Έπεισε τους πάντες ότι πάσχει από καρκίνο μέχρι που πέθανε κι αποκαλύφθηκε η αλήθεια

Η ιστορία της Μέγκαν Μπάρι και της μητέρας της έφερε στο φως ένα σκοτεινό ιατρικό σύνδρομο. Το φιλανθρωπικό ίδρυμα με τις δωρεές εκατοντάδων χιλιάδων λιρών, οι διάσημοι One Direction και η συγκλονιστική αλήθεια

To 2020 ένα φιλανθρωπικό ίδρυμα για παιδιά με καρκίνο έκλεισε. Δύο χρόνια πριν από αυτό, η νεαρή που το είχε ιδρύσει είχε πεθάνει κάτω από μυστηριώδεις συνθήκες, αφήνοντας τους υποστηρικτές της θλιμμένους με πάρα πολλές απορίες. Τελικά, χρειάστηκαν πάνω από τρία χρόνια, για να αρχίσει να ξεκαθαρίζει η υπόθεση για μια ιστορία ιατρικής εξαπάτησης και διασημοτήτων χάρη στην προσπάθεια μιας ομάδας γονέων που θέλησε να προστατεύσει από τους απατεώνες την κοινότητα των ανθρώπων που υποφέρουν από καρκίνο.

Το διάσημο ίδρυμα 

Στις 10 Αυγούστου του 2015, πλήθη θαυμαστών ζητωκραύγαζαν και χειροκροτούσαν καθώς δύο μέλη του διάσημου συγκροτήματος One Direction πόζαραν για φωτογραφίες έξω από το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας του Λονδίνου, όπου είχε διοργανωθεί εκδήλωση για τη συλλογή χρημάτων για φιλανθρωπικό σκοπό. Οι πραγματικοί σταρ, ωστόσο, βρίσκονταν μέσα στο μουσείο. Μία ομάδα παιδιών άρρωστων με καρκίνο, ομορφα ντυμένα με φορέματα και κοστούμια. Άλλα συνοδεύονταν από τους φροντιστές τους και άλλα βρίσκονταν στη μέση της χημειοθεραπείας.


Για τη Μέγκαν Μπάρι και τη μητέρα της, Τζιν, αυτός ο χορός ήταν μια πολύ καλή ευκαιρία να συγκεντρώσουν χρήματα για την φιλανθρωπική τους οργάνωση Believe in Magic (Πίστεψε στη Μαγεία) που είχαν ιδρύσει πρόσφατα και αναπτυσσόταν όλο και περισσότερο. Τα προηγούμενα δύο χρόνια είχαν καταφέρει να εκπληρώσουν εκατοντάδες ευχές βαριά άρρωστων παιδιών, όπως πάρτι και ταξίδια στη Disneyland.

Οι παρευρισκόμενοι γνώριζαν επίσης πως η 20χρονη Μέγκαν είχε διοργανώσει την εκδήλωση ενώ και η ίδια έδινε τη δική της μάχη με το καρκίνο του εγκεφάλου.

«Είναι απίστευτο προνόμιο να δουλεύεις με το Believe in Magic», είχε πει ο Λούις Τόμλισον, μέλος του συγκροτήματος One Direction.

Όμως πίσω από τις γιορτές, τις βραδινές τουαλέτες, τα σμόκιν και τις ιατρικές μάσκες υπήρχε ένα μυστικό που αφορούσε ένα από τα πιο μυστηριώδη σύνδρομα της ιατρικής επιστήμης και θα αργούσε, αλλά θα ερχόταν η στιγμή που θα αποκαλύπτονταν όλα.

Η ιστορία της Μέγκαν

Η έμπνευση πίσω από το Believe in Magic ήταν η ιστορία της Βρετανίδας Μέγκαν και η μάχη της με τον καρκίνο. Οι γονείς της χώρισαν, όταν εκείνη ήταν σε πολύ μικρή ηλικία και η Μέγκαν ζούσε με τη μητέρα της, Τζιν. Σε ηλικία 13 ετών, όμως, διαγνώστηκε με Ιδιοπαθή Ενδοκρανιακή Υπέρταση –μια ασθένεια που προκαλεί συσσώρευση πίεσης στον εγκέφαλο. Μερικά χρόνια αργότερα, η Τζιν μετέφερε στους φίλους της μια ακόμα άσχημη είδηση: η Μέγκαν είχε επίσης διαγνωστεί με όγκο στον εγκέφαλο. Το κορίτσι ήταν πλέον 16 ετών και μέσα από αυτή την μάχη της εμπνεύστηκε να ξεκινήσει το Believe in Magic, με σκοπό να δώσει λίγη χαρά σε άρρωστα παιδιά.

