Την σκότωσαν οι γονείς της για να... σώσουν την τιμή τους

Ήθελε μόνο να ζήσει όπως αυτή θα επέλεγε. Ωστόσο, οι γονείς της επέλεξαν για την ίδια βασανιστήρια και θάνατο

Η Σαφίλια Αχμέντ δεν διέφερε πολύ από τα άλλα κορίτσια της ηλικίας της. Στα 17 της ζούσε στη Βρετανία και ονειρευόταν να φύγει από το σπίτι της και να σπουδάσει νομική στο πανεπιστήμιο, ώστε να προσπαθήσει να κυνηγήσει μια επιτυχημένη καριέρα δικηγόρου.

Όμως, τα όνειρα για την Σαφίλια ήταν πιο δύσκολο να γίνουν πράξη καθώς έπρεπε να αντιπαλέψει με κάτι που τα περισσότερα κορίτσια-τουλάχιστον στην Βρετανία όπου ζούσε- δεν αντιμετώπιζαν.

Η έξυπνη και «επαναστάτρια» Σαφίλια, το μεγαλύτερο παιδί της οικογένειας Άχμεντ, ήθελε να φορά δυτικά ρούχα όπως οι φίλες της, να έχει αγόρια που θα επέλεγε η ίδια και να είναι ελεύθερη να διαλέγει αυτή με ποιον θα κάνει παρέα. Οι γονείς της είχαν γεννηθεί στο επαρχιακό χωριό Ούταμ στην επαρχία Γκουχράτ του Πακιστάν και ήταν υπερσυντηρητικοί μουσουλμάνοι. Τιμωρούσαν κάθε προσπάθεια ανεξαρτητοποίησής της και είχαν ήδη κανονίσει να παντρευτεί με έναν ξάδερφό της στο Πακιστάν δέκα χρόνια μεγαλύτερο. Πιθανότατα το κορίτσι θα έπρεπε να ζήσει την υπόλοιπη ζωή του στο Πακιστάν με έναν άνθρωπο που ούτε καν συμπαθούσε.

Οι γονείς της δεν θα αργούσαν να πάρουν την κατάστασή στα χέρια τους ασκώντας ακραία βία εναντίον της, η οποία μοιραία θα οδηγούσε στην τραγική δολοφονία της από τα χέρια των ανθρώπων που την έφεραν στη ζωή. Αυτή είναι η ιστορία της Σαφίλια, η οποία έφυγε από τη ζωή το 2003 σε ένα έγκλημα που είχε συγκλονίσει την Βρετανία και έμενε ατιμώρητο για περισσότερο από οχτώ χρόνια.

Γεννημένη επαναστάτρια

Η Σαφίλια γεννήθηκε τον Ιούλιο του 1986 στο Μπράντφορντ του Δυτικού Γιορκσάιρ, ενώ ο ταξιτζής πατέρας της, Ιφτικχάρ Άχμεντ, ήταν ακόμα παντρεμένος με μια Δανέζα, με την οποία είχε ένα αγοράκι. Ο Ιφτικχάρ παντρεύτηκε την ξαδέρφη του, Φαρζάνα, αφού υπέκυψε στην πίεση ενός συγγενή του από το Πακιστάν γι’ αυτόν τον κανονισμένο γάμο. Η οικογένεια σύντομα μετά τη γέννηση του κοριτσιού μετακόμισε στο Γουόρινγκτον, μια πόλη μεταξύ της Λίβερπουλ και του Μάντσεστερ, όπου υπήρχε μια μικρή αλλά ισχυρή πακιστανική κοινότητα.

Η Σαφίλια στα 11 της το έσκασε από το σπίτι της για πρώτη φορά. Ήταν κάτι που θα το επαναλάμβανε τα επόμενα χρόνια καθώς μεγάλωνε και προσπαθούσε να γίνει όλο και πιο ανεξάρτητη. Εκ των υστέρων θα δημιουργούνταν ερωτηματικά για την στάση των αρχών δεδομένου ότι το κορίτσι τους είχε μιλήσει αρκετές φορές για την κακοποίηση που δεχόταν και για τα σχέδια γάμου που υπήρχαν γι’ αυτήν στο Πακιστάν.


