«Ανακάλυψα έναν ομαδικό τάφο χιλιάδων ανθρώπων κάτω από το σπίτι μου»



Η σοκαριστικη ανακάλυψη μιας γυναίκας έφερε στο φως μια από τις πιο ανατριχιαστικές σελίδες στην ιστορία της Βραζιλίας αλλά και όλης της ανθρωπότητας

Η ιστορία της Μερσέδες Γκιμαράες μοιάζει βγαλμένη από κάποια ταινία τρόμου. Στην πραγματικότητα όμως φέρνει στο φως τον πόνο, τον τρόμο και τα βασανιστήρια που έζησαν αμέτρητοι άνθρωποι που μεταφέρθηκαν ως σκλάβοι στην αμερικανική ήπειρο.

Η ίδια η Γκιμαράες περιέγραψε πώς ανακάλυψε έναν ομαδικό τάφο κάτω από το σπίτι της και πώς έφερε στο φως μια φρικιαστική ιστορία.

Ακολουθεί η δική της εξιστόρηση στην εφημερίδα The Guardian:

«Το 1966, όταν ήμουν δέκα ετών, μετακόμισα με τη μητέρα μου σε μια γειτονιά του Ρίο ντε Τζανέιρο, την Γκαμπόα. Δέκα χρόνια αργότερα, το 1977, παντρεύτηκα, δημιούργησα την οικογένειά μου και έκανα τρία παιδιά, ενώ στήσαμε μια εταιρεία απεντόμωσης.

Το 1990 αγοράσαμε εκεί το πρώτο μας σπίτι. Είχε μια αρκετά περίεργη διαρρύθμιση. Όταν έμπαινες, έπρεπε να περπατήσεις σε έναν πολύ μακρύ διάδρομο. Ήταν πάρα πολύ παλιό, οπότε ξέραμε ότι θα χρειαζόταν να κάνουμε κάποιες εργασίες. Ονειρευόμασταν να προσθέσουμε έναν ακόμα όροφο, για να μπορούν τα παιδιά να έχουν τα δικά τους δωμάτια.

Οι εργασίες τελικά άρχισαν το 1996. Απομονώσαμε το μισό σπίτι, ώστε το συνεργείο να μπορεί να εργάζεται για να κάνουν τις προσθήκες, ενώ εμείς μέναμε στο υπόλοιπο μισό. Μια ζεστή, ηλιόλουστη μέρα του Ιανουαρίου (σημ. καλοκαιρινός μήνας για τη Βραζιλία), την ώρα του μεσημεριανού, ένας εργάτης μού είπε ότι ενώ έσκαβαν βρήκαν κόκαλα ζώων. Μετά το φαγητό, άρχισα να σκαλίζω τα μπάζα που είχε ξεθάψει και ανακάλυψα, σοκαρισμένη, κομμάτια ανθρώπινων κρανίων. Είπα στον εργάτη ότι αυτά τα κόκαλα δεν ήταν ζώων, αλλά ανθρώπινα.

Μια έκφραση τρόμου σχηματίστηκε στο πρόσωπό του και αρνήθηκε να γυρίσει στη δουλειά. Όλοι οι άλλοι εργάτες έφυγαν επίσης νωρίς – κανένας δεν ήθελε να ενοχλήσει όσους είχαν θαφτεί εκεί. Οι κόρες μου κι αυτές δεν ήθελαν να συνεχίσουν να ζουν στο σπίτι. Φοβούνταν ότι ήταν στοιχειωμένο.

Ήθελα να δω τι θα κάνω μετά. Τα κόκαλα ήταν πάρα πολλά και δεν είχαμε ιδέα πώς είχαν βρεθεί εκεί. Μήπως κάποιος σίριαλ κίλερ έκρυψε εκεί τα θύματά του; Θυμάμαι πόσο σοκαρισμένη ένιωσα όταν ανάμεσα στα οστά βρήκα μια γνάθο με δόντια που έμοιαζε να ανήκει σε παιδί.