Παρά τις τακτικές αναρτήσεις της Τζιν στο διαδίκτυο σχετικά με την καθημερινή μάχη της κόρης της με τα κοκτέιλ φαρμάκων και τις επισκέψεις στο νοσοκομείο, μητέρα και κόρη εργάστηκαν ακούραστα για τη φιλανθρωπική τους οργάνωση. Σύντομα, οι δύο γυναίκες και η φιλανθρωπική τους οργάνωση έγιναν διάσημες για τα λαμπερά πάρτι τους και την υποστήριξη που είχαν από τους One Direction.

«Ήταν εξωπραγματικό. Κάθε παιδί ένιωθε ότι ήταν τόσο σημαντικό», δήλωσε η Λούσι Πέτατζιν, της οποίας η κόρη Λούνα συμμετείχε σε αρκετές εκδηλώσεις.

Το 2015, η Μέγκαν βραβεύτηκε από τον τότε πρωθυπουργό του Ηνωμένου Βασιλείου Ντέιβιντ Κάμερον, ο οποίος επαίνεσε το «εξαιρετικό θάρρος της». Στο αποκορύφωμα της επιτυχίας του Believe in Magic, ωστόσο, η Τζιν ανακοίνωσε ότι ο όγκος στον εγκέφαλο της Μέγκαν είχε επιδεινωθεί και έπρεπε να συγκεντρωθούν 120.000 λίρες Αγγλίας για επείγουσα θεραπεία στις ΗΠΑ. Τότε, οι υποστηρικτές της Μέγκαν και της φιλανθρωπικής της οργάνωσης ανέλαβαν δράση και έσπευσαν να βοηθήσουν συγκεντρώνοντας  το ποσό σε λιγότερο από 48 ώρες.

Όλοι έμοιαζαν ικανοποιημένοι, ωστόσο μια ομάδα γονέων στην κοινότητα των καρκινοπαθών παιδιών παρατηρούσε υποψιασμένη τις ενδείξεις που φανέρωναν σε όποιον κοιτούσε καλύτερα ότι η Μέγκαν δεν ήταν όσο άρρωστη ισχυριζόταν.

Οι γονείς που έγιναν ντετέκτιβ

Όταν η Τζο Άσκροφτ είδε για πρώτη φορά την έκκληση της Μέγκαν στο Facebook στις αρχές του 2015 της δημιουργήθηκαν οδυνηρές αναμνήσεις. Αφού ο γιος της διαγνώστηκε με νευροβλάστωμα – ένα τύπο καρκίνου του νευρικού συστήματος – η Τζο είχε συγκεντρώσει 250.000 λίρες για να λάβει το παιδί της μια επιτυχημένη θεραπεία στις ΗΠΑ. Όμως, κάτι σχετικά με την έκκληση της Μέγκαν φαινόταν ύποπτο στην Τζο. Δεν αναφερόταν πουθενά κανένας συγκεκριμένος γιατρός ή νοσοκομείο, οπως θα έπρεπε.

«Ήμουν λίγο καχύποπτη», θυμάται η Τζο μιλώντας στο BBC. «Ήθελα απλώς να βεβαιωθώ ότι τα χρήματα πήγαιναν στο σωστό μέρος».

Όταν η Τζο μίλησε με τρεις φίλους της, των οποίων τα παιδιά είχαν επίσης διαγνωστεί με νευροβλάστωμα, εκείνοι συμφώνησαν ότι υπήρχε κάτι ασυνήθιστο στην υπόθεση. Αλλά δεν μπορούσαν να κατηγορήσουν κάποιον χωρίς αποδείξεις ότι λέει ψέματα  και πόσο μάλλον για ένα τόσο σοβαρό θέμα υγείας. Τους ήταν σχεδόν αδιανόητο.

