To 1968 πήρε το Μετάλλιο της Τιμής, το 1971 έπεσε νεκρός ληστεύοντας παντοπωλείο


Η τραγική ιστορία του Ντουάιτ Τζόνσον. Ο Αμερικάνος ήρωας που δεν ξεπέρασε ποτέ το τραύμα του Βιετνάμ κι σκοτώθηκε γιατί δεν μπορούσε να βρει λεφτά για την επέμβαση της συζύγου του

Την πρώτη φορά που ο Ντουάιτ Χoλ Τζόνσον επισκέφθηκε την Ουάσινγκτον, ήταν για να παραλάβει το Μετάλλιο της Τιμής.  Στις 19 Νοεμβρίου 1968, ο 21χρονος από το Ντιτρόιτ, τον οποίο οι φίλοι του αποκαλούσαν «Σκιπ», παρέλαβε το μετάλλιο από τον πρόεδρο Λίντον Τζόνσον.

«Τα χέρια μου έτρεμαν, οι μυς μου πηδούσαν σαν βάτραχοι. Είπα μόνο ένα ευχαριστώ. Η τελετή ήταν η μόνη φορά που φοβήθηκα πραγματικά» θα πει ο Ντουάιτ Τζόνσον, ο οποίος ήταν ο μοναδικός μαύρος στρατιώτης, από τους πέντε που παρέλαβαν το Μετάλλιο της Τιμής εκείνη τη ημέρα. Μια αναγνώριση που δεν έλαβε κανείς Αφροαμερικάνος μετά τον Α’ και Β’ Παγκόσμιο.

Ο «Σκιπ» ήταν οδηγός άρματος μάχης στο 69ο Σύνταγμα Τεθωρακισμένων. Αφού ολοκλήρωσε τη βασική εκπαίδευση στο Φορτ Νοξ, ο 19χρονος Τζόνσον έφτασε στο αρχηγείο της Τέταρτης Μεραρχίας Πεζικού κοντά στο Πλέικου, στα Κεντρικά Υψίπεδα του Βιετνάμ, τον Ιανουάριο του 1967.

Κάθε άρμα μάχης είχε τετραμελές πλήρωμα: οδηγό, πυροβολητή, φορτωτή και διοικητή. Οι άνδρες ζούσαν στα οχήματά τους και σπάνια επέστρεφαν στο στρατόπεδο βάσης της μεραρχίας. Ο Τζόνσον και οι συνάδελφοί του είχαν σκηνές από καμβά, αλλά ένιωθαν πιο ασφαλείς να κοιμούνται (σε βάρδιες) πάνω στο άρμα μάχης ή σε αιώρες δίπλα του.

Η κύρια αποστολή του 69ου Τεθωρακισμένου Συντάγματος ήταν η ασφάλεια των δρόμων. Διασφάλιζε την ασφαλή μετακίνηση στρατευμάτων και προμηθειών βόρεια στον Αυτοκινητόδρομο 14 και ανατολικά προς την ακτή στον Αυτοκινητόδρομο 19. Ακολουθούσαν νηοπομπές και φρουρούσαν γέφυρες.

Η ενέδρα

Τον Ιανουάριο του 1968 ο στρατός του Βορείου Βιετνάμ άρχισε να τοποθετεί νάρκες στον Αυτοκινητόδρομο 19. Πολλά αμερικανικά τανκ καταστράφηκαν και δεν αντικαταστάθηκαν. Αυτό οδήγησε σε σοβαρή πτώση της ισχύος των μονάδων τεθωρακισμένων.

Το πρωί της 15ης Ιανουαρίου ξεκίνησε όπως τόσα άλλα στην θητεία του Τζόνσον. Οδήγησε ένα από τα τέσσερα άρματα της διμοιρίας του, συνοδεύοντας μια νηοπομπή φορτηγών ανεφοδιασμού στον αυτοκινητόδρομο 14 από το Κοντόμ στο Ντακ Το.

Ξαφνικά ρουκέτες έπληξαν τα δύο τανκ και ακολούθησε καταιγισμός πυρών. Μέσα σε δευτερόλεπτα, κύματα εχθρικών στρατιωτών βγήκαν από την πυκνή ζούγκλα, εξαπολύοντας μια ολοκληρωτική επίθεση στη νηοπομπή.

Ο Τζόνσον επιτάχυνε για να πλησιάσει τα άρματα που είχαν πληγεί όμως ξαφνικά ακινητοποιήθηκε λόγω προβλήματος στις ερπύστριες. Βγήκε από το τανκ και άρχισε να πυροβολεί με ένα 45άρι πιστόλι.

Όταν έμεινε από πυρομαχικά, επέστρεψε στο άρμα, πήρε ένα υποπολυβόλο και προχώρησε προς τα άλλα άρματα μάχης. Σε κάποιο σημείο ένα Βιετναμέζος τον πλησίασε τόσο πολύ που ο Τζόνσον τον χτύπησε με το κοντάκι.