Όταν η Σαφίλια εξαφανίστηκε για τελευταία φορά τον Σεπτέμβριο του 2003, οι γονείς της δεν το ανέφεραν στις αρχές. Το έκανε μια εβδομάδα μετά η καθηγήτριά της στο λύκειο Great Sankey, Τζοάν Κόουντ, όταν άκουσε τα μικρότερα αδέρφια της να μιλούν για την εξαφάνισή της. Η αστυνομία ξεκίνησε τις έρευνες στις 18 Σεπτεμβρίου. Οι γονείς της δεν έκαναν καμία προσπάθεια να εντοπίσουν την κόρη τους καλώντας την στο τηλέφωνο, όπως έκαναν επανειλημμένα τις προηγούμενες φορές που είχε εξαφανιστεί.

Όταν οι αρχές ρώτησαν τον πατέρα της γιατί δεν είχε δηλώσει την εξαφάνισή της, αυτός τους είπε ότι την προηγούμενη φορά που είχε φύγει από το σπίτι η αστυνομία του είχε πει ότι η κόρη του πλέον είναι πάνω από 16 ετών και δεν μπορούν να κάνουν κάτι αν έφυγε με τη θέλησή της. Οι αστυνομικοί που έφτασαν στο σπίτι ανέφεραν αργότερα ότι ο πατέρας τούς είπε πως η Σαφίλια είχε πάρει μαζί της μόνο «δυτικά» ρούχα κι αυτό τον «αηδίαζε». Σύμφωνα με τους αστυνομικούς, ο Ιφτιχάρ παρεμπόδιζε τη δουλειά τους, φαινόταν εξαγριωμένος με την εξαφάνισή της και δεν ήταν καθόλου ανήσυχος.

Οι αρχές ερευνούσαν την υπόθεση ως περίπτωση εξαφανισμένου προσώπου. Στο πλαίσιο των ερευνών μίλησαν με ανθρώπους που γνώριζαν την οικογένεια Άχμεντ. Ένας πρώην συνάδερφος ταξιτζής του Ιφτιχάρ, τους είπε ότι του είχε αναφέρει κάποτε: «Ξέρω την περιοχή Lake District (μια δύσβατη, ορεινή περιοχή με λίμνες) σπιθαμή προς σπιθαμή. Έχω πάει πολλές φορές. Αν σκοτώσεις κάποιον εκεί δεν θα μπορέσει κανείς να βρει το πτώμα του». Υπήρχαν και άλλες αναφορές που τον παρουσίαζαν ιδιαίτερα ευέξαπτο. Μια φορά είχε σπάσει το παράθυρο του αυτοκινήτου ενός συναδέρφου του και τον είχε γρονθοκοπήσει. Μάλιστα γι’ αυτό είχε συλληφθεί και του επιδικάστηκε πρόστιμο. Σε μια άλλη περίπτωση σχεδόν είχε πιάσει έναν πελάτη από το λαιμό επειδή αυτός δεν είχε ψιλά για να πληρώσει την κούρσα.

Η εξαφάνιση της Σαφίλια σύντομα απασχόλησε τα μίντια. Η αστυνομία απηύθυνε συνεχώς εκκλήσεις, ενώ είχε βοήθεια και από διάσημα πρόσωπα που βγήκαν μπροστά και ζήτησαν από όποιον μπορεί να γνωρίζει κάτι να μιλήσει.

Ακόμα και οι γονείς της είχαν μιλήσει στα μέσα ενημέρωσης κλαίγοντας και ζητώντας από όποιον ξέρει κάτι να ενημερώσει τις αρχές...

Ως αποτέλεσμα, ένας φαρμακοποιός από την Γλασκόβη κάλεσε την αστυνομία και είπε ότι μια κοπέλα που είχε καταγραφεί στην κάμερα κλειστού κυκλώματος του καταστήματός του ίσως ήταν η Σαφίλια. Οι γονείς της που είδαν το βίντεο δήλωσαν ότι ήταν σίγουρα αυτή. Ωστόσο, όταν η καθηγήτριά της είδε το υλικό δήλωσε στην αστυνομία ότι σίγουρα δεν ήταν αυτή. Στην πραγματικότητα, η Σαφίλια ήταν ήδη νεκρή.