Μερικές διακριτικές ερωτήσεις στη Τζιν και σε άλλους ανθρώπους γύρω από τη φιλανθρωπική οργάνωση δεν απαντήθηκαν ποτέ. Έναν χρόνο αργότερα, η Τζο είδε τη Μέγκαν με τη μητέρα της ξανά σε μία εκδήλωση συγκέντρωσης χρημάτων. Η Τζιν ζητούσε περισσότερα χρήματα, καθώς όπως είπε η κόρη της ήταν πολύ άρρωστη και έπρεπε να φύγει για την Αμερική.

Τότε η Τζο και μερικές ακόμη μητέρες που άρχισαν να ανησυχούν ορκίστηκαν αυτή τη φορά να ανακαλύψουν την αλήθεια. Η Τζο υιοθέτησε ένα ψευδώνυμο και προσποιήθηκε ακόμη και ότι ήταν δημοσιογράφος που έγραφε μια ιστορία για τη Μέγκαν για να αποσπάσει πληροφορίες. Όμως και πάλι δεν κατέληξε πουθενά. Κάποια στιγμή, ένας γονιός από την ομάδα τους χρησιμοποίησε τις γνώσεις του στους υπολογιστές και κατάφερε να βρει από πού διάβαζαν τα email τους η Τζιν και η Μέγκαν. Όπως αποκαλύφθηκε οι δύο γυναίκες δεν ήταν νοσοκομείο, αλλά σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο στη Disney World στο Ορλάντο της Φλόριντα.

Ο ιδιωτικός ερευνητής

Λίγες ημέρες αργότερα η Μέγκαν και η μητέρα της επέστρεψαν στο Σαουθάμπτον με το υπερωκεάνιο Queen Mary II. Σύμφωνα με τη Τζιν ήταν τυχερές και μόνο που κατάφεραν να επιστρέψουν. Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού ζήτησε από τους υποστηρικτές τους να συγκεντρώσουν για ακόμα μια φορά χρήματα, αφού η Μέγκαν είχε 16 πηγές μόλυνσης και σοβαρή σήψη. Μάλιστα, κάποια στιγμή ισχυρίστηκε ότι οι γιατροί έδιναν στη Μέγκαν μόλις 10% πιθανότητες να επιζήσει τις επόμενες επτά μέρες.

Όμως, όπως υποστήριξε χάρη στη σκληρή δουλειά των γιατρών η κατάσταση της κόρη της σταθεροποιήθηκε και έτσι οι γιατροί στη Φλόριντα της επέτρεψαν να γυρίσει σπίτι έχοντας όμως μαζί της  πέντε κιβώτια με ιατρικό εξοπλισμό και έναν τεράστιο συμπυκνωτή οξυγόνου.

Ωστόσο, στην αποβάθρα όπου θα έδενε το κρουαζιερόπλοιο, τους περίμενε κρυφά ένας ιδιωτικός ερευνητής. Η Τζο ήταν τόσο αποφασισμένη να αποκαλύψει την αλήθεια που πλήρωσε 1.000 λίρες Αγγλίας για τον ιδιωτικό ερευνητή με σκοπό να φωτογραφίσει τη μητέρα και την κόρη κατά την άφιξή τους. Οι φωτογραφίες έδειχναν τις δύο γυναίκες να κατεβαίνουν από το πλοίο σαν χαρούμενοι τουρίστες. Δεν είχαν μαζί τους φιάλες οξυγόνου, ενώ σύμφωνα με τον ερευνητή γελούσαν και συζητούσαν χαρούμενα καθώς έσπρωχναν τα τρόλεϊ που ήταν γεμάτα με τις βαλίτσες τους.


Οπλισμένη με τις νέες αυτές πληροφορίες η ομάδα των γονέων-ντετέκτιβ επικοινώνησε με κάθε αρμόδια αρχή, αλλά κανείς δεν έδειχνε πρόθυμος να εμπλακεί στην υπόθεση. Ξεκίνησαν, λοιπόν, μία ομάδα στο Facebook με τίτλο «Όλη η αλήθεια για τη Μεγκ και την Τζιν», στην οποία μοιράζονταν τις πληροφορίες που ανακάλυπταν. Όμως, οι περισσότεροι υποστηρικτές της μητέρας και της κόρης, αρνήθηκαν να τους πιστέψουν. Πολλοί είχαν δει με τα μάτια τους την άσχημη κατάσταση της Μέγκαν με τους ορούς που έβγαιναν από το χέρι της. H Τζο έγινε στόχος μηνυμάτων μίσους, αλλά εκείνη ήξερε πως κάνει το σωστό.

