Σύστημα υγείας ΗΠΑ: Περίθαλψη μόνο για τους έχοντες


Άνθρωποι που δεν έχουν σταθερή εργασία ή το εισόδημα τους είναι πολύ χαμηλό εγκλωβίζονται μέσα στα γρανάζια ενός συστήματος που δεν έχει προβλέψει γι' αυτούς.


Ο Τζάμπριελ Μουχάμαντ πρέπει να πληρώσει έως και 40 δολάρια κάθε φορά που χρειάζεται να επισκεφτεί τον γιατρό στο κοινοτικό κέντρο υγείας στην κομητεία Τζέφερσον στην επαρχιακή νοτιοδυτική πολιτεία του Μισισιπή.  Έτσι, πηγαίνει στο κέντρο μόνο όταν είναι πραγματικά άρρωστος. Αυτό συμβαίνει καθώς δεν μπορεί να έχει ασφάλεια υγείας. Έτσι, τον Οκτώβριο χρειάστηκε να πληρώσει 1.394 δολάρια στο νοσοκομείο για να κάνει μια μαγνητική τομογραφία καθώς δεν μπορούσε να ανασάνει καλά και έπρεπε να μάθει το γιατί.

«Είμαστε φτωχοί και προσπαθούμε να τα βγάλουμε πέρα όσο καλύτερα μπορούμε», λέει στον Guardian ο ίδιος ο Μουχάμαντ, ένας 40χρονος ξυλουργός και υδραυλικός που δουλεύει μόνος του όπου μπορεί. «Αν καταφέρω να βγάλω 10.000 δολάρια το χρόνο με τη δουλειά που μπορώ να κάνω, νιώθω καλά», λέει.

Αυτό όμως σημαίνει ότι δεν έχει καμία ασφάλεια υγείας, ενώ στον Μισισιπή – την πιο φτωχή πολιτεία των ΗΠΑ με τους περισσότερους Αφροαμερικανούς- είναι αδύνατο να έχει πρόσβαση στο δημόσιο δωρεάν σύστημα υγείας. Άσχετα από το πόσο φτωχός είναι το γεγονός ότι είναι ανύπαντρος άντρας  χωρίς παιδιά αυτόματα του αφαιρεί το δικαίωμα της δωρεάν περίθαλψης ακόμα και για τα πιο μικρά πράγματα. Αν ζούσε 50 μόνο χιλιόμετρα πιο δυτικά από την άλλη πλευρά του ποταμού Μισισιπή, στην πολιτεία της Λουιζιάνας, θα μπορούσε να πάει στον γιατρό πολύ πιο συχνά χωρίς μεγάλο κόστος.

Υγεία μόνο για τους έχοντες

Το σύστημα υγείας των ΗΠΑ είναι αρκετά περίπλοκο και σε αντίθεση με όλες σχεδόν τις υπόλοιπες ανεπτυγμένες χώρες του κόσμου δεν παρέχεται ισότιμα σε όλους τους εργαζόμενους ούτε υπάρχει πρόβλεψη και μέριμνα για ανασφάλιστους πολίτες. Τουλάχιστον όχι σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Αυτό σημαίνει ότι κάθε πολιτεία αποφασίζει μόνη της για την υγειονομική ασφάλεια που θα παρέχει στους πολίτες της ακολουθώντας μια γενική πολιτική. Η ασφάλιση υγείας στηρίζεται σε ένα ιδιωτικό σύστημα ασφάλισης μέσω των εργοδοτών, οι οποίοι εκτός από τον μισθό προσφέρουν στους εργαζόμενους περισσότερο ή λιγότερο προνομιακά πακέτα ασφάλισης, ενώ μερικές φορές δεν προσφέρουν καθόλου ασφάλιση.

