Το τελευταίο πράγμα που θα σκεφτόταν κάποιος αν έφερνε στο
μυαλό του έναν ιερέα της ορθόδοξης Εκκλησίας θα ήταν ηλεκτρικές κιθάρες και
«άγρια» ριφ. Κι όμως όλα αυτά συνδυάζονται στο πρόσωπο του 53χρονου ιερέα
Διονύσιου Ταμπάκη, ο οποίος είναι εφημέριος του Ιερού Ναού Παναγίας (Γενεσίου
της Θεοτόκου) Ναυπλίου -έναν από τους παλαιότερους ναούς της πόλης που
χρονολογείται στον 15ο αιώνα.
Ο πατήρ Διονύσιος έκανε πρωτοσέλιδα στον κόσμο της μέταλ
μουσικής πριν λίγο καιρό κυκλοφορώντας το άλμπουμ του Paradise Metal.
Ο ίδιος μίλησε τώρα από το διαμέρισμά του στο Ναύπλιο στον Guardian και
την δημοσιογράφο Φόνη Μητσοπούλου.
Απαντώντας σε όσους ανθρώπους της εκκλησίας λένε ότι η
ηλεκτρική κιθάρα είναι έργο του διαβόλου λέει απλά ότι «η κιθάρα φτιάχτηκε από
τον Θεό. Ο διάβολος δεν μπορεί να δημιουργήσει κάτι. Ο Θεός τα δημιούργησε όλα»
και ο ίδιος θέλει να αλλάξει αυτήν την νοοτροπία.
Στο σπίτι του είναι περιτριγυρισμένος από εκκλησιαστικές
εικόνες αλλά και μια τεράστια ποικιλία μουσικών οργάνων. Όπως λέει, το αγαπημένο
του είναι μια «πειραγμένη» ηλεκτρική κιθάρα Harley Benton R-457. Αγορασμένη
μόνο 135 ευρώ αποδίδει συγχορδίες που είναι πιο ασταθείς και ατονικές από αυτές
μιας συνηθισμένης κιθάρας, αλλά και πιο ζεστές. Ο π. Διονύσιος παρομοιάζει τον
ήχο της με τα «κύματα» της ανθρώπινης φωνής.
Ο ήχος της συγκεκριμένης κιθάρας είναι αναγνωρίσιμος σε όλο
το Paradise Metal, το doom metal άλμπουμ του π. Διονύσιου, το οποίο περιέχει
μια σειρά χριστουγεννιάτικων τραγουδιών και θρησκευτικού dubstep. Το άλμπουμ
του τράβηξε τα βλέμματα της μουσικής κοινότητας και η «βίβλος» της πειραματικής
μουσικής Pitchfork του έδωσε βαθμολογία κριτικών 7,6 - υψηλότερη από το Drukqs
των Aphex Twin ή το Discovery των Daft Punk.
Η δημοσιογράφος Φόνη Μητσοπούλου αναφέρει ότι στάθηκε
ιδιαίτερα δύσκολο να τον συναντήσει καθώς ο ίδιος προτιμά την μοναχική ζωή.
Μάλιστα, ακόμα και από την δισκογραφική εταιρία που ανέλαβε την έκδοση του
άλμπουμ του τής είπαν ότι δεν τον είχαν συναντήσει ποτέ και δεν είχαν μιλήσει
καν τηλεφωνικά μαζί του. Μετά την κυκλοφορία του άλμπουμ του τον Απρίλιο, πολλά
μέσα ενημέρωσης προσπάθησαν να τον προσεγγίσουν, αλλά απέρριψε τις περισσότερες
προτάσεις, ανησυχώντας ότι θα τον έκαναν να φανεί ανόητος στην τηλεόραση.
Ο πατήρ Διονύσιος είναι αφοσιωμένος στην ιεροσύνη του, την
οποία αναφέρει ως το συλλογικό «εμείς». Αν και δεν είναι άγαμος - είναι
παντρεμένος με τη Φωτεινή εδώ και 32 χρόνια και έχουν τρία παιδιά - αυτό που
επιδιώκει είναι το ιδανικό του μοναχισμού. Κάνει ετήσια προσκυνήματα στο Άγιο
Όρος και τα πρότυπά του είναι ασκητές και ιερείς που θυσίασαν τους εαυτούς τους,
όπως ο παππούς της γυναίκας του, που ζούσε ανάμεσα σε αρκούδες και λύκους στα
σύνορα με την Αλβανία. «Αυτοί είναι οι «πραγματικοί ιερείς», λέει. Τα δικά του
ταλέντα, λέει ντροπαλά, είναι «πιο επιδεικτικά».