Δύο μήνες μετά την εξαφάνιση, οι αρχές προχώρησαν στην τοποθέτηση κοριού στο σπίτι των Άχμεντ. Ο πατέρας καταγράφηκε να λέει ότι το σύστημα στην Βρετανία λειτουργεί μόνο με αποδείξεις και «χωρίς αποδείξεις ακόμα και αν σκοτώσεις 40 άτομα, μέχρι να βρουν κάποιο στοιχείο δεν μπορούν να σου κάνουν τίποτα». Επίσης, οι Άχμεντ καταγράφηκαν να λένε τι θα συνέβαινε αν η αστυνομία έβρισκε DNA στο αυτοκίνητο. Ωστόσο, δεν βρέθηκε τίποτα περισσότερο που να μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον τους.

Τελικά, τον Φεβρουάριο του 2004 εντοπίστηκε το πτώμα της Σαφίλια. Μετά από μια πλημμύρα, εργάτες βρήκαν το διαμελισμένο πτώμα της σε προχωρημένη αποσύνθεση στον ποταμό Κεντ στο Σέντγουικ της Κούμπρια, 100 περίπου χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι της. Αυτόπτες μάρτυρες στην περιοχή θυμήθηκαν ότι είχαν δει ένα άσπρο βανάκι την εποχή που υπολογίζεται ότι χάθηκε η Σαφίλια. Αρκετό καιρό μια οσμή αποσύνθεσης κυριαρχούσε στο σημείο, ωστόσο είχαν θεωρήσει ότι πρόκειται για κάποιο ζώο που έχει πεθάνει, κάτι ιδιαίτερα συνηθισμένο στο Σέντγουικ.

Η ιατροδικαστής Άλισον Άρμουμ απέκλεισε αμέσως τα φυσικά αίτια θανάτου. «Ο θάνατός της επήλθε κάπου αλλού. Η πιο πιθανή αιτία είναι ο πνιγμός ή ο στραγγαλισμός. Ένα μέρος του κρανίου της λείπει, αλλά δεν υπήρχαν σημάδια αίματος στα ρούχα της που θα υποδείκνυαν κάποιον τραυματισμό. Ταυτοποιήθηκε από τα οδοντιατρικά αρχεία και τα ρούχα της», ανέφερε η  γιατρός. Ωστόσο, επίσημα δεν μπόρεσε να ταυτοποιηθεί η αιτία θανάτου. Το πτώμα ήταν σε τόσο κακή κατάσταση που η γιατρός μπορούσε να κάνει μόνο εικασίες.

Μετά την εύρεση της σορού της Σαφίλια, ξεκίνησε μια μεγάλη προσπάθεια για να αποδοθεί δικαιοσύνη κατά την οποία χρειάστηκαν χιλιάδες ώρες αστυνομικής εργασίας και έρευνες που κόστισαν περίπου δύο εκατομμύρια λίρες.

Τέσσερα χρόνια μετά, τον Ιανουάριο του 2008 μια νέα έρευνα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο θάνατός της οφείλεται σε παράνομη ανθρωποκτονία. Ο ιατροδικαστής της Κούμπρια, Ίαν Σμιθ, κατέληξε ότι η Σαφίλια ήταν το θύμα μιας εξαιρετικά βίαιης δολοφονίας. Όπως ανέφερε, το κορίτσι φιλοδοξούσε να ζήσει τη ζωή της με τον δικό της τρόπο, να σπουδάσει, να ακολουθήσει μια καριέρα στη νομική και να κάνει αυτό που ήθελε η ίδια. «Πρόκειται για βασικά ανθρώπινα δικαιώματα και κάποιος της τα αρνήθηκε», σημείωσε και συμπλήρωσε ότι πιθανότατα έτρεμε τις συνέπειες του κανονισμένου γάμου, ενώ αισθανόταν διχασμένη μεταξύ της επιθυμίας της για ελευθερία και της αγάπης της για την οικογένειά της και κυρίως τα αδέρφια της.