Την ίδια στιγμή υπάρχουν πολιτειακά και ομοσπονδιακά ασφαλιστικά προγράμματα, τα οποία χρηματοδοτούνται από τη φορολόγηση των πολιτών, ώστε να μπορούν να ασφαλιστούν όσοι εργαζόμενοι δεν καλύπτονται από το ασφαλιστικό πακέτο του εργοδότη τους. Το βασικότερο όλων είναι το Medicaid και το Medicare με το δεύτερο να αφορά τους πολίτες άνω των 65 ετών. Το Medicaid αφορά ανθρώπους με χαμηλό εισόδημα και χρηματοδοτείται από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση αλλά και τα ταμεία της κάθε πολιτείας. Σε αυτό όμως μπορούν να μπουν μόνο όσοι έχουν εισόδημα κοντά στα όρια της φτώχειας, ενώ κάθε πολιτεία μπορεί να θέσει τους δικούς τους όρους και κριτήρια για την ένταξη στο πρόγραμμα. Το νέο νομοσχέδιο Affordable Care Act ή απλώς «Obamacare» ήρθε το 2010 για να προσφέρει πρόσβαση στο Medicaid σε ακόμα περισσότερους πολίτες σε μια προσπάθεια να μειώσει τις φυλετικές και γεωγραφικές ανισότητες. Συγκεκριμένα όριζε ότι πρόσβαση στην δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη μπορεί να έχει πλέον όποιος έχει εισόδημα έως και 138% πάνω από το όριο της φτώχειας. Το ομοσπονδιακό υπουργείο Υγείας των ΗΠΑ ορίζει κάθε χρόνο το εισόδημα που θα πρέπει να έχει κάποιος για να θεωρείται ότι βρίσκεται στο όριο της φτώχειας. Για το 2021 στα όρια της φτώχειας θεωρείται όποιος έχει ετήσιο εισόδημα 12.880 δολάρια ή αλλιώς κερδίζει περί τα 35 δολάρια της ημέρα. Σε ένα νοικοκυριό των δύο ατόμων το ετήσιο εισόδημα της «φτώχειας» ανεβαίνει στα 17.420 δολάρια, ενώ μια τετραμελής οικογένεια θεωρείται στα όρια με εισόδημα 26.500 δολάρια. Έτσι, σύμφωνα με το Obamacare οποιοσδήποτε πολίτης των ΗΠΑ ή κάτοικος των ΗΠΑ που εργάζεται στη χώρα- ενήλικες, παιδιά, ηλικιωμένοι- έχουν πρόσβαση στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη αν έχουν εισόδημα μέχρι και 138% πάνω από το όριο της φτώχειας. 

Οι αντιδράσεις από το Obamacare ήταν σφοδρές από ορισμένους και με μια απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου του 2012 ορίστηκε ότι οι πολιτείες δεν ήταν υποχρεωμένες να εφαρμόσουν αυτήν την επέκταση, για να λάβουν την ομοσπονδιακή χρηματοδότηση από το Medicaid. Έτσι, αρκετές πολιτείες – κυρίως του αμερικανικού νότου- συνέχισαν με τα όρια που ίσχυαν πριν από το νομοσχέδιο του 2010 ή έθεσαν δικά τους πιο αυστηρά κριτήρια.

Την ίδια στιγμή, η νοσηλεία και η φαρμακευτική περίθαλψη είναι από τις ακριβότερες στον κόσμο χωρίς αυτό να μεταφράζεται και σε πιο ποιοτική περίθαλψη. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΠΟΥ, οι ΗΠΑ ξόδεψαν το 2016 το ποσό των 9.892 δολαρίων για την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη ανά πολίτη. Το ποσό αυτό σε χώρες με πολύ εξελιγμένο σύστημα υγείας ήταν σχεδόν το μισό. Για παράδειγμα, η Γερμανία ξόδεψε 5.551 δολάρια και η Σουηδία 5.488 δολάρια. Την ίδια στιγμή έχει προσδόκιμο ζωής τα 78,9 χρόνια καταλαμβάνοντας έτσι την 22η θέση ανάμεσα στις 35 του ΟΟΣΑ. Ενδεικτικά, το προσδόκιμο ζωής στην Ελλάδα είναι τα 82,1 χρόνια, ενώ η χώρα μας δαπανά 2.223 δολάρια ανά άτομο για ιατροφαρμακευτική περίθαλψη.

Σύμφωνα με μια μελέτη του 2009 σε πέντε αμερικανικές πολιτείες, στο 42.6% των ανθρώπων που είχαν βιώσει προσωπικές χρεοκοπίες ο λόγος ήταν τα υπέρογκα ιατρικά κόστη. Μάλιστα, τα τελευταία χρόνια ο αριθμός των ανασφάλιστων ή των υποασφαλισμένων έχει αυξηθεί και πολλοί είναι αυτοί που δηλώνουν ότι επιλέγουν να μην πάνε στο γιατρό όταν έχουν κάποιο ιατρικό πρόβλημα.