Φτώχια και μουσική
Ο πατήρ Διονύσιος γεννήθηκε το 1972 στον Πειραιά και η
οικογένειά του ήταν τόσο φτωχή που οι γονείς του είχαν προσπαθήσει να κάνουν
έκτρωση, όταν η μητέρα του έμεινε έγκυος σε αυτόν. «Δύο φορές!», λέει. «Και τις
δύο φορές, ο γιατρός έλειπε». Ο Πειραιάς ήταν γεμάτος από Έλληνες που είχαν
εγκαταλείψει τη Σμύρνη το 1922. Ο παππούς του ήταν ένας από αυτούς. Όπως λέει,
όλη αυτή η βυζαντινή κουλτούρα συνεχίζει να ρέει μέσα του. «Από εκεί κατάγομαι.
Είναι στο DNA μου», τονίζει.
Έτσι, η μουσική έγινε ένας τρόπος έκφρασης της πολιτιστικής
του κληρονομιάς. Στο γυμνάσιο, ιερείς στην ενορία του τον μύησαν στη βυζαντινή
μουσική και έκτοτε έχει μάθει μόνος του μια σειρά από άγνωστα στους πολλούς
βυζαντινά όργανα: το τζουμμπούς σε σχήμα μπάντζο, το είδος βιολιού καμπάκ
κεμανέ, το τύπου λαούτο ταμπουρά με δοξάρι, τον ζουρνά, το φλάουτο νέι και
διάφορα είδη λύρας. Βρίσκει μάλιστα ευκαιρία να δείξει τη διαφορά μεταξύ δύο
από τα 15 είδη νέι που έχει τοποθετήσει κάτω από ένα τεράστιο πορτρέτο της
Παναγίας. Ο π. Διονύσιος αποδίδει στη μητέρα του Ιησού όχι μόνο το γεγονός ότι
η μητέρα του δεν έκανε έκτρωση και έτσι γεννήθηκε αλλά και την πρόσφατη μουσική
του επιτυχία.
Το άλμπουμ και η συνέχεια
Πριν από περίπου τέσσερα χρόνια, άρχισε να ηχογραφεί τα δικά
του τραγούδια με τον πιο αυτοσχέδιο τρόπο. Ο γιος του τού έδειξε πώς να
χρησιμοποιεί λογισμικό παραγωγής και ο γείτονάς του από τον επάνω όροφο τού
έμαθε κιθάρα. Η Ευγενία Σιμέλα Αρμένη, μια 23χρονη που γνώρισε στην εκκλησία,
τον βοήθησε με τα φωνητικά, ηχογραφώντας τον εαυτό της με το τηλέφωνό της στο σπίτι
της.
Ο πατήρ Διονύσιος άρχισε να δημοσιεύει τα τραγούδια του στο
κανάλι του στο YouTube περίπου την ίδια εποχή και το κανάλι του πολύ γρήγορα συγκέντρωσε
4.000 ακολούθους. Ο ίδιος πάντως ξεκαθαρίζει ότι «Ποτέ δεν είχα καμία φιλοδοξία
να γίνω διάσημος».
Ένας από τους ακολούθους του καναλιού του ήταν ο Νικόλας
Ραφαήλ, ιδρυτής της μουσικής δισκογραφικής εταιρείας Elhellell από τη
Θεσσαλονίκη, ο οποίος λέει στην κ. Μητσοπούλου ότι μαγεύτηκε αμέσως από τον πατέρα
Διονύσιο.
«Οι μουσικοί ακολουθούν πολύ συγκεκριμένα μοτίβα στις μέρες
μας», λέει. «Όλοι είναι το αντίγραφο ενός αντιγράφου ενός αντιγράφου ενός
αντιγράφου». Ο Ταμπάκης τα αψηφά όλα αυτά. «Είναι μια ωραία αλλαγή από τον
τυπικό καλλιτέχνη». Λίγο μετά, ο Ραφαήλ βρήκε το email του Ταμπάκη σε ένα
χριστιανικό φόρουμ και του πρότεινε να κάνουν έναν δίσκο.
Κάπως έτσι προέκυψε το άλμπουμ Paradise Metal, το οποίο παντρεύει
βυζαντινή μουσική, χριστιανική ορθοδοξία, heavy metal, ραπ και techno.
Ένα κομμάτι με τίτλο «Techno ἐν Μοναστηρίῳ» ξεκινά με το κάλεσμα - "Είστε
έτοιμοι;" - πριν ξεκινήσει με ρυθμικές ψαλμωδίες που επικαλύπτονται από
έναν σκληρό, συνθετικό ρυθμό.
«Μια απόλυτη παιδική χαρά», έτσι περιέγραψε το Pitchfork το κομμάτι, το οποίο καταφέρνει να είναι «ταυτόχρονα φιλόδοξο χωρίς να περιμένει πολλά από τον εαυτό του».
«Προσπαθώ να πειραματιστώ και να εξερευνήσω», λέει ο πατήρ
Διονύσιος, ο οποίος παραθέτει έναν στίχο του Έλληνα ποιητή Γιάννη Ρίτσου: «Ποτέ
δεν ζήλευα τα μεγάλα σπίτια, αλλά τα μεγάλα παράθυρα» και προσθέτει «κάθε
μουσικό όργανο είναι ένα παράθυρο, μέσα από το οποίο μπορείς να δεις ένα μέρος
του σύμπαντος, ένα μέρος του ουρανού».
