Γκρίσομ σκότωσε με μαχαίρι τον πατέρα της Γουίλιαμ (55 ετών) και τον μόλις οκτώ ετών Σον (εγγονός του Γουίλιαμ Γκρίσομ). Στη συνέχεια βίασε την Τζούλι, την μαχαίρωσε και έκοψε τις θηλές της. Καθάρισε το πτώμα και το τοποθέτησε σε συγκεκριμένη στάση. Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι το modus operandi του δολοφόνου ήταν απολύτως όμοιο με αυτό στις δολοφονίες στο Γκέινσβιλ.

«Μου αρέσει να χώνω μαχαίρια στους ανθρώπους»

Τότε εμφανίστηκε ένα όνομα. Η Σίντι Τζουράσικ, από το Σρίβερπορτ, τηλεφώνησε στην οργάνωση Crime Stoppers και είπε πως για το τριπλό έγκλημα και αυτά στο Γκέινσβιλ πρέπει να ερευνήσουν τον Ντάνι Ρόλινγκ. «Τον γνωρίζω και εγώ και ο σύζυγος μου. Ένα βράδυ είπε στον άντρα μου ότι έχει ένα πρόβλημα. Όταν τον ρώτησε ποιο είναι το πρόβλημα του απάντησε:  Μου αρέσει να χώνω μαχαίρια στους ανθρώπους» είπε η Τζουράσικ.

Ήταν η πρώτη φορά που το όνομα του Ρόλινγκ συνδέθηκε με την υπόθεση. Ο Ντέιβιντ Χάρολντ Ρόλινγκ είχε γεννηθεί το 1954 στο Σρίβερπορτ της Λουιζιάνα. Ο πατέρας του Τζέιμς ήταν αστυνομικός και ιδιαίτερα βίαιος και εμμονικός με τον έλεγχο. Τα παιδικά χρόνια του Ρόλινγκ ήταν ιδιαίτερα δύσκολα. Μεγαλώνοντας έγινε αντικοινωνικός και εξελίχθηκε σε παθιασμένο ηδονοβλεψία. «Δεν ένιωθα άνετα την ημέρα αλλά τη νύχτα έβγαινα και ένιωθα ότι είμαι στο στοιχείο μου» θα πει ο ίδιος. Κατατάχθηκε στην Αεροπορία αλλά τον έδιωξαν και βιοποριζόταν κυρίως με κλοπές. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να περάσει στη φυλακή μεγάλο μέρος της δεκαετίας του 1980.

Τον Μάιο του 1990 ο Ρόλινγκ πυροβόλησε τον πατέρα του στο πρόσωπο και του άφησε μόνιμη αναπηρία. Διέφυγε και δεν επέστρεψε ξανά στο Σρίβερπορτ.

Η κασέτα

Με τις αρχές να έχουν ενημερωθεί για την πληροφορία που έλαβαν οι Crime Stoppers ερεύνησαν το ιστορικό του Ρόλινγκ και διαπίστωσαν ότι διαθέτει πλούσιο εγκληματικό βιογραφικό. Θα μπορούσε λοιπόν ο ληστής της τράπεζας στον Γκέινσβιλ να είναι και ο δολοφόνος της Κρίστα Χόιτ. Επιστρέφοντας στα αντικείμενα που είχαν βρεθεί στη σκηνή στο δάσος οι ντετέκτιβ άκουσαν την κασέτα που υπήρχε μέσα στο μικρό κασετόφωνο. Ένας άντρας μιλούσε και τραγουδούσε. Αναφερόταν στην οικογένεια του και για το γεγονός ότι πήρε τον λάθος δρόμος. Ενώ μιλούσε για τον εαυτό του είπε: «Είμαι ο Ντάνι Χάρολντ Ρόλινγκ».

Άμεσα ξεκίνησε έρευνα για τον εντοπισμό του για να διαπιστωθεί ότι ήδη βρισκόταν υπό κράτηση. Τον είχαν συλλάβει για τη ληστεία σε ένα μικρό σούπερ μάρκετ, περίπου δέκα μέρες μετά τη διπλή δολοφονία της Πόλις και του Ταμποάντα. Οι εξετάσεις έδειξαν ότι το αίμα του ήταν τύπου Β…