Ένα προαναγγελθέν έγκλημα

Η βία που ασκούσαν εναντίον της οι γονείς της αυξανόταν συνεχώς τους μήνες πριν από το θάνατό της και πολύ συχνά τόσο ο πατέρας όσο και η μητέρα της την καθήλωναν και την έδερναν άγρια. Οι γονείς ωστόσο παρουσίαζαν εκτός σπιτιού μια τελείως διαφορετική εικόνα για τη ζωή της οικογένειας προσπαθώντας να κρύβουν την κακοποίηση από το σχολείο, τις κοινωνικές υπηρεσίες και την αστυνομία. Μάλιστα, αν κάποιος άρχιζε να κάνει πιο πιεστικές ερωτήσεις, δεν ήταν λίγες οι φορές που οι Άχμεντ υποστήριζαν ότι πέφτουν θύματα ρατσιστικών διακρίσεων.

Ωστόσο, πριν από την δολοφονία της, υπήρχαν αρκετές ενδείξεις για την βία που ζούσε στο σπίτι της άλλα όλοι οι επίσημοι φορείς φαίνεται ότι αρνήθηκαν να τις δουν και να τους δώσουν την σημασία που έπρεπε.

Μια φίλη της, η Σάρα Μπένετ, θυμάται ότι κάποτε η Σαφίλια έβαψε τα μαλλιά της και έβαλε ψεύτικα νύχια, αλλά η μαμά της την ανάγκασε να βγάλει τα νύχια και να πλύνει τα μαλλιά της αποκαλώντας την «πόρνη».

Έντεκα μήνες πριν από τον θάνατό της, η Σαφίλια απουσίαζε για ένα διάστημα από το σχολείο της και η καθηγήτριά της, Τζόαν Κόουντ, κάλεσε στο σπίτι και μίλησε με το κορίτσι, το οποίο εκείνη τη στιγμή ήταν με τον πατέρα της. Η Κόουντ της είπε ότι ανησυχούσε γι’ αυτή και την ρώτησε αν είχε δίκιο να ανησυχεί. Η Σαφίλια της απάντησε: «Ναι». Όταν το κορίτσι επέστρεψε στο σχολείο μετά από μερικές μέρες, η καθηγήτρια είδε μια ξεθωριασμένη μελανιά στο λαιμό της και μια πληγή στα χείλια της που υποδείκνυε ότι είχε κοπεί. Η Σαφίλια της είπε ότι η μητέρα της την κρατούσε κάτω, ενώ ο πατέρας της την χτυπούσε. Η καθηγήτρια έκανε καταγγελία στις κοινωνικές υπηρεσίες.

Όταν τελικά ένας κοινωνικός λειτουργός πήγε στο σχολείο, δεν μπορούσε πια να δει καμία πληγή και η Σαφίλια προσπάθησε να υποβαθμίσει το γεγονός, αν και επισήμανε ότι επρόκειτο να την παντρέψουν στο Πακιστάν. Ωστόσο, το κορίτσι ήταν ανένδοτο ότι δεν ήθελε να εμπλακούν οι κοινωνικές υπηρεσίες κι έτσι ο φάκελός της έκλεισε.

Η φίλη της, Μελίσα Πόουνερ, είπε ότι η Σαφίλια ήταν πάντα πρόσχαρη, αλλά δεν είχε ζωή έξω από το σχολείο. Τον Νοέμβριο του 2002 μια άλλη φίλη, η Λόρα Μίντοουκραφτ, την βρήκε σε ένα πάρκο κοντά στο σχολείο αφού είχε απουσιάσει μιάμιση εβδομάδα. Η Σαφίλια έδειχνε κρυωμένη και έτρεμε. Είχε μελανιές που είχαν αρχίσει να ξεθωριάζουν και γρατσουνιές αριστερά στον λαιμό της. Της είπε ότι όλο αυτό το διάστημα την είχαν κλειδώσει στο σπίτι και δεν την άφηναν να βγει.

Ο πιο σημαντικός άντρας φίλος της-πιθανότατα κάποια στιγμή και αγόρι της- ήταν ο Μουστάκ Μπαγκάς από το Μπλάκμπερν, ο οποίος ήταν περίπου δέκα χρόνια μεγαλύτερός της. Γνωρίστηκαν στα τέλη του 2002, όταν η Σαφίλια είχε πάει στο Μπλάκμπερν με την οικογένειά της. Ο Μπαγκάς τής έδωσε κρυφά ένα χαρτάκι με το τηλέφωνό του. Είχε μοιραστεί μαζί του τις ανησυχίες και τους φόβους της, ενώ του είχε αποκαλύψει την κακοποίηση που δεχόταν από τους γονείς της και το γεγονός ότι θα την ανάγκαζαν να παντρευτεί στο Πακιστάν με έναν ξάδερφό της ενάντια στη θέλησή της.