Τελικά, στις αρχές του 2018 το τηλέφωνο της Τζο πήρε φωτιά. Η Μέγκαν είχε πεθάνει.

Η ανάκριση και οι αδερφές της Μέγκαν

Η Μέγκαν είχε πεθάνει στις 28 Μαρτίου 2018 στο Εθνικό Νοσοκομείο Νευρολογίας και Νευροχειρουργικής στο Λονδίνο. «Το μόνο που έλεγα συνέχεια είναι: “Αγάπη μου, αν θέλεις να φύγεις, σε παρακαλώ φύγε και να είσαι ευτυχισμένη”», έγραψε η μητέρα της νεαρής κοπέλας στο Facebook.

Η Τζο έμεινε άναυδη. «Δεν έπρεπε να τελειώσει έτσι», είπε στο BBC.

Για τους υποστηρικτές του νεαρού κοριτσιού, δεν υπήρχε αμφιβολία για το ποιος έφταιγε. «Την κυνηγούσαν μέχρι θανάτου», έγραψε κάποιος στο Facebook. Μα η Τζο παρέμενε πεπεισμένη ότι η Μέγκαν δεν είχε όγκο στον εγκέφαλο.

Όταν η αιτία θανάτου κάποιου είναι ασαφής αναλαμβάνει ο ιατροδικαστής να διαλευκάνει την υπόθεση. Πράγματι, προς τα τέλη του 2018 ζητήθηκε έρευνα για τα αίτια θανάτου της Μέγκαν.

«Στις αρχές του 2022, μας δόθηκε η άδεια να παρευρεθούμε στο δικαστήριο και να ακούσουμε μια ηχογράφηση των όσων είχαν ακουστεί στην ανάκριση τέσσερα χρόνια νωρίτερα. Επί δύο ώρες ακούγαμε τους γιατρούς να εξηγούν τι είχαν δει. Η Μέγκαν ήταν σίγουρα άρρωστη -όλα αυτά τα χρόνια έπασχε από διάφορες παθήσεις, αλλά όλες θεωρητικά διαχειρίσιμες», αναφέρει το εκτενές ρεπορτάζ του BBC.

Ωστόσο, η έρευνα και οι ανακρίσεις είχαν καταλήξει σε ένα απίστευτο συμπέρασμα: Η Τζο είχε δίκιο – δεν υπήρξε ποτέ όγκος. Σύμφωνα με τους γιατρούς «ο εγκέφαλος της Μέγκαν ήταν μορφολογικά φυσιολογικός».

Άλλοι γιατροί όμως εξέφρασαν τις ανησυχίες τους για άλλα στοιχεία από το ιατρικό ιστορικό της Μέγκαν, αλλά και τη διαρκή ανάγκη της για οπιούχα φάρμακα. Μάλιστα, είχαν ανακαλύψει ότι είχε προσπαθήσει να πάρει μορφίνη χρησιμοποιώντας μια πλαστή ιατρική συνταγή. Η Μέγκαν σπάνια εμφανιζόταν στα ραντεβού της με τους γιατρούς, τους οποίους άλλαζε συνεχώς.

Τελικα δεν ήταν κάποιος  όγκος που σκότωσε τη Μέγκαν, αλλά μια δυσλειτουργία στον καρδιακό παλμό – οξεία καρδιακή αρρυθμία – που οφειλόταν σε ανεπάρκεια του ήπατος, η οποία συνδεόταν πιθανότατα με τον υψηλό δείκτη μάζας σώματος της Μέγκαν.

Όταν το BBC προσπάθησε να επικοινώνησει με την Τζιν, αυτή δεν θέλησε να κάνει καμία δήλωση. Αρκέστηκε μόνο στο να πει, μέσω email, πως η Μέγκαν είχε όντως ένα μικροαδένωμα της υπόφυσης -έναν τύπο μη καρκινικού όγκου στον εγκέφαλο, ο οποίος, αν και συνήθως δεν απειλεί τη ζωή, μπορεί να είναι επιβλαβής.