Όπως αποδείχθηκε, το προηγούμενο βράδυ, ο Τζόνσον είχε μετατεθεί σε ένα νέο άρμα μάχης. Ήξερε ότι οι συνάδελφοί του στο παλιό του άρμα ήταν παγιδευμένοι. Είχε ζήσει στο συγκεκριμένο τανκ για σχεδόν ένα χρόνο και ήθελε να σώσει τους φίλους του.

Αποφασισμένος να βοηθήσει, ο Τζόνσον έτρεξε μέσα από τα διασταυρούμενα πυρά και έφτασε στο φλεγόμενο τανκ. Άνοιξε την καταπακτή και αφού έβγαλε από μέσα τον πρώτο τραυματία, μια έκρηξη συγκλόνισε το όχημα. Τα βλήματα που βρίσκονταν μέσα στο τανκ είχαν εκραγεί, σκοτώνοντας τους άνδρες που βρίσκονταν ακόμα μέσα. Σε κατάσταση «αμόκ» πλέον συνέχισε να μάχεται. Επέστρεψε στο ακινητοποιημένο άρμα μάχης του, ανέβηκε στον πυργίσκο και άρχισε να πυροβολεί με το 50άρι πολυβόλο. Κράτησε έτσι μακριά τους επιτιθέμενους μέχρι τη στιγμή που δύο αμερικάνικα ελικόπτερα έφτασαν στο σημείο.

Ένα μόνιμο τραύμα

Οι εχθροί απωθήθηκαν, τα πυρά σταμάτησαν όμως ο Τζόνσον παρέμεινε σε κατάσταση αμόκ. Επιχείρησε να σκοτώσει τους αιχμαλώτους και χρειάστηκαν τρεις ενέσεις μορφίνης για να ηρεμήσει. Στο νοσοκομείο στο Πλέικου του φόρεσαν ζουρλομανδύα για να τον συγκρατήσουν. Μέσα σε λίγες μέρες τον έστειλαν πίσω στις ΗΠΑ.

Εκείνη η μέρα άλλαξε για πάντα τη ζωή του. Δεν ήθελε να μιλά για τα όσα είδε κι έκανε. «Δεν ξέρω πόσους σκότωσα». Δεν σκεφτόμουν. Δεν μετρούσα. Απλώς πυροβολούσα», θα παραδεχθεί. Ο ψυχίατρος Τζόναθαν Σέι, ο οποίος εργάστηκε για χρόνια με βετεράνους του Βιετνάμ, εξηγεί: «Η κατάσταση αμόκ είναι καταστροφική. Προκαλεί ένα βίαιο-μόνιμο ψυχολογικό τραύμα. Πιστεύω ότι μόλις ένα άτομο εισέλθει σε κατάσταση αμόκ αλλάζει για πάντα».

Ο Τζόνσον θα πει ότι μια ανάμνηση του είχε κολλήσει στο μυαλό από εκείνη την ημέρα. «Έτρεχα ανάμεσα στα τανκ και δεν είχα πλέον σφαίρες. Βρέθηκα πρόσωπο με πρόσωπο με έναν Βιετναμέζο στρατιώτη. Σήκωσε το όπλο του και με σημάδεψε. Ακούγονταν πυροβολισμοί, εκρήξεις και είχε παντού καπνό. Έβλεπα το δάχτυλο του να πιέζει την σκανδάλη κι έκλεισα τα μάτια μου σίγουρος ότι ήταν το τέλος μου. Το όπλο του όμως μπλόκαρε…».

Το τραγικό τέλος

Επιστρέφοντας στις ΗΠΑ ο Τζόνσον τιμήθηκε σε διάφορες εκδηλώσεις και παρουσιάστηκε ως ένα μεγάλος Αμερικάνος ήρωας. Η ζωή του όμως είχε καταστραφεί. Ο «Σκιπ» ήταν βαθιά και μόνιμα τραυματισμένος απ’ ΄οσα βίωσε. Δεν μπορούσε να κοιμηθεί και να λειτουργήσει κανονικά. Ανήμπορος να εργαστεί βυθίστηκε στην απόγνωση.

Τον Απρίλιο του 1871 η σύζυγος του έπρεπε να υποβληθεί σε επείγουσα χειρουργική επέμβαση και δεν είχε τα 25 δολάρια για να πληρώσει τα έξοδα του νοσοκομείου. Μπήκε σε ένα παντοπωλείο στο Ντιτρόιτ και ζήτησε από τον ιδιοκτήτη, Τσαρλς Βαν Λάντεγκεμ, ένα πακέτο τσιγάρα. Όταν αυτός άνοιξε το ταμείο, ο Τζόνσον έβγαλε ένα 22άρι πιστόλι και του είπε να κάνει στην άκρη. Ο Βαν Λάντεγκεμ έβγαλε ένα όπλο από κάτω από τον πάγκο και οι δυο τους αντάλλαξαν πυρά. Ο Τζόνσον πέθανε τις πρώτες πρωινές ώρες της 30ής Απριλίου 1971, στο Γενικό Νοσοκομείο του Ντιτρόιτ. Είχαν περάσει περίπου δυόμιση χρόνια από την ημέρα που παρέλαβε το Μετάλλιο της Τιμής.