«Tον αγαπούσα ακόμα και την ώρα που τον σκότωνα»


Η θυελλώδης ερωτική σχέση της Κάτιας Γιαννακοπούλου με τον αρχιμανδρίτη Άνθιμο και η τραγική κατάληξη με τη δολοφονία του

Οι μάρτυρες ανέφεραν πως μια γυναίκα «γύρω στα 40, ντυμένη με μαύρα δερμάτινα ρούχα, με γυαλιά ηλίου και μπερέ, τριγυρνούσε από νωρίς κοντά στο το σπίτι του αρχιμανδρίτη» στην οδό Φιλαδελφείας 8 στη Nέα Σμύρνη.

Ο ιερέας βγήκε από το σπίτι του και κατευθύνθηκε στο αυτοκίνητο του. Η γυναίκα τον πλησίασε και του μίλησε, αυτός γύρισε την πλάτη και άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου. Η γυναίκα έβγαλε ένα όπλο από την τσάντα της, τον πυροβόλησε οκτώ φορές και έφυγε. Δύο σφαίρες είχαν βρει τον ιερέα στο κεφάλι και είχαν κόψει το νήμα της ζωής του. Ήταν 22 Ιουλίου 1997, λίγο μετά τις 10 το πρωί και μόλις είχε γραφτεί ο τραγικός επίλογος μιας θυελλώδους παράνομης ερωτικής σχέσης.

«Ως άνθρωποι έχουμε ανθρώπινες αδυναμίες»

Η γυναίκα ήταν η 42χρονη Κάτια Γιαννακοπούλου και ο αρχιμανδρίτης ο 59χρονος Άνθιμος Ελευθεριάδης. Η Γιαννακοπούλου ζούσε στην Καλλιθέα με τον σύζυγο και τον γιό τους και εργαζόταν ως πλασιέ. Όσοι την γνωρίζουν αναφέρουν ότι η σχέση της με την Εκκλησία ήταν τυπική. Κάποια στιγμή όμως αναζήτησε πνευματική στήριξη. Επισκέφθηκε τον αρχιμανδρίτη που ιερουργούσε στον ναό της Παναγίτσας του Παλαιού Φαλήρου για τον οποίο είχε ακούσει τα καλύτερα λόγια. Συναντήθηκαν για πρώτη φορά το 1989. Αρχικά στο ναό και στη συνέχεια στο σπίτι του. «Μια μέρα με κάλεσε σπίτι του, όπου μιλήσαμε για πολλά θέματα, κυρίως γύρω από τη θρησκεία και την Εκκλησία. Αμέσως μετά άρχισε να μου μιλάει για τον έρωτα. Εκείνη την ώρα με φίλησε για πρώτη φορά και μάλιστα αυτό το φιλί στο στόμα κράτησε για πολλή ώρα» θα πει. Την επόμενη ημέρα πήγε στον αρχιμανδρίτη και σαν να μιλά σε κάποιο άλλο άτομο του μίλησε για όλα όσα είχαν γίνει μεταξύ τους. Εκείνος της απάντησε: «Είμαστε άνθρωποι και ως άνθρωποι έχουμε ανθρώπινες αδυναμίες». Έτσι ξεκίνησε η θυελλώδης σχέση. Η Γιαννακοπούλου μαγεύτηκε από τον ιερέα και τον ερωτεύτηκε παθολογικά.

«Η Παναγία μου είπε να μου δώσεις χρήματα»

Με τον καιρό απέκτησε εμμονή με τον αρχιμανδρίτη και έφτασε σε σημείο να του δίνει και χρήματα. Τμηματικά του είδε δώσει 27εκατ. δραχμές. Της είχε πει ότι ένα βράδυ η Παναγία είχε έρθει στο ύπνο του και του είχε ζητήσει να κάνει κάποια πράγματα. Όταν τη ρώτησε που θα βρει τα χρήματα του απάντησε «Θα σε βοηθήσει η Κάτια». Για την πείσει μάλιστα είχε υπογράψει μια ιδιόχειρη επιστολή, στην οποία έγραφε ότι μετά το θάνατό του επιθυμούσε να της μεταβιβάσει το διαμέρισμα στη Νέα Σμύρνη στο οποίο ζούσε και συνευρίσκονταν.