Μαύρος, φτωχός και χωρίς παιδιά

Η πολιτεία του Μισισίπη είναι μια από αυτές που δεν συμφώνησαν να εφαρμόσουν τον νόμο του 2010. Το 78% των ανθρώπων που θα πληρούσαν τα κριτήρια για να έχουν πρόσβαση σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη σύμφωνα με το Obamacare είναι φτωχοί ενήλικες χωρίς παιδιά, όπως ο Μοχάμαντ.

«Ο αποκλεισμός από το Medicaid είναι σκανδαλώδης. Είναι τόσο κλασικό για τις δομές εξουσίας του Νότου, από την εποχή της δουλείας μέχρι και σήμερα: Αν είσαι φτωχός, καλά θα κάνεις να βγάλεις μερικά χρήματα, αν δεν θέλεις να πεθάνεις», λέει στον  Guardian ο Ντον Σιμόντον, συνταξιούχος καθηγητής του Πολιτειακού Πανεπιστημίου Άλκορν.

«Πολλές από τις πολιτείες που αρνήθηκαν την επέκταση έχουν μια μακρά ιστορία πολιτικών αποφάσεων που βασίζεται σε φυλετικές διακρίσεις σχετικά με το ποιος αξίζει να έχει πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας», τονίζει η οργάνωση-think tank «Κέντρο Προϋπολογισμών και Προτεραιοτήτων Πολιτικής».

Η Λουιζιάνα είναι η μόνη πολιτεία του «σκληρού» Νότου που εφάρμοσε την επέκταση του Medicaid του Obamacare και έδωσε πρόσβαση σε ιατροφαρμακευτική φροντίδα σε ανθρώπους που εργάζονταν αλλά δεν είχαν ασφάλιση. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι περισσότεροι από τα δύο εκατομμύρια ανθρώπων στις ΗΠΑ που δεν έχουν ιατροφαρμακευτική κάλυψη, ενώ θα μπορούσαν βάσει του νόμου του 2010, ζουν στις οχτώ πολιτείας του Νότου, όπου η «κληρονομιά» της εποχής της δουλείας συνεχίζει να διαμορφώνει τις πολιτικές και αποτελεί τροχοπέδη για τις προσπάθειες να μειωθεί η φτώχεια και να βελτιωθούν οι συνθήκες ζωής για χιλιάδες Αφροαμερικανούς που ζουν εκεί.

Η πανδημία και οι κοινωνικές εξεγέρσεις κατά των διακρίσεων των Αφροαμερικάνων που εντάθηκαν τον περασμένο χρόνο έριξαν φως στις διακρίσεις υγείας που συνεχίζονταν στις διάφορες πολιτείες. Η πανδημία μάλιστα έδειξε ξεκάθαρα ότι οι διακρίσεις αυτές μπορεί να είναι πραγματικά θανατηφόρες, ειδικά στις «μαύρες» κοινότητες του Νότου.

Οι δύο όχθες του ποταμού

Η κομητεία Τζέφερσον χωρίζεται μόνο από τον ποταμό Μισισίπη από την κομητεία Μάντισον Πάρις της Λουιζιάνα. Και οι δύο περιοχές έχουν πάρει το όνομά τους από πρώην προέδρους των ΗΠΑ που ήταν επίσης ιδιοκτήτες σκλάβων, ενώ βρίσκονται ανάμεσα στις πιο φτωχές όλης της χώρας με τα μεγαλύτερα ποσοστά Αφροαμερικάνων. Ωστόσο, τα πράγματα στο Μάντισον είναι πια αρκετά διαφορετικά. Η Λουιζιάνα από το 2015 έχει ενταχθεί στην επέκταση του Medicaid κι αυτό έχει μειώσει κατά πολύ τις απλήρωτες οφειλές από τις ασφαλιστικές εταιρίες και τους ασθενείς αποδεικνύοντας πώς η ευρύτερη πρόσβαση στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη μπορεί να μειώσει τις μακροχρόνιες φυλετικές διακρίσεις.