Τηλεφώνησα στον φίλο και γείτονά μου, Κάρλος, ο οποίος ερευνούσε την ιστορία της Γκαμπόα. Αν κάποιος ήξερε την ιστορία των οστών, θα ήταν αυτός. Το ίδιο βράδυ ήρθε σπίτι μου και μου έδειξε ένα βιβλίο που μιλούσε για την περιοχή όπου βρισκόταν το σπίτι μου λέγοντας ότι εκεί βρισκόταν ένα παλιό κοιμητήριο, γνωστό ως «Το κοιμητήριο των Νέων Μαύρων».


Εκεί θάβονταν σκλάβοι που είτε έφταναν νεκροί στο λιμάνι του Ρίο ντε Τζανέιρο κυρίως από την Αφρική είτε πέθαιναν λίγο μετά την άφιξή τους. Οι ιστορικοί εκτιμούν ότι την περίοδο 1769-1830 εκεί θάφτηκαν στην περιοχή περίπου 6.000 άτομα. Παρόλο που είχα περάσει σχεδόν όλη τη ζωή μου στην Γκαμπόα, δεν είχα ακούσει ποτέ ξανά γι’ αυτό.

Μετά τη μακάβρια εκείνη ανακάλυψη, με επισκέφτηκε ο διευθυντής του Πολιτιστικού Κέντρου José Bonifácio, ένα μουσείο που είναι αφιερωμένο στην αφρο-βραζιλιάνικη κουλτούρα και ιστορία. Όταν είδε τα κουτιά με τα οστά έκανε το σταυρό του και άρχισε να κλαίει. Με ρώτησε αν θα μπορούσα να ενημερώσω το Ινστιτούτο Εθνικής και Πολιτιστικής Κληρονομιάς για όσα είχα βρει και φυσικά είπα ναι. Αμέσως μετά ερευνητές ήρθαν και μελέτησαν τα ευρήματα. Ζήτησα να με ενημερώνουν για την πρόοδο στις έρευνές τους, αλλά τα χρόνια περνούσαν και τίποτα δεν συνέβαινε.

Στο μεταξύ, δεν μπορούσαμε να προχωρήσουμε καμία οικοδομική εργασία. Το 1998 χρειάστηκε να μετακομίσουμε γιατί οι τρύπες που είχαν μείνει ανοιχτές γέμισαν με νερό και ο τοίχος ράγισε. Κατάλαβα ότι αν ήθελα να κάνω κάτι με ό,τι είχα βρει, έπρεπε να το κάνω μόνη μου.

Στις 20 Νοεμβρίου 2021 ανοίξαμε τις πόρτες του σπιτιού στο κοινό. Αποφασίσαμε ότι θα έπρεπε να κάνουμε αυτά τα ευρήματα προσβάσιμα και γνωστά σε όλους. Εγώ και ο σύζυγός μου αγοράσαμε δύο δύο γειτονικά κτίρια, για να τα μετατρέψουμε σε μουσείο. Έτσι ιδρύθηκε το 2005 το Pretos Novos Institute (Ινστιτούτο Νέων Μαύρων), που σήμερα λειτουργεί ως εκπαιδευτικό κέντρο και κέντρο ανθρωπολογικής έρευνας ενώ είναι και μουσείο.


Σήμερα, στο Ινστιτούτο  εργάζονται εκπαιδευτές, ανθρωπολόγοι και ξεναγοί. Προσφέρουμε δωρεάν ξεναγήσεις στην περιοχή, όπου αφηγούμαστε την ιστορία των ανθρώπων που ήρθαν από την Αφρική και την ιστορία της σκλαβιάς στη Βραζιλία.