Η ομολογία

Στη φυλακή ο Ρόλινγκ ομολόγησε τους φόνους στο Γκέινσβιλ στο συγκρατούμενο του Μπόμπι Λιούις. Του είπε τα πάντα με λεπτομέρειες και ο Λιούις ενημέρωσε τις αρχές. Ο Ρόλινγκ διεμήνυσε στους αστυνομικούς ότι θα ομολογήσει επισήμως αρκεί να είναι παρών και ο Λιούις. Το αίτημα είναι αποδεκτό και ο Ρόλινγκ εξιστόρησε με λεπτομέρειες πώς έκανε τους φόνους στο Γκέινσβιλ. Τους είπε ότι φορούσε μάσκα σε όλα τα εγκλήματα και προσπαθούσε να καθαρίσει τα πτώματα γιατί ήξερε από τον πατέρα του τι αναζητά η αστυνομία. Δεν παραδέχθηκε όμως τίποτα για την τριπλή δολοφονία της οικογένειας Γκρίσομ.

Ο Ρόλινγκ υποστήριξε αρχικά ότι είχε πολλές προσωπικότητες ή ότι τον έβαλε να κάνει τα εγκλήματα ο διάβολος αλλά δεν έπεισε κανέναν. Αποκαλύφθηκαν συζητήσεις του με αστυνομικούς και συγκρατουμένους κατά τις οποίες έλεγε ότι είναι περήφανος για εγκλήματα και αναφερόταν στην ικανοποίηση που ένιωθε να έχει τον έλεγχο.

Η δίκη ξεκίνησε τον Φεβρουάριο του 1994 και προς έκπληξη όλων ο Ρόλινγκ ζήτησε τον λόγο και είπε: «Κύριε δικαστά προσπαθώ να ξεφύγω από πολλά πράγματα όλη μου τη ζωή. Υπάρχουν όμως κάποια πράγματα από τα οποία δεν μπορεί να ξεφύγεις κι αυτό είναι ένα. Δηλώνω ένοχος σε όλες τις κατηγορίες». H ετυμηγορία ήταν πέντε φορές εις θάνατο.

Η αφιέρωση

Κατά τη διάρκεια της δίκης σημειώθηκε ένα περιστατικό πρωτοφανές σε διαδικασία τέτοιας υπόθεσης. Ο Ρόλινγκ σηκώθηκε λέγοντας ότι θέλει να απευθυνθεί στο δικαστήριο. Αντί γι’ αυτό όμως στράφηκε προς τη συγγραφέα Σόντρα Λόντον, που βρισκόταν στην αίθουσα, και της τραγούδησε ένα ερωτικό κομμάτι. Η Λόντον ήθελε να γράψει ένα βιβλίο για τον Ρόλινγκ και τον γνώρισε στη φυλακή. Η γνωριμία εξελίχθηκε σε ερωτική σχέση που έφτασε ως τον αρραβώνα. To 1996 η συγγραφέας κυκλοφόρησε το βιβλίο: «The Making of a Serial Killer: The True Story of the Gainesville Murders in the Killer's Own Words».

Το τέλος

Παρά τις προσπάθειες των δικηγόρων του και οργανώσεων κατά της θανατικής ποινής η εκτέλεση του Ρόλινγκ ορίστηκε για την 25η Οκτωβρίου 2006. Η έρευνα αποκάλυψε ότι στις 5 Αυγούστου 1990 είχε μπει στο σπίτι της Τζάνετ Φρέικ στην Σαρασότα, την έδεσε, την βίασε αλλά δεν την σκότωσε.

Πριν πεθάνει ο 52χρονος πλέον ομολόγησε, μέσω επιστολής που έδωσε σε ιερέα, ότι ήταν ο δράστης της τριπλής δολοφονίας στο Σρίβερπορτ. Όταν ο ιερέας τον ρώτησε γιατί σκότωσε ακόμα και το 8χρονο παιδί είπε: «Απλά βρέθηκε στο δρόμο μου».

Αφού για τελευταίο γεύμα έφαγε αστακό, γαρίδες, πατάτες και τσίζκεϊκ τραγούδησε έναν θρησκευτικό ύμνο και ξάπλωσε στο ειδικά διαμορφωμένο κρεβάτι. Στην απέναντι πλευρά του τζαμιού ήταν στοιβαγμένα 47 άτομα. Το δωμάτιο είχε τη μισή χωρητικότητα αλλά πολλοί συγγενείς των θυμάτων του ήθελαν να είναι μάρτυρες στο τέλος του Ρόλινγκ. Του χορηγήθηκε το ειδικό θανατηφόρο κοκτέιλ φαρμάκων και στις 06:13 το πρωί της 25ης Οκτωβρίου 2006 ο υπεύθυνος γιατρός ανακοίνωσε ότι ο Gainesville Reaper είναι πλέον νεκρός.