Πριν από την ένταξη στο νόμο Affordable Care Act του Ομπάμα, πάνω από το 20% των ενηλίκων κάτω από τα 65 χρόνια ήταν ανασφάλιστοι και στις δύο κομητείες. Το 2015 όμως οι δύο κομητείες πήραν διαφορετικό δρόμο. Στο Μάντισον το ποσοστό των ανασφάλιστων ενηλίκων έχει πλέον πέσει στο 8%, ενώ στο Τζέφερσον παραμένει σκαρφαλωμένο στο 20%.

Την ίδια στιγμή, η επέκταση του Medicaid έδωσε ένα «φιλί ζωής» σε ορισμένα τοπικά νοσοκομεία που βρίσκονταν στο χείλος της χρεοκοπίας εξαιτίας της δωρεάν παροχής περίθαλψης και των χρεών. Από τότε που η Λουιζιάνα εφάρμοσε την επέκταση, τα απλήρωτα χρέη στα τοπικά νοσοκομεία έπεσαν κατά 55% και τα νοσοκομεία είναι πλέον σε πολύ καλύτερη οικονομική κατάσταση σε σχέση με αυτά που βρίσκονται σε πολιτείες που δεν έχουν εφαρμόσει την επέκταση. Μάλιστα, στην κομητεία Μάντισον Πάρις χτίζεται ένα νέο νοσοκομείο με τους υπεύθυνους να λένε ότι θα μπορέσουν έτσι να προσφέρουν βοήθεια σε ανθρώπους που πρέπει να λαμβάνουν θεραπείες για χρόνιες ασθένειες, όπως ο διαβήτης και ο καρκίνος, και οι οποίοι πρέπει τώρα να ταξιδεύουν δεκάδες χιλιόμετρα για να βρουν το κατάλληλο κέντρο.

Την ίδια στιγμή, το επαρχιακό νοσοκομείο της κομητείας του Τζέφερσον βρίσκεται εδώ και χρόνια στα όρια του λουκέτου. Κι αυτά γιατί είναι τόσο λίγοι αυτοί που μπορούν και πληρώνουν τα χρέη τους στο νοσοκομείο που μετά βίας μπορεί να καλύψει τα έξοδά του.

«Το νοσοκομείο μας είναι εδώ και καιρό μια από τις μεγαλύτερες ανησυχίες μας στην κομητεία» λέει ο Άντονι «Μπρους» Γουόλτον, πρόεδρος του Σώματος των Επιτρόπων της κομητείας του Τζέφερσον. «Αν χάσουμε το νοσοκομείο μας, αυτό θα δημιουργήσει ένα ντόμινο. Στη συνέχεια δεν θα μπορούμε να έχουμε ούτε τα σχολεία μας ή τις φυλακές μας (σσ είναι επίσης ιδιωτικά). Οτιδήποτε έχουμε στην κομητεία μας λίγο ή πολύ εξαρτάται από το νοσοκομείο», αναφέρει στον Guardian.

Η κομητεία Τζέφερσον,  όπου ζει ο Μοχάμαντ, μέχρι την εποχή της δουλείας και του εμφυλίου πολέμου ήταν μια από τις πλουσιότερες της χώρας. Σήμερα είναι μια από τις πιο φτωχές. Περίπου το 37% των κατοίκων της ζει κάτω από το όριο της φτώχειας και περίπου το 70% από αυτούς λαμβάνουν κάποιου είδους κρατική βοήθεια.

Τον Σεπτέμβριο, μια έρευνα υπολόγισε ότι αν η πολιτεία του Μισισιπή συμμετείχε στην επέκταση του Medicaid, αυτό θα πρόσθετε περίπου 11.300  νέες θέσεις εργασίας από το 2022 ως το 2027, θα μείωνε σημαντικά τα χρέη στα νοσοκομεία εξαιτίας της αδυναμίας των ασθενών να πληρώσουν για τη θεραπεία τους και εντέλει θα κάλυπτε τα έξοδά του και θα γινόταν κερδοφόρο μέσα σε μια δεκαετία.