Παρά τις αντιξοότητες, είναι για μένα ένα έργο ζωής. Είναι το πιο σπουδαίο πράγμα που έχω κάνει καθώς προσπαθεί να αποκαταστήσει τη διαγραφή της ιστορίας των Μαύρων που έχει σημειωθεί στην περιοχή μου. Αν και είναι δύσκολο να διατηρήσω τη λειτουργία του Ινστιτούτου, θα το συνεχίσω μέχρι ο ρατσισμός να μην είναι πλέον πρόβλημα στην κοινωνία μας. Μέχρι τότε, θα συντηρώ την ιστορία που η Βραζιλία προτιμά να αγνοεί.

«Το κοιμητήριο των Νέων Μαύρων»

Παρόλο που οι ντόπιοι το αποκαλούν «κοιμητήριο», στην πραγματικότητα απείχε πολύ από τα κλασικά κοιμητήρια που έχουμε στο μυαλό μας.

Εκεί, δεν υπήρχαν επιτύμβιες στήλες, στεφάνια ή άνθρωποι για να κλάψουν τους νεκρούς. Ήταν απλώς ένα σημείο δίπλα στο λιμάνι της Γκαμπόα, όπου απλώς «έχωναν» τους χιλιάδες Αφρικανούς που δεν επιζούσαν από το φρικιαστικό ταξίδι που βίωναν μέχρι να φτάσουν στην Αμερική για να γίνουν σκλάβοι. Ο νέος κόσμος τους υποδεχόταν με έναν μοναχικό θάνατο σε μια τελείως άγνωστη χώρα.

Για αιώνες, μέχρι την ανακάλυψη της Μερσέδες, κανείς δεν θυμόταν ότι υπήρχαν αυτοί οι άνθρωποι. Από τότε, οι αρχαιολόγοι και οι ανθρωπολόγοι που μελέτησαν τα θραύσματα οστών και δοντιών έριξαν φως στη φρίκη του «εμπορίου» αυτού κατά το οποίο τουλάχιστον τρία εκατομμύρια σκλάβοι μεταφέρθηκαν από την Αφρική στη Βραζιλία μεταξύ 1550 και 1888, όταν η πρακτική καταργήθηκε επίσημα. Οι μελέτες που έγιναν σε περίπου 30 από τους σκελετούς έδειξαν ότι οι άνθρωποι που έφτασαν στο Ρίο για να εργαστούν σε φυτείες καφέ και ζάχαρης ή χρυσωρυχεία προέρχονταν από μια πολύ ευρύτερη γεωγραφική περιοχή από ό,τι πίστευαν ως τότε οι ερευνητές.

«Ήταν άσχημο: μια χωματερή στην οποία πετούσαν και έκαιγαν πτώματα», αναφέρει η Σίλια Μεντόντσα ντε Σόουζα, βιο-αρχαιολόγος που εργάστηκε στο νεκροταφείο αυτό.

«Οι άνθρωποι δεν θάβονταν, τους πετούσαν σε ομαδικούς τάφους».

H Ντέλα Κούκ, βιολογικός ανθρωπολόγος από το Πανεπιστήμιο της Ιντιάνα που εργάστηκε στον ταφικό χώρο, αναφέρει: «Υπάρχουν πολλές μελέτες σχετικά με τα νεκροταφεία σκλάβων και το δουλεμπόριο στη Βόρεια Αμερική, αλλά πολύ λίγες για τη Νότια Αμερική, κάτι που είναι ένα από τα πράγματα που κάνει αυτόν το μέρος συναρπαστικό.

«Είχαμε ιστορικά αρχεία, αλλά μέχρι την ανακάλυψη αυτού του νεκροταφείου δεν ήταν δυνατό να εξετάσουμε τους ίδιους τους ανθρώπους», τονίζει.

