Επιμένει πως ήταν ένα έγκλημα… οίκτου και υποστηρίζει ότι πολιτικοί σαν τον Ντόναλντ Τραμ καταλαβαίνουν τη θέση του και θα νομοθετήσουν ανάλογα
Τον Σεπτέμβριο του 2025 ο 53χρονος Λόρενζ Κράους επικοινώνησε με τοπικό τηλεοπτικό σταθμό στο Όλμπανι των ΗΠΑ. Τούς είπε ότι ήθελε να δώσει συνέντευξη αναφορικά με ένα πολύ σημαντικό ζήτημα. Στις 25 Σεπτεμβρίου ο Κράους κάθισε απέναντι στον δημοσιογράφο Γκρεγκ Φλόιντ και μίλησε για την οικογένεια του.
Οι γονείς
του, Φραντς (84 ετών) και Θηρεσία (75 ετών), είχαν εξαφανιστεί από το 2017 και αρχικά
ο Κράους είχε πει σε συγγενείς και φίλους ότι μετακόμισαν στη Γερμανία, χώρα
καταγωγής της μητέρας του. Τα πράγματα όμως δεν ήταν έτσι…
«Το
καλοκαίρι του 2017 η μητέρα μου είχε αρχίσει να καταρρέει. Έπεσε στον δρόμο και
χτύπησε, η κινητικότητα της ήταν περιορισμένη. Ο πατέρας μου, μετά από επέμβαση
για καταρράκτη, είχε διπλωπία και δεν μπορούσε να οδηγήσει. Είχαν χάσει την
ανεξαρτησία τους. Παράλληλα είχα στο πίσω μέρος του μυαλού μου ότι στην
οικογένεια μας υπήρχε προϊστορία αλτσχάιμερ. Να αναφέρω ότι τον Μάιο του 1988 έχασα
την 14χρονη αδελφή μου από καρκίνο. Είχα βιώσει το εξάμηνο της κατάρρευσης της κι
γνώριζα πως είναι αυτή η εμπειρία.
Η κατάσταση
των γονιών μου λοιπόν ήταν ένα τεράστιο βάρος που έπρεπε να αντιμετωπίσω, μια
φρικτή κατάσταση. Είχα όμως την ευθύνη να το κάνω» λέει αρχικά ο Κράους και
γρήγορα παραδέχεται ότι οι γονείς του δεν έχουν μετακομίσει στη Γερμανία. «Τούς
έθαψα στον κήπο πίσω από το σπίτι» τονίζει.
Με τον δημοσιογράφο να πιέζει για λεπτομέρειες ο Κράους ομολογεί τη διπλή δολοφονία. «Ήταν Αύγουστος του 2017. Επέλεξα τη συγκεκριμένη μέρα γιατί ο καιρός ήταν κρύος για την εποχή και τα παράθυρα ήταν κλειστά. Οι γείτονες δεν θα άκουγαν κάτι. Οι γονείς μου δεν μου είχαν ζητήσει να το κάνω αλλά ήταν η ευθύνη μου. Έπρεπε να το κάνω. Ήταν το καθήκον μου ως γιός.
Τους είπα
ότι θα πάνε να βρουν την Ρόζα, την αδελφή μου. Στραγγάλισα πρώτα τον πατέρα μου
με το χέρι μου. Με σόκαρε το πόσο γρήγορα έφυγε από τη ζωή. Μετά από λίγες ώρες
έπνιξα τη μητέρα μου με ένα σχοινί. Για 2-3 ημέρες μετά σκεφτόμουν τι πρέπει να
κάνω. Τελικά αποφάσισα να τους θάψω στην πίσω αυλή του σπιτιού».
Ο Κράους
επιμένει ότι τους δολοφόνησε από οίκτο. «Έζησαν μια δύσκολη ζωή, ήταν σοβαροί
άνθρωποι. Δεν μπορούσα να τους αφήσω έτσι» υποστηρίζει και φέρνει παράδειγμα τους
αρχαίους Έλληνες και το γεγονός ότι θεωρούσαν πολύ σημαντικό να πεθάνεις με αξιοπρέπεια.
Μετά την
οριστική εξαφάνιση των γονιών του ο Λόρενζ Κράους πήρε ένα μεγάλο ποσό από τις καταθέσεις
τους. Υποστηρίζει ότι μεγάλος μέρος το έδωσε σε φιλανθρωπίες και δεν ξόδεψε τα χρήματα. «Θέλω
να καταλάβετε ότι δεν είχε να κάνει σε τίποτα με τα χρήματα. Αφού υπήρχαν όμως σκέφτηκαν
ότι θα μπορούσα να τα δώσω σε κάποιους που τα είχαν ανάγκη» θα πει.