Εξάλλου, το όνομα της μουσικής metal, υποστηρίζει ο ιερέας, «προέρχεται
ετυμολογικά από το αρχαίο μεταλλάω, -ώ, που σημαίνει εξορύσσω, εξερευνώ, ψάχνω,
αναζητώ».
Για το τραγούδι του με τίτλο «Φλεξάρεις Κάργα – Ἐκκλησιαστικὴ
Rap», ο πατήρ Διονύσιος εξηγεί: «Το «Flexing» σημαίνει να ασχολείσαι με κάτι, και το «κάργα» σημαίνει πολύ».
Λέει ότι δεν είναι πολιτικοποιημένος καλλιτέχνης, επειδή δεν είναι σίγουρος για
το πόσα από αυτά που βλέπουμε είναι αληθινά. Παρόλα αυτά, λέει οτι το τραγούδι
του «Ντουμπάϊ πάει» το εμπνεύστηκε από την τρέχουσα σύγκρουση στη Μέση Ανατολή
και τη μαζική φυγή των ανθρώπων από το πολυτελές Ντουμπάι μετά τις βόμβες που
έπεσαν εκεί. «Μου θύμισε τη Βαβυλώνα στο Βιβλίο της Αποκάλυψης, η οποία άδειασε.
Είναι μια σάτιρα για τη ματαιοδοξία του πλούτου».
Όπως λέει, το κίνητρό του για το άλμπουμ δεν ήταν να
αποτελέσει ένα «κήρυγμα». Ήταν να προσπαθήσει να σπάσει το χάσμα μεταξύ των παλαιότερων
γενεών, που πιστεύει ότι μπορούν να είναι αδιάλλακτες, και των νεότερων, που
μιλούν διαφορετική γλώσσα. «Έπρεπε να βρω μερικές ρίμες», λέει, «κάτι που ήταν
δύσκολο. Μπήκα στο διαδίκτυο για να βρω λίγη αργκό και έκανα ό,τι μπορούσα».
Κανένα από τα παιδιά του δεν είναι πολύ θρησκευόμενο: η κόρη
του Ταμπάκη είναι μια 25χρονη φωτογράφος με τατουάζ που ζει στην Αθήνα. Σκόπιμα,
δεν τους επέβαλε τα δικά του πάθη.
Στην ερώτηση τι πιστεύουν οι άλλοι ιερείς για την επιτυχία
του, απαντά: «Δεν μας έχουν πει, κάτι που είναι καλό. Δεν είμαστε από εδώ,
οπότε δεν τους γνωρίζουμε τόσο καλά», λέει, παρόλο που βρίσκεται εκεί εδώ και
27 χρόνια. Υπονοεί ότι υπάρχει κάποιος ανταγωνισμός μέσα στην εκκλησία στο
σύνολό της - ότι κάποιοι άνθρωποι δεν βρίσκονται στο σώμα της εκκλησίας για
τους σωστούς λόγους ή ίσως ενδιαφέρονται περισσότερο για την εξουσία.
Η παλιά εξίσωση της κοσμικής μουσικής με τον διάβολο στην
Ορθόδοξη εκκλησία σίγουρα δεν τον ενοχλεί. Ο Θεός «έχει γούστο», επιμένει. «Του
αρέσουν τα ωραία πράγματα. Δεν είναι άξεστος». Δημιουργώντας κάτι όμορφο, ακόμη
και με όργανα, ο πατήρ Διονύσιος λέει ότι τιμά την πίστη του.
Πάντως, δεν δεσμεύεται για το μέλλον του ως καλλιτέχνης. Όσο
επιτυχημένη κι αν είναι η μουσική του καριέρα, δεν θα εγκατέλειπε ποτέ την
εκκλησία για να την ακολουθήσει σε πλήρη απασχόληση. «Λένε ότι ένας ιερέας
είναι καλύτερος από έναν βασιλιά, επειδή μπορεί να μετατρέψει το ψωμί σε σώμα
Χριστού. Ούτε καν ένας άγγελος δεν μπορεί να το κάνει αυτό». Όταν βγαίνει βόλτα
με τη σύζυγό του, με κάποιο τρόπο καταλήγει πάντα στην εκκλησία του.
Όταν η δημοσιογράφος τον ρωτά αν θα κάνει κάποιες ζωντανές
εμφανίσεις, απαντά: «Νιώθω σαν να έβγαλαν ένα ψάρι από τα νερά του, για να το
βγάλουν βόλτα για να πάρει λίγο αέρα». Σταματάει και μετά προσθέτει: «Νιώθω
πολύ αμήχανα. Αλλά αν φέρνει χαρά στους ανθρώπους, τότε είμαι υπέρ».