Η Σαφίλια και η Πόουνερ τον έπεισαν να την βοηθήσει να δραπετεύσει, ώστε να μην πάει στο Πακιστάν. Ο Μπαγκάς συμφώνησε και ένα πρωινό του Ιανουαρίου του 2003 έφτασε με το αυτοκίνητό του έξω από το σπίτι της κοπέλας. Η Σαφίλια μαζί με μια τσάντα με ρούχα βγήκε κρυφά από ένα παράθυρο καθώς η πόρτα του σπιτιού ήταν συνήθως κλειδωμένη από τον πατέρα. Έμειναν για δύο μέρες στο σπίτι του αδερφού του στο Μπλάμπερν και μετά πήγαν σε ένα ξενοδοχείο. Σύμφωνα με τον Μπαγκάς, δεν είχαν σεξουαλική επαφή και είχαν μόνο φιληθεί. Οι γονείς της Σαφίλια την έπαιρναν συνεχώς τηλέφωνο, αλλά αυτή αρνούνταν να τους μιλήσει.

Μια μέρα πριν δολοφονηθεί, η Σαφίλια του έστειλε ένα μήνυμα ζητώντας του να την συναντήσει στο σχολείο κατά τη διάρκεια του διαλείμματος. Δεν της απάντησε καθώς ήταν απασχολημένος με την προετοιμασία του γάμου του.

Όταν η Σαφίλια απέδρασε από το σπίτι της με την βοήθεια του Μπαγκάς, οι γονείς της δήλωσαν την εξαφάνισή της στις αρχές. Στις 3 Φεβρουαρίου, ο Ιφτιχάρ πήγε στο σχολείο και ήταν πολύ επιθετικός και κατηγορούσε την Κόουντ για την φυγή της κόρης του απειλώντας την ότι θα την καταγγείλει.

Ενώ είχε δραπετεύσει από το σπίτι, η Σαφίλια περπατούσε προς το σχολείο με την Πόουνερ, όταν είδαν το ταξί του πατέρα της έξω από το κτίριο. «Ήταν τρομοκρατημένη και είχε παγώσει από τον φόβο της, όπως κι εγώ», θυμάται η Πόουνερ. «Ο Ιφτιχάρ την έπιασε από το χέρι και την έριξε μέσα στο αυτοκίνητο, ενώ μου είπε να φύγω από την μέση και να μείνω μακριά της. Αυτή έκλαιγε υστερικά», ανέφερε. Ο πατέρας της ήταν σχετικά ήρεμος, αλλά αυστηρός. Η Πόουνερ έτρεξε στο σχολείο και ενημέρωσε τους καθηγητές, οι οποίοι επικοινώνησαν με την αστυνομία.

Η Σαφίλια μίλησε αργότερα στην αστυνομία, ενώ βρισκόταν στο σχολείο χωρίς την παρουσία του πατέρα της αλλά ήταν φανερό ότι την είχε καθοδηγήσει. Είπε στους αστυνομικούς ότι είχαν προβλήματα στο παρελθόν στο σπίτι, αλλά τώρα τα είχαν λύσει και θα επέστρεφε στους γονείς της.