Ομολογεί ότι προσπάθησε να καλύψει το διπλό έγκλημα αλλά θεωρεί ότι έκανε αυτό που έπρεπε. «Ξέρω ότι δεν θα ήθελαν να περάσω το υπόλοιπο της ζωής μου επειδή έκαναν το καθήκον μου. Όλοι μας έχουμε το καθήκον να φροντίσουμε τους γονείς μας στο τέλος της ζωής τους. Οι νόμοι πρέπει να υπηρετούν τις ανθρώπινες ανάγκες» υποστήριξε.
Ολοκληρώνοντας
τη συνέντευξη ο Κράους ουσιαστικά ομολογεί ότι οι γονείς του δεν αντιμετώπιζαν
τόσο σοβαρά προβλήματα. Λέει πως η μητέρα του δεν μπορούσε πλέον να ξεχωρίσει
το φλας και ο πατέρας να οδηγήσει. «Είναι λόγος αυτός να τους σκοτώσεις;»
αναρωτιέται ο δημοσιογράφος και ο Κράους απαντά: «Ήταν το καθήκον μου».
Κλείνοντας
τη συζήτηση ο Κράους καλείται να απαντήσει στο ερώτημα αν έχει αποδεχθεί ότι θα συλληφθεί και πιθανότατα θα
καταδικαστεί σε ισόβια. Τότε παρουσιάζει μια πλευρά του εαυτού του που
αποκαλύπτει πολλά για το σκεπτικό του. Υποστηρίζει ότι γνωρίζει ότι θα τιμωρηθεί
αλλά ουσιαστικά δεν θα έπρεπε γιατί έκανε κάτι για καλό σκοπό και αναφέρει: «Αν
είναι να πρέπει να πάρεις μια τέτοια απόσταση τότε ναι είναι κάτι σαν να
παίζεις τον Θεό. Ζήσαμε την περίοδο του Covid και έπρεπε να υπάρξουν συλλήψεις για τους
θανάτους. Ο νόμος έπρεπε να έχει μια πρόβλεψη για δολοφονία λόγω ηλικίας. Ίσως
να υπάρξει τέτοια πρόβλεψη. Τα πάντα είναι διαπραγματεύσιμα πλέον σε αυτή τη
χώρα. Ο Ντόναλντ Τραμπ απέδειξε ότι τα πάντα είναι διαπραγματεύσιμα. Αν έχεις μια
καλή ιδέα και μπορείς να βοηθήσεις τον κόσμο θα έχεις καλύτερο αποτέλεσμα».
Μετά τη συνέντευξη ο Λόρενζ Κράους συνελήφθη. Είχε αφήσει στον τηλεοπτικό ένα πολυσέλιδο κείμενο με το οποίο επιχειρούσε να δικαιολογήσει το έγκλημα του. Στην πίσω αυλή του σπιτιού των γονιών του βρέθηκαν θαμμένα τα λείψανα τους. Η έρευνα στο προφίλ του Κράους απέδειξε ότι ήταν οπαδός ναζιστικών θεωριών και συμμετείχε σε συζητήσεις σε ακροδεξιά μπλογκ. Δήλωνε θαυμαστής του Αδόλφου Χίλτερ και αρνητής του Ολοκαυτώματος. Στο διαδίκτυο είχε ανεβάσει μακροσκελέστατα κείμενα για αυτά τα ζητήματα και την τελευταία δεκαετία ασπαζόταν ακραίες θεωρίες συνωμοσίας.
Βυθισμένος
μέσα σε αυτό τον παρανοϊκό κόσμο και εμποτισμένος με τις ιδέες του ναζισμού ο
Κράους πίστεψε (και το πιστεύει ακόμα) ότι είχε δικαίωμα να βάλει τέλος στη ζωή
των γονιών του. Όχι να τους φροντίσει ως το τέλος αλλά να λειτουργήσει σαν
δήμιος.
Για να απαλλαγεί
από τις όποιες τύψεις έπεισε τον εαυτό του ότι ήταν ένα έγκλημα οίκτου και μακροπρόθεσμα
θα δικαιωθεί. Πίστευε ότι πολιτικοί όπως ο Τραμπ θα τον καταλάβουν και θα
νομοθετήσουν ώστε τα παιδιά να μπορούν να βάλουν τέλος στη ζωή των ηλικιωμένων
γονιών του.
Ο Κράους
παραμένει στη φυλακή και δεν έχει δικαστεί ακόμα καθώς οι δικηγόροι του
προσπαθούν να αποκλείσουν από τα στοιχεία την τηλεοπτική του ομολογία.


