To κορίτσι που αρνήθηκε να πεθάνει


Η Βαλεντίνα βρέθηκε μέσα στην κόλαση της γενοκτονίας στην Ρουάντα. Επέζησε από τη σφαγή στην εκκλησία της Νιαρουμπούγε και λέει την ιστορία της


Αν η γενοκτονία στη Ρουάντα ήταν η κόλαση επί της γης τα γεγονότα στην εκκλησία της Νιαρουμπούγε ήταν η... καρδιά του σκότους. Εκατοντάδες άτομα έψαξαν καταφύγιο στον οίκο του Θεού και τελικά βρήκαν φρικτό θάνατο. Η Βαλεντίνα Ιριμπαγκίζα ήταν ένα από τα ελάχιστα άτομα που επέζησαν από τη δολοφονική μανία των Ιντεραχάμουε και η μαρτυρία της για όσα συνέβησαν στην εκκλησία συγκλονίζει και παγώνει το αίμα

Παρασκευή 15 Απριλίου 1994

Η σφαγή είχε ξεκινήσει πριν μια εβδομάδα στην πρωτεύουσα Κιγκάλι και σε γύρω περιοχές. Οι Τούτσι στην Νιαρουμπούγιε είχαν μάθει τα νέα και περίμεναν τη... σειρά τους. Η Βαλεντίνα βρισκόταν στο σπίτι της με τους γονείς και τον έναν αδελφό της (ο μικρότερος βρισκόταν σε μια θεία). Ένας γείτονας τους χτύπησε την πόρτα, έτρεμε. «Ήρθαν. Γίνεται σφαγή στην αγορά. Σκοτώνουν τον κόσμο με ματσέτες και ρόπαλα. Πρέπει να φύγουμε» τους είπε.

Ο πατέρας της Βαλεντίνα τους είπε να πάρουν λίγα πράγματα και να ξεκινήσουν άμεσα. Προορισμός η τεράστια εκκλησία της Νιαρουμούγιε. Όσο κτήνη και αν είναι δεν μπορεί να μην σεβαστούν έναν ναό, σκέφτηκε. Την ίδια σκέψη είχαν και εκατοντάδες άλλοι. Όταν έφτασαν στην εκκλησία ήταν ήδη ασφυκτικά γεμάτη.

Στις τρεις το απόγευμα ο τοπικός δήμαρχος, Σιλβέστρ Γκακουμπίτσι έφτασε με την ομάδα του έξω από τον ναό. Με έναν τηλεβόα απευθύνθηκε στο πλήθος που βρισκόταν μέσα. Ζήτησε από τους Χούτου να βγουν και τους υποσχέθηκε ότι δεν θα τους πειράξουν. Κάποιοι το έκαναν.

Η ομάδα του δημάρχου αποτελούνταν από περίπου 30 άντρες. Κρατούσαν ματσέτες και ρόπαλα ενώ κάποιοι είχαν όπλα και χειροβομβίδες. Όταν μπήκαν στην εκκλησία η Βαλεντίνα αναγνώρισε κάποιους. Ήταν γείτονες τους και ένας ήταν ο παππούς δύο συμμαθητών της.

«Πρώτα ζήτησαν από τον κόσμο να δώσει τα χρήματα του. Είπαν ότι δεν θα σκοτώσουν όποιον πληρώσει. Όταν όμως τους έδωσαν τα χρήματα του σκότωσαν. Άρχισαν να ρίχνουν χειροβομβίδες. Είδα έναν άντρα να γίνεται κομμάτια μπροστά μου. Ο αρχηγός τους έλεγε ότι είμαστε φίδια και για να σκοτώσεις τα φίδια πρέπει να τους διαλύσεις τα κεφάλια. Προχωρούσαν μέσα στο πλήθος και έκοβαν τους ανθρώπους με τις ματσέτες και τους χτυπήσουν με τα ρόπαλα. Άντρες, γυναίκες και παιδιά. Σε κάποιους διέλυαν το κεφάλι με πέτρες. Τους είδα να πιάνουν δύο μικρά παιδιά και να χτυπούν το ένα κεφάλι με το άλλο μέχρι που πέθαναν. Πολλά παιδιά έκλαιγαν και ζητούσαν έλεος αλλά τα σκότωσαν αμέσως» λέει η Βαλεντίνα.