Όμως ο κυβερνήτης, Τέιτ Ριβς, επιμένει ότι μια τέτοια κίνηση θα ήταν επικίνδυνη. «Πιστεύω με βεβαιότητα ότι δεν είναι καλή πολιτική να προσθέσουμε άλλους 300.000 κατοίκους στην χρηματοδοτούμενη από το κράτος περίθαλψη υγείας», έγραψε ο Ρεπουμπλικάνος Ριβς στην περσινή του πρόταση προϋπολογισμού

Την ίδια ώρα, η κομητεία Τζέφερσον χρειάζεται τις επιπλέον θέσεις εργασίας που θα έφερνε η επέκταση των δικαιωμάτων ασφάλισης. Τον περασμένο χρόνο, το ποσοστό της ανεργίας κυμαινόταν στο 18,4%, το τέταρτο υψηλότερο στη χώρα.

Ο Μοχάμαντ, όπως και πολλοί ακόμα κάτοικοι του Τζέφερσον, δουλεύει μόνος του καθώς δεν υπάρχουν αρκετές καλοπληρωμένες δουλειές στην  περιοχή, εκτός αν δουλεύει κανείς σε σχολεία, στην υγεία ή την κυβέρνηση. Η πολιτεία βαθμολόγησε την εκπαίδευση της κομητείας με «F» και ακόμα και αυτοί που έχουν πτυχίο από κάποιο κολέγιο της περιοχής δυσκολεύονται να βρουν μια καλή εργασία.

«Εγώ το ονομάζω σύγχρονη δουλεία», λέει ο Άλφορντ Πέριμαν στον Guardian, ένας τοπικός ασφαλιστής. «Είναι ο νέος τρόπος για να μας κρατούν πίσω και να μην εξελισσόμαστε με τόσο γρήγορους ρυθμούς, όπως αυτοί», αναφέρει εννοώντας τους λευκούς με εξουσία.

«Έχει να κάνει με τα 400 χρόνια αντίληψης από το πώς ήρθαμε σε αυτή τη χώρα και οι αντιλήψεις που γεννήθηκαν από αυτό», τονίζει από την πλευρά της η δικηγόρος σε θέματα υγείας, Τζανέλ Έντουαρτ.

Η ιστορία της ασφάλειας

Το Medicaid θεσπίστηκε το 1965, μια πολύ σημαντική χρονιά για τα ατομικά δικαιώματα στις ΗΠΑ. Τότε, η κυβέρνηση του Λίντον Τζόνσον επιχείρησε να εισάγει ένα ομοσπονδιακό πρόγραμμα περίθαλψης για τους ευάλωτους πληθυσμούς – που σε μεγάλα ποσοστά απαρτίζονταν από μαύρους πολίτες. Η προσβαση στο σύστημα υγείας ήταν ένα πολύ σημαντικό κομμάτι στη μάχη για την καταπολέμηση της φτώχειας. Αρχικά, η κυβέρνηση των ΗΠΑ στόχευε σε ένα καθολικό, ομοσπονδιακό πρόγραμμα υγείας. Ωστόσο, οι του Νότου, οι οποίοι προέβαλαν τη μεγαλύτερη αντίσταση στην προώθηση των ισότιμων δικαιωμάτων των πολιτών, εντέλει διαμόρφωσαν τον τρόπο παροχής της ομοσπονδιακής πολιτικής για την υγεία. Έτσι, αποφασίστηκε το Medicaid να εξαρτάται από την κάθε πολιτεία ξεχωριστά και έκτοτε, η εικόνα παραμένει κατακερματισμένη. 

«Αν και αναγνωρίζουμε την ριζοσπαστική συνδρομή  του Medicaid, χρειάστηκαν διαρκείς πολιτικοί αγώνες για να διατηρηθεί ζωντανό. Οι πολιτικοί συμβιβασμοί που προέκυψαν από αυτούς τους αγώνες, άνοιξαν το δρόμο για τις γεωγραφικές ανισότητες», τονίζει από την πλευρά της η Τζαμίλα Μισενέρ, μια εκ των διευθυντριών του Κέντρου Κορνέλ για την Ισότιμη Πρόσβαση στην Υγεία, στο Πανεπιστήμιο Κορνέλ.