Η Τζιν, εκτός από τη Μέγκαν, είχε ακόμη τέσσερα παιδιά, από προηγούμενο γάμο της. «Ήμουν 12 όταν γεννήθηκε η Μέγκαν. Τη λάτρευα», είπε η Κέιτ, η μεγαλύτερη αδερφή του νεαρού κοριτσιού, η οποία ζήτησε να αλλάξει το όνομά της για τις ανάγκες του ρεπορτάζ.

Σύμφωνα με την Κέιτ, η Μέγκαν και η μητέρα της είχαν μια πολύ περίεργη σχέση με την ασθένεια. Αν μάθαιναν ότι κάποιος που ήξεραν δεν ήταν καλά, πολύ σύντομα η Μέγκαν αποκτούσε το ίδιο σύμπτωμα. Η Κέιτ θυμάται επίσης ότι η μητέρα τους έβαζε πάντα κουτιά πάνω από άδεια ντουλάπια τα οποία συχνά έπεφταν στην τραπεζαρία που έτρωγαν όλοι μαζί. «Η Τζιν ήθελε κάποιος από εμάς να έχει ένα ατύχημα», πιστεύει η Κέιτ. Φαίνεται να την μάγευε όλο αυτό, η προσοχή που θα τραβούσε.

Για την άλλη ετεροθαλή αδελφή της Μέγκαν, τη Ρέιτσελ -της οποίας το όνομα έχει επίσης αλλαχθεί- είναι ακόμα πιο προσωπικό. Όταν ήταν 9 ετών, προσβλήθηκε από ένα εξάνθημα που της προκάλεσε προβλήματα στα νεφρά. Με τα χρόνια, η κατάστασή της επιδεινώθηκε και χρειάστηκε μεταμόσχευση. Μετά τον θάνατο της Μέγκαν, η Ρέιτσελ άρχισε να θυμάται ότι αναγκαζόταν να καταναλώνει πάρα πολλά φλιτζάνια αλμυρού Bovril (μια πάστα κρέατος) ως παιδί -παρόλο που η υψηλή περιεκτικότητα σε αλάτι είναι κάτι που πρέπει να αποφεύγεται από κάποιον με προβλήματα στα νεφρά. «Μόνο εγώ τα κατανάλωνα. Μήπως, ήταν εσκεμμένο;».

Το σύνδρομο Μινχάουζεν

Το 1951, ο γιατρός Ρίτσαρντ Άσερ, δημοσίευσε μια πρωτοποριακή έρευνα του στο ιατρικό περιοδικό The Lancet. Στη διάρκεια κάποιων ιατρικών τεστ διαπίστωσε πως πολλοί ασθενείς παραπονούνταν συνεχώς για διάφορα συμπτώματα παρόλο που ήταν απολύτως υγιείς.

Το ονόμασε «Σύνδρομο Μινχάουζεν». Το σύνδρομο αυτό είναι διαφορετικό από την υποχονδρία. Οι υποχόνδριοι υπερβάλλουν και πανικοβάλλονται και πιστεύουν ότι πραγματικά είναι άρρωστοι. Όμως τα άτομα που διαγιγνώσκονται με το σύνδρομο Μινχάουζεν γνωρίζουν πως δεν είναι άρρωστα και παρ’ όλα αυτά αναζητούν θεραπεία.

Ο καθηγητής Μαρκ Φέλντμαν είναι ένας από τους πιο γνωστούς ειδικούς παγκοσμίως σε διαταραχές, όπως το σύνδρομο Μινχάουζεν. Μελετά επίσης το Μινχάουζεν διά αντιπροσώπου, μια σπάνια μορφή παιδικής κακοποίησης κατά την οποία ένας γονέας ή φροντιστής υπερβάλλει ή προκαλεί σκόπιμα συμπτώματα ασθένειας στο παιδί. Ο ίδιος δεν γνώρισε ποτέ τη Μέγκαν ή τη Τζιν ούτε έχει διαβάσει τους ιατρικούς φακέλους του κοριτσιού, αλλά με βάση το ρεπορτάζ και την έρευνα που έχει γίνει θεωρεί πως η Μέγκαν ήταν θύμα του συνδρόμου Μινχάουζεν διά αντιπροσώπου.