Η αξιωματούχος της κοινωνικής υπηρεσίας αστέγων, η Αν Μαρί Γουντς, δήλωσε αργότερα ότι η Σαφίλια της είχε πει κάποτε ότι ζούσε σε φίλους και δεν είχε πού να πάει καθώς προσπαθούσε να ξεφύγει από έναν γάμο που κανόνιζαν γι’ αυτή και από την κακοποίηση που αντιμετώπιζε στο σπίτι, η οποία είχε ενταθεί μετά τα 15 της. Όπως είπε, ο ένας γονιός της την κρατούσε ακινητοποιημένη, ενώ ο άλλος την χτυπούσε. Η Σαφίλια είχε δώσει ένα σημείωμα στην Γουντς στο οποίο ανέφερε: «Τα τελευταία χρόνια βιώνω κακοποίηση στο σπίτι, η οποία με έχει εμποδίσει από το να πάω σχολείο περισσότερες από μια φορά. Με ανάγκασαν επίσης να σταματήσω από τη δουλειά που έκανα και από την οποία είχα εξοικονομήσει 2.000 λίρες, τα οποία τα πήραν από τον λογαριασμό μου. Αλλά ο φόβος μου είναι ότι οι γονείς μου θα με πάνε στο Πακιστάν να με παντρέψουν με κάποιον και θα με αφήσουν εκεί». Η Γουντς είπε αργότερα ότι η Σαφίλια ήταν ένα ντροπαλό και ήσυχο κορίτσι, το οποίο φαινόταν πραγματικά τρομοκρατημένο με την προοπτική του γάμου. Η Σαφίλια έκανε αίτηση για να στεγαστεί σε κάποια κοινωνική υπηρεσία, ωστόσο πριν προλάβει αυτή να προχωρήσει οι γονείς της την πήραν και πήγαν στο Πακιστάν.

Η Σαφίλια συνεχώς αρνούνταν να ενδώσει στον κανονισμένο γάμο από τους γονείς της κάτι που σύμφωνα με αυτούς έφερνε ντροπή στην οικογένεια. Σε μια στιγμή απόγνωσης, η Σαφίλια ενώ είχε αναγκαστεί να πάει στο Πακιστάν, έξι μήνες πριν από τον θάνατό της, ήπιε χλωρίνη. Αυτή ήταν η πιο δραματική προσπάθεια της Σαφίλια για να γλιτώσει από τους γονείς της. Όταν γύρισε στη Βρετανία τον Μάιο του 2003 είχε χάσει πολλά κιλά και δεν μπορούσε εύκολα να φάει και να πιεί, ενώ με δυσκολία κατάπινε ακόμα και το σάλιο της. Οι γονείς της είχαν δηλώσει τότε ότι το κορίτσι είχε μπερδέψει τη χλωρίνη με στοματικό διάλυμα. «Ένα ηλίθιο και προφανές ψέμα», θα δήλωνε αργότερα η εισαγγελία.

Μόλις έφτασαν σπίτι τους από το Πακιστάν, η Σαφίλια ήταν τόσο άρρωστη που ο πατέρας της αναγκάστηκε να καλέσει ασθενοφόρο και μπήκε για αρκετές εβδομάδες στο νοσοκομείο. Όταν ένας άλλος ασθενής την ρώτησε γιατί ήπιε χλωρίνη του απάντησε: «Δεν φαντάζεσαι τι μου έκαναν εκεί». Του είπε ότι οι γονείς της είχαν αποδεχθεί το «rishta» (την επίσημη προσφορά γάμου) από τον ξάδερφό της και πρόσθεσε ότι δεν συμπαθούσε καν τον μελλοντικό της άντρα. Επίσης υποστήριξε ότι της είχαν πάρει το διαβατήριό της.

Μια Πακιστανή νοσοκόμα στο νοσοκομείο έλαβε εντολή από τον Ιφτιχάρ να πει στις «λευκές νοσοκόμες» να μην δίνουν πληροφορίες για την κόρη του σε κανέναν άλλον εκτός από τους γονείς της. Η νοσοκόμα είπε αργότερα πως ήταν φανερό ότι δεν υπήρχε αγάπη στην οικογένεια και ότι τα παιδιά φοβούνταν πολύ τους γονείς τους.

Η μοιραία νύχτα

Η τελική επίθεση φαίνεται ότι προκλήθηκε με αφορμή τα ρούχα που φορούσε η Σαφίλια: ένα μπλουζάκι, μια ζακέτα με κουκούλα και ένα στενό παντελόνι. Ο τσακωμός ξεκίνησε όταν η Φαρζάνα πήγε να πάρει την κόρη της από την δουλειά μερικής απασχόλησης που είχε σε ένα τηλεφωνικό κέντρο. Όπως και όλοι σχεδόν οι προηγούμενοι τσακωμοί, έτσι κι αυτός κατέληξε και σε σωματική κακοποίηση μόνο που αυτή τη φορά  ο πατέρας της έφτασε στο σημείο να την σκοτώσει.