Τέσσερις μέρες

Η σφαγή κράτησε τέσσερις μέρες. Οι δολοφόνοι ξεκουράζονταν τη νύχτα και ξεκινούσαν και πάλι το πρωί. Όσοι είχαν επιζήσει έμεναν μαζί με τα πτώματα μέσα στον ναό και περίμεναν την επόμενη μέρα. Μωρά έκλαιγαν δίπλα στους δολοφονημένους γονείς τους. Γύρω από την εκκλησία είχαν τοποθετηθεί φρουροί ώστε να μην ξεφύγει κανείς.

Ένας συμμαθητής της Βαλεντίνα, ο Πλασίντ ήταν επίσης μέσα στην εκκλησία και κατάφερε να επιβιώσει. «Είδα να αποκεφαλίζουν έναν άντρα μου μπροστά μου και να ανοίγουν την κοιλιά μιας γυναίκας που ήταν έγκυος. Υπήρχε τόσος πολύ θόρυβος. Άνθρωποι που ζητούσαν έλεος. Άκουγες τους δολοφόνους να λένε: Πιάστε τους, πιάστε τους. Μην τους αφήσετε να ξεφύγουν» λέει.

Η Βαλεντίνα και ο Πλασίντ κρύφτηκαν κάτω από πτώματα και προσποιήθηκαν τους νεκρούς. Η 13χρονη είχε δεχθεί χτύπημα από ματσέτα στο κεφάλι και της είχαν κόψει τα δάχτυλα. Η μητέρα της, ο πατέρας της και ο 16χρονος αδελφός της είχαν δολοφονηθεί. Όταν πλέον η σφαγή σταμάτησε η Βαλεντίνα σύρθηκε δίπλα στο πτώμα της μητέρας της. Έμεινε εκεί για αρκετές μέρες. «Προσευχόμουν να πεθάνω. Δεν μπορούσα να σκεφτώ πώς θα ζήσω μετά από αυτό. Πίστευα ότι δεν έχει μείνει κανένας ζωντανός στη χώρα, ότι τους είχαν σκοτώσει όλους» λέει.

Μετά από λίγες μέρες όμως αποφάσισε ότι θέλει να ζήσει. Όλη την ημέρα την περνούσε μέσα στην εκκλησία με τα πτώματα που λόγω και της ζέστης αποσυντίθονταν γρήγορα. Τις νύχτες έβγαινε και αναζητούσε τροφή και νερό. Έζησε έτσι για 43 ολόκληρες μέρες. «Έτρωγα κυρίως κάποια φρούτα και σπόρους και έπινα νερό της βροχής. Κάθε μέρα γινόμουν και πιο αδύνατη» λέει.

Κάποια στιγμή ένας νέος κίνδυνος εμφανίστηκε. Αγέλες άγριων σκυλιών που είχαν συγκεντρωθεί γύρω από την Εκκλησία και έτρωγαν τα πτώματα.

«Τα σκυλιά έρχονταν το βράδυ. Έτρωγαν τα πτώματα. Ένα σκυλί ήρθε δίπλα μου και άρχισε να τρώει. Έπιασα μια πέτρα και του την έριξα. Έφυγε. Αυτό συνέβαινε συνέχεια» τονίζει η Βαλεντίνα.

Μετά τις πρώτες εβδομάδες εμφανίστηκαν γύρω από την εκκλησία και άλλοι επιζώντες. Άναψαν φωτιές και φρόντισαν όσους ήταν βαριά τραυματισμένοι ή λιμοκτονούσαν.