Το Medicaid ορίζει ότι η περίθαλψη υγείας προσφέρεται στους πολίτες από έναν συνδυασμό χρηματοδότης από την ομοσπονδία και τα ταμεία της κάθε πολιτείας. Αν και στις περισσότερες περιπτώσεις, ομοσπονδία και πολιτεία συμμετέχουν με ίδια ποσά στο πρόγραμμα (σχεδόν κάθε ομοσπονδιακό δολάριο αντιστοιχεί σε ένα δολάριο από την πολιτεία), στο Μισισιπή τα πράγματα είναι διαφορετικά. Εκεί, το ομοσπονδιακό κράτος δίνει 5,46 δολάρια για κάθε δολάριο που δίνει η πολιτεία και την ίδια στιγμή η ιατροφαρμακευτική περίθαλψη είναι από τις χειρότερες στη χώρα. Είναι μάλλον εμφανές για ποιο λόγο ο κυβερνήτης Ριβς αρνείται να μπει η πολιτεία στην επέκταση.

Η ομοσπονδιακή νομοθεσία ορίζει ότι οι πολιτείες θα πρέπει να καλύψουν συγκεκριμένες ομάδες ωφελούμενων με χαμηλά εισοδήματα, όπως οι οικογένειες, τα άτομα με αναπηρίες, οι ηλικιωμένοι, οι έγκυοι και τα παιδιά. Όμως η κάθε πολιτεία αποφασίζει αυτόνομα ποιος άλλος δικαιούται κάλυψης.

Το 2012, το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ όρισε ότι η κάθε πολιτεία έχει δικαίωμα να αποφασίσει τον τρόπο με τον οποίο θα εφαρμόζει την επέκταση του δικαιώματος ασφάλισης που επιτρέπει το Obamacare. Το αποτέλεσμα ήταν σε ορισμένες πολιτείες να δημιουργηθεί ένα τεράστιο κενό: ορισμένοι άνθρωποι είναι πολύ φτωχοί για να συμπεριληφθούν στο Obamacare, αλλά όχι αρκετά φτωχοί ώστε να πληρούν τις προϋποθέσεις που ορίζονται από τις πολιτείες για να εισαχθούν στο Medicaid.

Δώδεκα από τις πενήντα πολιτείες της χώρας, οκτώ εκ των οποίων στο Νότο, έχουν αρνηθεί να διευρύνουν την ασφαλιστική κάλυψη μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου.

Ο Δημοκρατικός κυβερνήτης της Λουιζιάνα,  Τζον Μπελ Έντουαρντς, ήταν ο μόνος από τον Νότο που επέλεξε να το κάνει. Οι ασφαλισμένοι ενήλικες στην πολιτεία του αυξήθηκαν έκτοτε κατά 40%.

Στο Μάντισον Πάρις της Λουιζιάνα, ο 46χρονος Άλβιν Μπράουν πριν λίγα χρόνια θα πλήρωνε 9.000 δολάρια για μια επίσκεψη στα έκτακτα περιστατικά. Τον περασμένο Μάιο «ξαφνικά, αισθάνθηκα άσχημα», θυμάται. Πονούσε η πλάτη του, ενώ η ούρηση ήταν επώδυνη. Την επόμενη μέρα πήγε στα επείγοντα και ενημερώθηκε ότι είχε πέτρα στα νεφρά και ο γιατρός του έγραψε μια θεραπεία.

Δυο μέρες μετά, εξακολουθούσε να μην αισθάνεται καλά. Τελικά χρειάστηκε να νοσηλευθεί σε νοσοκομείο που βρίσκεται μια ώρα μακριά από τον τόπο κατοικίας του.

«Ήταν η πρώτη φορά που πήγα στο νοσοκομείο», λέει. Τελικά, υπέφερε από αφυδάτωση, η οποία έκανε τα νεφρά του να δυσλειτουργούν. «Ήταν τρομακτικό», περιγράφει στον Guardian ο 46χρονος πατέρας ενός 15χρονου παιδιού.

Δεν ήξερε ότι δικαιούνταν δημόσιας ασφάλισης από το Medicaid μέχρι που ένας εργαζόμενος στο νοσοκομείο τον ρώτησε αν θα τον ενδιέφερε να ενταχθεί στο πρόγραμμα. Ο Μπράουν έχει ένα ετήσιο εισόδημα 28.000 δολαρίων για μια οικογένεια τριών ατόμων και βρίσκεται ακριβώς κάτω από το επεκταμένο όριο για την είσοδο στο πρόγραμμα. Τελικά, μπόρεσε να μπει στο Medicaid κι έτσι το δημόσιο πλήρωσε τα 7.000 από τα 9.000 που θα του κόστιζε η νοσηλεία του.