Ακόμα και όταν ανακαλύφθηκε η σορός της Σαφίλια, κανένα χειροπιαστό στοιχείο δεν μπορούσε να αποδείξει τι έγινε εκείνο το βράδυ. Η ιατροδικαστής δεν μπορούσε να καταλήξει σε ένα σίγουρο συμπέρασμα για τα αίτια θανάτου της Σαφίλια λόγω της εκτεταμένης αποσύνθεσης του σώματος. Η αναφορά για στραγγαλισμό ήταν πιο πολύ μια εικασία. Οι αρχές υποπτεύονταν ωστόσο ότι ο θάνατος της Σαφίλια ήταν ένα «έγκλημα τιμής» και προσήγαγαν τους γονείς και άλλα μέλη της ευρύτερης οικογένειας ξεκινώντας μια σειρά ανακρίσεων. Φυσικά, όλοι αρνήθηκαν το έγκλημα.



Και πάλι χωρίς αποδεικτικά στοιχεία, η υπόθεση δεν μπορούσε να προχωρήσει και κανείς δεν τιμωρήθηκε για την δολοφονία της Σαφίλια.

Τα πάντα άλλαξαν εννέα χρόνια μετά. Η νεότερη αδερφή της Σαφίλια, Αλέσα, η οποία πια ήταν 24 ετών, οργάνωσε μια ένοπλη ληστεία στο σπίτι των γονιών της. Αφού συνελήφθη και ενώ ανακρινόταν για τη ληστεία, η Αλέσα αποφάσισε να μιλήσει για την αδερφή της. Είπε ότι είχε δει τους γονείς να κρατούν στο πάτωμα την Σαφίλια και να την δολοφονούν.

Τελικά, στις 7 Σεπτεμβρίου 2011, η αστυνομία του Τσεζάιρ κατηγόρησε πλέον κι επίσημα τους γονείς της Σαφίλια για την δολοφονία της, ακριβώς οχτώ χρόνια μετά.

Η Αλέσα έγινε ο μάρτυρας κλειδί που χρειάζονταν οι αρχές και περιέγραψε αναλυτικά στο δικαστήριο όσα συνέβησαν εκείνο το βράδυ. Όπως είπε, οι γονείς της φοβούνταν  ότι η άρνηση της Σαφίλια να ενδώσει στον κανονισμένο γάμο θα έφερνε ντροπή στην οικογένεια. Μετά από έναν άγριο τσακωμό και ξυλοδαρμό, η μητέρα τους ήταν αυτή που είπε την τελευταία κουβέντα: «Ας το τελειώσουμε εδώ». Έτσι, ο πατέρας της έβαλε μια πλαστική σακούλα στο στόμα της Σαφίλια και κάλυψε την μύτη της, ενώ η μητέρα τους την κρατούσε ακινητοποιημένη μέχρι να πεθάνει. Η Αλέσα είπε πως θυμόταν ακόμα τα μάτια της αδερφή της που είχαν ανοίξει διάπλατα από το σοκ, ενώ χτυπούσε ασταμάτητα τα πόδια της προσπαθώντας μάταια να αναπνεύσει. Η ίδια είχε παγώσει από το φόβο της καθώς έβλεπε τα πόδια της Σαφίλια να σταματούν να κουνιούνται. Τότε έτρεξε στο δωμάτιό της και λίγο μετά είδε από το παράθυρο τον πατέρα της να κουβαλά το σώμα της αδερφής της στο αυτοκίνητό του τυλιγμένο σε σακούλες σκουπιδιών και να φεύγει. Πριν από αυτό είχε δει την μητέρα της να ετοιμάζει λουλουδάτα απορροφητικά χαρτιά, σακούλες και κολλητικές ταινίες.

Ίσως ένα από τα πιο σοκαριστικά στοιχεία, πέρα από την ίδια τη δολοφονία, είναι το γεγονός ότι τα αδέρφια τη Σαφίλια αναγκάστηκαν να γίνουν μάρτυρες αυτού του φριχτού εγκλήματος. Ο μικρότερος αδερφός της ήταν μόλις επτά ετών. Οι γονείς τους τούς είπαν ότι θα έπρεπε να πουν σε όλους ότι η Σαφίλια το είχε σκάσει, όπως είχε κάνει και παλιότερα. Η Αλέσα τότε μίλησε για τη δολοφονία μόνο σε κάποιους φίλους, όμως ακόμα κι αυτή ανακάλεσε όσα είχε μαρτυρήσει και συνέχισε να σιωπά όλα τα επόμενα χρόνια. Μάλιστα, στήριζε τους γονείς της και στεκόταν δίπλα τους κατά την ανακριτική διαδικασία μετά την εύρεση του πτώματος της Σαφίλια. Αρνούνταν ότι οι γονείς της είχαν πειράξει την αδερφή της και επέμενε ότι αυτή είχε φύγει από το σπίτι.