«Έπρεπε να τους σκοτώσουμε όλους»

O 56χρονος Ντένις Μπαγκαρούκα ανήκε στην ομάδα των δολοφόνων. Είχε οκτώ παιδιά και πολλά εγγόνια όμως, όπως τονίζουν οι μαρτυρίες, σκότωνε με ενθουσιασμό ολόκληρες οικογένειες. Μετά την προέλαση των ανταρτών Τούτσι κρύφτηκε σε έναν καταυλισμό και στη συνέχεια πήγε στην Τανζανία. Επέστρεψε στη Ρουάντα το 1997 και συνελήφθη. Όταν τον ρώτησαν πώς μπόρεσε να σκοτώσει τόσους ανθρώπους και ειδικά τα παιδιά τόνισε: «Όλοι αυτοί οι άνθρωποι στην εκκλησία είχαν μαζί τα παιδιά τους. Τα κουβαλούσαν μαζί τους. Δεν επέζησε κανείς, Όλοι σκοτώθηκαν. Δεν μπορούσαμε να αφήσουμε τα παιδιά να ζήσουν. Οι εντολές μας ήταν να τους σκοτώσουμε όλους». Για μήνες τα πτώματα στην εκκλησία έμειναν ανέγγιχτα. Αποτελούσαν την πιο φρικτή απόδειξη της κόλασης που έζησε η χώρα για εκατό μέρες.

«Πρέπει να τους συγχωρήσω...»

Η επιβίωση της Βαλεντίνας ήταν ένα μικρό θαύμα και σύντομα θα ζούσε και ένα άλλο. Σε νοσοκομείο της περιοχής εντόπισε τον μικρό αδελφό της. Το πρώτο διάστημα έμειναν με τη θεία τους και δύο ακόμα ορφανά. Πολύ συχνά έβλεπε τον ίδιο εφιάλτη. Η μητέρα της εμφανιζόταν ξαφνικά και την έπαιρνε αγκαλιά. Η Βαλεντίνα της έδειχνε το κομμένο της χέρι και της έλεγε: Μητέρα δες τι μου συνέβη, δες τι μου συνέβη. Ξυπνούσε κλαίγοντας και ζητώντας τη μητέρα της.

«Ήταν πολύ δύσκολα. Κλαίγαμε μαζί όλη την ώρα. Ο αδελφός μου ήταν σε πολύ κακή κατάσταση. Πολλές μέρες αναρωτιόμασταν πώς ο Θεός επέτρεψε κάτι τέτοιο. Τα καταφέραμε όμως. Έπρεπε να το κάνουμε. Προσέξαμε ο ένας τον άλλο και το σχολείο έγινε η προτεραιότητα μας» λέει η Βαλεντίνα.

Το 2004 μετακόμισε στις ΗΠΑ, ο αδελφός της έμεινε στην Ρουάντα. «Είναι άντρας πλέον. Τα πάει καλά αλλά υποφέρει από όσα έζησε. Ειδικά κάθε Απρίλιο είναι πολύ δύσκολα» τονίζει.

Πλέον ζει στο Τέξας, είναι παντρεμένη και έχει δύο παιδιά. Συμμετέχει σε μια ομάδα με επιζώντες της γενοκτονίας. «Μιλάμε και μοιραζόμαστε τις ιστορίες μας. Μας βοηθά πολύ γιατί έχουμε ανάγκη κάποιον που να καταλαβαίνει αυτό που ζήσαμε. Δεν μπορούμε όμως να συναντηθούμε με Χούτου. Τι να πούμε; Να μοιραστούμε τις ιστορίες μας για το πώς μας σκότωσαν;».  Τελευταία φορά που επισκέφθηκε την Ρουάντα ήταν το 2008. «Θέλω να επιστρέψω κάποια στιγμή όταν τα παιδιά μου θα είναι μεγαλύτερα και έτοιμα να ακούσουν την ιστορία μου» λέει.

Όσο για το αν έχει συγχωρέσει τους ανθρώπους που σκότωσαν την οικογένεια της τονίζει: «Πρέπει να τους συγχωρέσω γιατί δεν είμαι άνθρωπος που επιζητά την εκδίκηση. Έτσι μπορώ να συνεχίζω τη ζωή μου. Είναι καλύτερο να συγχωρείς, σε βοηθά να ξεπεράσεις το τραύμα».