Όσο περνούσε ο καιρός, η Γιαννακοπούλου γινόταν πιο φορτική και ζητούσε πιο συχνές συναντήσεις με τον ιερέα. Αυτός επιχείρησε να ξεκόψει. Στις αρχές του 1994 ουσιαστικά απολύθηκε από τον ναό στο Παλαιό Φάληρο (δεν έχουν διευκρινιστεί οι λόγοι αλλά εικάζεται ότι η σχέση έγινε γνωστή) και μετακόμισε στο Λονδίνο. Η Γιαννακοπούλου έφτασε στο σημείο να ταξιδεύει αυθημερόν στη βρετανική πρωτεύουσα για να τον δει. «Άφηνα το παιδί στην πεθερά μου και πήγαινα. Το βράδυ επέστρεφα στο σπίτι για να μην υποψιαστεί ο σύζυγος μου» θα πει.

Η αρχή του τέλους

Τελικά ο ιερέας επιχείρησε να διακόψει τη σχέση αλλά η Γιαννακοπούλου επέμενε. Νιώθοντας ότι πλέον είναι απόμακρος άρχισε να μαγνητοφωνεί τις ερωτικές τους συνευρέσεις πιθανότατα για να τον εκβιάσει.

Τον Σεπτέμβριο του 1996 η Γιαννακοπούλου πληροφορήθηκε ότι ο Άνθιμος βρέθηκε στην Ελλάδα για να ψηφίσει και δεν την είχε ενημερώσει. Εξοργίστηκε και προσπάθησε να τον εντοπίσει. Τελικά συναντήθηκαν τον Μάρτιο του 1997 στο σπίτι του στη Νέα Σμύρνη. Ο ιερέας της ζήτησε να διακόψουν αυτή του επιτέθηκε με μαχαίρι και τον τραυμάτισε ελαφρά στο λαιμό. Είχε πλέον χάσει κάθε έλεγχο. Αγόρασε ένα πιστόλι από έναν ομογενή στην Ομόνοια για 480.000 δραχμές.

Στις 21 Ιουλίου 1997 μίλησαν στο τηλέφωνο. «Θα βρεθούμε κάποια από τις επόμενες μέρες αλλά όχι στο σπίτι μου» της είπε. Εξοργισμένη πήγε στην πολυκατοικία στη Νέα Σμύρνη και άρχισε να χτυπά το κουδούνι. Ο Άνθιμος Ελευθεριάδης ήταν ψυχρός και περιφρονητικός. «Δεν ντρέπεσαι; Πήγαινε στον άντρα σου και το παιδί σου», της είπε. Ήταν η στιγμή που πήρε την απόφαση να τον εκτελέσει.

Η περιπλάνηση και η σύλληψη

Μετά τον φόνο η Γιαννακοπούλου έφυγε με ένα αυτοκίνητο. Ένας υπάλληλος συνεργείου την είδε. «Ένα μπλε Suzuki το οποίο απομακρύνθηκε με μεγάλη ταχύτητα» θα πει στην αστυνομία. Το όχημα αναγνωρίστηκε και η αστυνομία ανακάλυψε ότι ανήκε στον κουνιάδο της Κάτιας Γιαννακοπούλου. Του το είχε ζητήσει «για να κάνει κάτι δουλειές», όπως του είπε. Η αστυνομία πλέον ξεκίνησε ανθρωποκυνηγητό για τον εντοπισμό της 42χρονης.

Η Γιαννακοπούλου εγκατέλειψε το αυτοκίνητο κοντά στα νεκροταφεία Παλαιού Φαλήρου και Νέας Σμύρνης και πέταξε το όπλο και τις σφαίρες σε κάδο απορριμμάτων. Φόρεσε την ξανθιά περούκα που της είχε αγοράσει ο ιερέας (για να μην σε αναγνωρίζουν όταν έρχεσαι στο σπίτι μου, της είχε πει) και πήγε στην Ομόνοια. Εκεί  αγόρασε ένα ποδήλατο και άρχισε να περιφέρεται στους δρόμους της Αθήνας. Πέρασε το βράδυ σε μια οικοδομή στην Καλλιθέα. Περιπλανήθηκε και την επόμενη μέρα και κάποια στιγμή αποφάσισε να πάει σε ένα μοναστήρι στη Μάνδρα.

Διανυκτέρευσε σε ένα πάρκο στην Ελευσίνα και το πρωί ξεκίνησε για τον προορισμό της. Κοντά στο μοναστήρι την είδε μια καλόγρια η οποία πήρε την αστυνομία. Όταν τη συνέλαβαν περιφερόταν με το ποδήλατο έξω από το μοναστήρι της Παναγίας της Γοργοϋπηκόου στη Mάνδρα. Δεν προέβαλε καμία αντίσταση.

Ο επίγειος θεός της...