Οχτώ χρόνια μετά όμως, η Αλέσα διηγούνταν με αναφιλητά όσα συνέβησαν εκείνο το βράδυ και το κοινό της αίθουσας έμενε βουβό απ’ όσα άκουγε. Η Φαρζάνα ήταν δακρυσμένη και η μικρότερη αδερφή της Σαφίλια έκλαιγε στο πίσω μέρος της αίθουσας. Ο Ιφτιχάρ καθόταν ανέκφραστος, χωρίς κανένα συναίσθημα στο πρόσωπο και άκουγε την κατάθεση.

Την κατάθεση της Αλέσα ωστόσο αντέκρουσε η άλλη της αδερφή, η Μέβις. Αυτή συνέχισε να υποστηρίζει όσα έλεγαν οι γονείς περί εξαφάνισής εξ αρχής. Ωστόσο, στο δικαστήριο εμφανίστηκε μια φίλη της Μέβις, η οποία παρουσίασε γράμματα που της είχε στείλει το κορίτσι από το 2008 και στα οποία περιέγραφε την δολοφονία της Σαφίλια.

Κατά τη διάρκεια της δίκης, υπήρξε μια απρόσμενη ανατροπή. Η μητέρα της Σαφίλια άλλαξε την κατάθεσή της. Αρχικά είχε υποστηρίξει ότι δεν ήξερε τίποτα για καμία δολοφονία και ότι η κόρη της το είχε σκάσει. Τώρα όμως κατηγόρησε για πρώτη φορά τον σύζυγό της και του έριξε όλη την ευθύνη για μια βίαιη επίθεση την ημέρα που η κόρη τους εξαφανίστηκε.

Εκείνο το βράδυ, υποστήριξε η Φαρζάνα Άχμεντ, προσπάθησε να επέμβει και να σταματήσει την κακοποίηση, αλλά ο άντρας της την γρονθοκόπησε. Η ίδια κλείστηκε με τα υπόλοιπα παιδιά στο δωμάτιό της μέχρι που άκουσε το αυτοκίνητο να φεύγει. Συνέχισε να υποστηρίζει πως πίστευε τότε ότι η Σαφίλια ήταν κάπου ασφαλής και ανέφερε ότι ο άντρας της στη συνέχεια την προειδοποίησε να μην κάνει ξανά κάποια ερώτηση γι’ αυτή «αν ενδιαφέρεσαι για τη δική σου ζωή και των παιδιών σου».

Όταν ο Ιφτιχάρ ερωτήθηκε για την καινούργια εκδοχή της συζύγου του απάντησε ότι αγαπούσε τη γυναίκα του πάρα πολύ ό,τι και αν έλεγε αυτή. Ο ίδιος είπε ότι η εκδοχή που παρουσίασε η Φαρζάνα δεν ήταν αλήθεια και αρνήθηκε ότι έχει βλάψει την κόρη του.

Στις 3 Αυγούστου 2012, οι γονείς της Σαφίλια καταδικάστηκαν σε ισόβια με δικαίωμα αποφυλάκισης στα 25 χρόνια. Η αστυνομία του Τσέζαϊρ δεν χρησιμοποίησε ποτέ τον όρο «έγκλημα τιμής» στο κατηγορητήριο. Όπως εξήγησαν οι αρχές είναι ένας όρος που δεν αναγνωρίζουν καθώς αυτός θα έδινε την ευκαιρία στους ενόχους να μετριάσουν την σοβαρότητα του εγκλήματος λέγοντας ότι προστάτευαν απλώς την τιμή τους. Το έγκλημα ήταν ένας στυγνός και ξεκάθαρος φόνος κι η Σαφίλια ήταν το θύμα. Τουλάχιστον πλέον η δικαιοσύνη είχε αποδοθεί.