Χρησιμοποιώντας αναλύσεις ισοτόπων στροντίου του σμάλτου των δοντιών - μια τεχνική που βοηθά να βρεθεί ο τόπος όπου μεγάλωσε ένα άτομο - οι ακαδημαϊκοί μπόρεσαν να επιβεβαιώσουν τη μεγάλη περιοχή από την οποία προήλθαν οι «νέοι μαύροι». Το φάσμα ήταν εντυπωσιακά ευρύ.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι δουλέμποροι δεν είχαν μείνει μόνο στις παράκτιες περιοχές της Αφρικής, καθώς οι σκλάβοι προέρχονταν και από το εσωτερικό της ηπείρου.

«Δεν μπορέσαμε να εντοπίσουμε ένα συγκεκριμένο μέρος από το οποίο προέρχονταν αυτοί οι άνθρωποι, αλλά επιβεβαιώσαμε την ποικιλομορφία προέλευσης αυτών που έφτασαν στο Ρίο ντε Τζανέιρο. Έρχονταν τόσο από την ανατολική όσο και από τη δυτική ακτή της Αφρικής», αναφέρει η Μεντόντσα.

Η Μεντόντσα είπε ότι η ομάδα της βρήκε σημάδια στα δόντια που υποδεικνύουν ότι ορισμένοι από τους σκλάβους ήταν από το σημερινό Σουδάν και τη Μοζαμβίκη, στη βορειοανατολική και νότια Αφρική.

Οι αρχαιολόγοι πιστεύουν ότι καθ'ολη την περίοδο του δουλεμπορίου έως και 20.000 σκλάβοι μπορεί να έχουν ταφεί στο συγκεκριμένο μόνο νεκροταφείο, κυρίως άνδρες ηλικίας 18-25 ετών που πέθαναν κατά τη διάρκεια του εξαντλητικού ταξιδιού στη Βραζιλία ή λίγο μετά την άφιξή τους.

«Η πλειονότητα των ανθρώπων ήταν πολύ νέοι, κυρίως νεαρά αγόρια και κορίτσια που θα προσαρμόζονταν καλύτερα στην αιχμαλωσία από τους μεγαλύτερους», λέει η Μεντόντσα.

Οι άθλιες συνθήκες του σκλαβοπάζαρου και του λιμανιού που βρισκόταν κοντά στο συγκεκριμένο νεκροταφείο είχαν καταγραφεί και από τη Βρετανίδα συγγραφέα Μαρία Γκράχαμ, η οποία είχε επισκεφτεί το σημείο στις αρχές της δεκαετίας του 1820.

«Σχεδόν κάθε σπίτι σε αυτόν τον πολύ μακρύ δρόμο είναι μια αποθήκη για σκλάβους… Σε ορισμένα μέρη τα φτωχά πλάσματα ήταν ξαπλωμένα σε ψάθες, προφανώς πολύ άρρωστα για να σταθούν», έγραφε η Γκράχαμ.

«Ο αριθμός των πλοίων από την Αφρική που βλέπω να μπαίνουν συνεχώς στο λιμάνι και τα πλήθη που συνωστίζονται στα σκλαβοπάζαρα σε αυτόν τον δρόμο, με πείθουν ότι οι αριθμοί των ανθρώπων που εισάγουν από την Αφρική είναι πολύ μεγάλος. Όπως μου λένε το συνηθισμένο ποσοστό θανάτου είναι περίπου ένας στους πέντε».

Μέχρι την ανακάλυψη αυτού του νεκροταφείου, οι ερευνητές θεωρούσαν ότι οι περιπου τρία εκατομμύρια σκλάβοι που έκαναν το ταξίδι ως τον «νέο κόσμο» προέρχονταν μόνο από τη σημερινή Νιγηρία και από τις πορτογαλικές αποικίες της Αγκόλα και του Πράσινου Ακρωτηρίου. Πλέον, ξέρουν ότι ολόκληρη η Αφρική είχε πέσει «θύμα» της απληστείας των «πολιτισμένων» Ευρωπαίων και Αμερικανών που αναζητούσαν την φθηνή λύση για να βγάλουν περισσότερα χρήματα.