««Tον αγαπούσα ακόμα και την ώρα που τον σκότωνα. Ακόμη τον αγαπώ. Έκανα ό,τι έκανα για την τιμή τη δική μου και της οικογένειάς μου, που την είχα καταρρακώσει. Αν ήταν δυνατόν να τον αναστήσω με πέντε φιλιά ποτισμένα από το αίμα της μετανιωμένης μου καρδιάς, θα το είχα ήδη κάνει. Ο μεγαλύτερος τιμωρός, ο πιο αυστηρός εισαγγελέας είναι ο εαυτός μου. Αναρωτιέμαι μόνο ποια τιμωρία σκληρότερη μπορεί να μου επιβάλει η δικαιοσύνη από αυτήν που επέβαλα εγώ στον εαυτό μου, σκοτώνοντας με τα ίδια μου τα χέρια τον επίγειο θεό μου» είπε κατά τη διάρκεια της πρώτης ανάκρισης της. Για δέκα ώρες περίπου μιλούσε στους αστυνομικούς για τη σχέση της με τον αρχιμανδρίτη και την απόφαση της να τον δολοφονήσει. Περιγράφοντας τη στιγμή της εκτέλεσης θα αναφέρει: «Τον περίμενα έξω από το σπίτι του. Πήγαινα σαν υπνωτισμένη. Όταν τον είδα, προσπάθησα να του μιλήσω. Μου γύρισε την πλάτη. Τράβηξα τη σκανδάλη και πυροβόλησα ώσπου κατάλαβα πως δεν είχε άλλες σφαίρες».

Η δίκη και η φυλάκιση

Η δίκη της Κάτιας Γιαννακοπούλου ξεκίνησε το Νοέμβριο του 1998. Στο πλευρό της στάθηκαν τόσο ο σύζυγος όσο και ο γιός της. Το δικαστήριο αναγνώρισε ως ελαφρυντικά τον πρότερο έντιμο βίο αλλά και την  «ανάρμοστη συμπεριφορά» του αρχιμανδρίτη Άνθιμου. Τα ισόβια «έσπασαν» και καταδικάστηκε σε κάθειρξη 20 ετών. «Θα αισθάνομαι πάντα τύψεις. Το μόνο που ελπίζω είναι να με καταλάβει ο Θεός. Όσο κι αν ζήσω, δεν είναι δυνατό να ξεχάσω ότι αφαίρεσα τη ζωή ενός παιδιού του Θεού. Ελπίζω να με συγχωρέσει. Δεν μπορώ όμως και να ξεχάσω τι μου πρόσφεραν ο άνδρας και το παιδί μου. Ό,τι κι αν κάνω, θα είναι ελάχιστο μπροστά σε αυτό που μου έδωσαν εκείνοι» θα πει στους δημοσιογράφους αφού έμαθε την ποινή της.

Ο αδελφός του αρχιμανδρίτη, Υψηλάντης Ελευθεριάδης, κατέθεσε έφεση κατά της απόφασης. «Οι τρεις δικαστές έκαναν στο ακέραιο το καθήκον τους. Όσο για τους ενόρκους, έχουν επηρεαστεί από τη μαζική επίθεση καναλιών και εντύπων. Από δακρύβρεχτες ιστορίες χωρίς στοιχεία. Η απόφαση στηρίχτηκε στην ψήφο των ενόρκων. Θα ζητήσουμε από τον εισαγγελέα να ασκήσει έφεση στην απόφαση» δήλωσε.

Η Γιαννακοπούλου δικάστηκε σε δεύτερο βαθμό το Νοέμβριο του 2001. Αυτή τη φορά καταδικάστηκε ομόφωνα σε ισόβια κάθειρξη χωρίς κανένα ελαφρυντικό. Στο σκεπτικό της απόφασης αναφερόταν, μεταξύ άλλων, ότι ως άτομο εγωιστικό, που ήθελε πάντα να γίνεται το δικό της, θεώρησε τον εαυτό της αδικημένο από τον αρχιμανδρίτη, ο οποίος την απέρριψε και αποφάσισε χωρίς αυτήν να διακόψει τη σχέση τους. Έτσι αποφάσισε σε ήρεμη ψυχική κατάσταση να τον σκοτώσει.

«Πείτε στο Γιώργο, τον άντρα μου, να συνεχίσει με ή χωρίς εμένα, για χάρη του γιου μας. Άλλωστε εγώ έφταιξα και θα πληρώσω», είπε την ώρα που αποχωρούσε από την αίθουσα του δικαστηρίου.

Το 2003 απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης της απόφασης που είχε ασκήσει. Τελικά μετά από 16 χρόνια στη φυλακή, αποφυλακίστηκε τον Αύγουστο του 2013. Πληροφορίες αναφέρουν ότι ζει και πάλι με τον σύζυγο της.