«Η Μέγκαν ήταν 23 ετών όταν πέθανε. Ενήλικη. Ήταν, όμως, παιδί όταν ξεκίνησε η φιλανθρωπική οργάνωση Believe in Magic. Ωστόσο, δεν θα μάθουμε ποτέ τι πίστευε εκείνη για όλα αυτά ή το ποιος υποκινούσε αυτή τη συμπεριφορά», σημειώνεται στο ρεπορτάζ.

Ο Φέλντμαν εξηγεί ότι η γραμμή μεταξύ παιδιού και ενήλικα που συναινεί μπορεί να είναι ξεκάθαρη με νομικούς όρους, αλλά αυτό δεν συμβαίνει πάντα στην πράξη: «Αν μάθεις σε όλη σου τη ζωή ότι υπάρχουν ορισμένα πράγματα που επιτρέπεται να πεις και να σκέφτεσαι... γίνεσαι συνεργάσιμος», τονίζει.

Η εμπλοκή των One Direction

Οι άνθρωποι προσποιούνται πως αρρωσταίνουν αυτοί ή κάποιοι άλλοι για πολλούς λόγους. Ορισμένοι το κάνουν για τα χρήματα. Άλλοι για την προσοχή, ενώ οι γονείς ίσως επειδή θέλουν να τους θυμούνται ως υπέροχους κηδεμόνες που φρόντισαν το παιδί τους. Κάποιες φορές είναι όλα τα παραπάνω μαζί.

Για τη Μέγκαν και την Τζιν ίσως ένα κίνητρο να ήταν να διευθύνουν μια διάσημη φιλανθρωπική οργάνωση. Αν ο κόσμος πίστευε ότι η Μέγκαν είχε έναν απειλητικό για τη ζωή όγκο στον εγκέφαλο, θα βοηθούσε το Believe in Magic να προσεγγίσει και να βοηθήσει περισσότερα παιδιά. Σε μια εκδήλωση του Believe in Magic στον Πύργο του Λονδίνου, ένας πρώην φίλος θυμάται την Τζιν να λέει:

«Όσο πιο άρρωστη είναι η Μεγκ, τόσο περισσότερη προσοχή τραβάμε, τόσο περισσότερα χρήματα βγάζουμε».

Ο καθηγητής Φέλντμαν λέει ότι έχει εντοπίσει μια νέα τάση: οι άνθρωποι προσποιούνται πως είναι άρρωστοι για να προσεγγίσουν διασημότητες. Μια σοβαρή πάθηση, λέει,  «επιτρέπει σε κάποιον να ξεχωρίσει από το πλήθος των ανθρώπων που είναι ερωτευμένοι με αυτή τη διασημότητα».

Η αδερφή της Μέγκαν, Κέιτ, πιστεύει ότι ο όγκος στον εγκέφαλο και το Believe in Magic οφείλονταν εν μέρει στην επιθυμία της ίδιας της μητέρας τους να κάνει παρέα με διασημότητες. Μετά από επανειλημμένα tweet προς τα μέλη των One Direction, το συγκρότημα έγινε υποστηρικτής της φιλανθρωπικής οργάνωσης, επιτρέποντας στη Μέγκαν και τη Τζιν να συναντήσουν τους νεαρούς σταρ.

Η κατάληξη

Το 2017, έναν χρόνο πριν από τον θάνατο της Μέγκαν και έπειτα από τις πληροφορίες που είχε συγκεντρώσει η Τζο, ξεκίνησε έρευνα από την Επιτροπή για τους Φιλανθρωπικούς Οργανισμούς για το Believe in Magic. Οι ειδικοί ανακάλυψαν πως δωρεές με πάνω από 100.000 λίρες είχαν μεταφερθεί στον προσωπικό λογαριασμό της Τζιν. Το 2020 η φιλανθρωπική οργάνωση έκλεισε και η Τζιν συμφώνησε να μην συμμετέχει ξανά ως υπεύθυνη σε κάποιον φιλανθρωπικό οργανισμό για τα επόμενα πέντε χρόνια.

Λίγους μήνες μετά το κλείσιμο του Believe in Magic, η Τζιν εξαφανίστηκε από τα φώτα της δημοσιότητας και μετακόμισε στη Γαλλία, από όπου επέστρεψε στην Αγγλία το 2023.

Αυτό, όμως, δεν ήταν το τέλος της ιστορίας. Το 2022 το Συμβούλιο του Κίνγκστον, όπου ζούσε η Μέγκαν, εξέδωσε μία αναφορά σχετικά με υποθέσεις στις οποίες οι αρχές απέτυχαν να τις φέρουν εις πέρας. Στις αναφορές αυτές που συνηθίζονται στην Αγγλία τα ονόματα των συμμετεχόντων είναι πάντα αλλαγμένα, αλλά όπως αναφέρουν στο ρεπορτάζ τους στο BBC οι Jamie Bartlett και Ruth Mayer, δεν υπάρχει αμφιβολία πως όλη η αναφορά αφορά την υπόθεση της Μέγκαν.

Η αναφορά καταλήγει: «Παρόλο που δεν υπάρχει επίσημη διάγνωση FII (Προκαλούμενη ή Επαγόμενη ασθένεια) σε αυτή την περίπτωση, η παρουσίαση και το συμπέρασμα του ιατροδικαστή οδηγούν όλους τους εμπλεκόμενους να πιστεύουν ότι ήταν πιθανό να ήταν κάτι τέτοιο».

Η έρευνα δεν υποδηλώνει ότι το FII μπορεί να προκάλεσε τον θάνατο της Μέγκαν. Παραθέτει ως αιτία θανάτου αυτή που αναφέρεται στο πόρισμα του ιατροδικαστή, την καρδιακή αρρυθμία εξαιτίας της ασθένειας του λιπώδους ήπατος. Ωστόσο τονίζει ότι ένα πιθανό FII σίγουρα αγνοήθηκε στην υπόθεση του κοριτσιού.

Το FII αναγνωρίζεται ως κάτι που μπορεί να συμβεί στα παιδιά, επειδή οι γονείς είναι αυτοί που συντονίζουν τα ιατρικά τους ραντεβού και είναι υπεύθυνοι για να δώσουν συναίνεση για θεραπείες. Υπάρχει πολύ λιγότερη κατανόηση για το πώς μπορεί να συμβεί και σε ευάλωτους ενήλικες. Επειδή η Μέγκαν ήταν ενήλικη για μεγάλο μέρος αυτής της ιστορίας, οι γιατροί και οι κοινωνικοί λειτουργοί δεν είχαν την εκπαίδευση και τα εργαλεία για να αναγνωρίσουν την κατάστασή της ως περίπτωση FII, ενώ ήταν ακόμα ζωντανή.

Οι δημοσιογράφοι του BBC προσέγγισαν την Τζιν για να σχολιάσει τα ευρήματα της αναφοράς του Κίνγκστον. Αρκέστηκε μόνο να απαντήσει:

«Αγαπούσα και νοιαζόμουν για την κόρη μου. Το να λέγεται ότι μπορεί να της είχα κάνει κακό με οποιονδήποτε τρόπο είναι απολύτως αηδιαστικό».

Αν και η επανεξέταση της υπόθεσης που έγινε από το Συμβούλιο του Κίνγκστον ήρθε πολύ αργά για τη Μέγκαν, υποστηρίζει η εμπειρογνώμονας, δρ. Ντάνια Γκλάσερ, όμως θα μπορούσε να αλλάξει τον τρόπο κατανόησης και διαχείρισης παρόμοιων περιπτώσεων.

«Η αξιολόγηση του Κίνγκστον είναι εξαιρετικά σημαντική», εξήγησε. «Φέρνει στην προσοχή των ανθρώπων το γεγονός ότι το Σύνδρομο Μινχάουζεν δι’ αντιπροσώπου μπορεί να συνεχίσει μέχρι την ενηλικίωση».

Όσον αφορά τις αδερφές της Μέγκαν, καμία δεν έχει μιλήσει με τη μητέρα τους εδώ και πολλά χρόνια. Όπως λενε όταν προσπαθούσαν να μάθουν περισσότερα για την αδερφή τους και τη φιλανθρωπική τους οργάνωση τις «έκοψε» από τη ζωή της. Και οι δύο συμφώνησαν πως η αναφορά του Συμβουλίου του Κίνγκστον είναι μια θετική εξέλιξη και ότι μπορεί να αποτρέψει να γίνει κάτι παρόμοιο στο μέλλον: «Η Μέγκαν ήταν ένα θύμα. Ήταν καταδικασμένη γι’ αυτό».