Όταν η Βάσω Παπανδρέου έσπασε το πρωτόκολλο και αρνήθηκε να βάλει μαντίλα στο Ιράν



Μια πρωτοφανής κίνηση για τα δεδομένα του Ιράν

Το Ιράν «φλέγεται» το τελευταίο διάστημα από διαδηλώσεις κατά του θεοκρατικού καθεστώτος. Διαδηλώσεις που ξεκίνησαν κατά κύριο λόγο ως αντίδραση στον υψηλό πληθωρισμό και την κακή οικονομική κατάσταση έχουν πάρει πλέον μορφή χιονοστιβάδας κατά του θεοκρατικού καθεστώτος που κυβερνά τη χώρα εδώ και πάνω από τέσσερις δεκαετίες.

Στα χρόνια αυτά, στόχος του θεοκρατικού καθεστώτος ήταν κατά κύριο λόγο οι γυναίκες τα δικαιώματα των οποίων καταπατήθηκαν με κάθε τρόπο. Στο πλαίσιο αυτό ο Παναγιώτης Λούσκος, στέλεχος του ΠΑΣΟΚ τη δεκαετία του ’90, θυμήθηκε τη στιγμή που η Βάσω Παπανδρέου ως υπουργός Ανάπτυξης τόλμησε να διεκδικήσει και να εμφανιστεί στη χώρα χωρίς να ακολουθήσει τον ενδυματολογικό κώδικα για τις γυναίκες.

Συγκεκριμένα, το 1998 η Βάσω Παπανδρέου επισκέφτηκε το Ιράν ως υπουργός Ανάπτυξης. Ωστόσο οι διαπραγματεύσεις για το πώς θα εμφανιστεί η υπουργός κατά την επίσκεψή της στη χώρα κράτησαν περίπου 15 ημέρες. Η Βάσω Παπανδρέου είχε θέσει βέτο να μην εμφανιστεί με μαντίλα, όπως επιβαλλόταν στις γυναίκες, καθώς η ίδια ήταν υπέρμαχος των γυναικείων δικαιωμάτων.

Ο Παναγιώτης Λούσκος ήταν τότε μέλος της αποστολής της ελληνικής κυβέρνησης και με ανάρτησή του αναφέρθηκε στην απόφαση της Βάσως Παπανδρέου να σπάσει το πρωτόκολλο, αλλά και τις συγκινητικές στιγμές που βίωσαν λίγο πριν μπουν στο αεροπλάνο της επιστροφής, όταν Ιρανές - που ανήκαν στους Φρουρούς της Επανάστασης- την πλησίασαν και πέταξαν με τη σειρά τους και τις δικές τους μαντίλες.


Η ανάρτησή του:

«Υπάρχουν φωτογραφίες που δεν απαθανατίζουν απλώς ένα στιγμιότυπο∙ αφηγούνται ιστορία.

Μια τέτοια φωτογραφία είναι κι εκείνη που τραβήχτηκε πριν από 27 χρόνια, όταν η ΜΕΓΑΛΗ ΚΥΡΙΑ της Δημοκρατικής Παράταξης μού εμπιστεύθηκε την τιμή –και το βάρος– να οργανώσω την επίσημη επίσκεψή της, ως Υπουργού Ανάπτυξης, στο Ιράν.

Τότε κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι ο πυρήνας της επίσκεψης δεν θα ήταν ούτε οι συμφωνίες ούτε τα διπλωματικά πρωτόκολλα, αλλά μια πράξη συμβολισμού.

Η βαθιά, αξιοπρεπής, αδιαπραγμάτευτη άρνηση της Βάσως Παπανδρέου να εισέλθει στη χώρα φορώντας μπούρκα.

Οι διαπραγματεύσεις με το Υπουργείο Εξωτερικών του Ιράν και την Πρεσβεία στην Αθήνα κράτησαν πάνω από έναν μήνα—μια συνεχής υπενθύμιση ότι η αξιοπρέπεια συχνά κοστίζει.

Όμως η θέση της κ. Παπανδρέου ήταν ξεκάθαρη: ή θα γινόταν σεβαστή η προσωπικότητα και η ιδιότητα της γυναίκας-υπουργού ή δεν θα υπήρχε επίσκεψη.

Και συνέβη κάτι που ελάχιστοι περίμεναν: το καθεστώς έκανε ένα βήμα πίσω.

Επέτρεψε –για πρώτη φορά– σε γυναίκα επίσημη να εισέλθει στη χώρα όχι με μπούρκα, αλλά με το χαρακτηριστικό καπέλο που φαίνεται στις φωτογραφίες.

Η ελληνική αντιπροσωπεία απαρτιζόταν από δέκα άντρες και τρεις γυναίκες. Οι δύο από τις τρεις, ωστόσο, όφειλαν να υπακούσουν στους αυστηρούς κανόνες ένδυσης που επέβαλλε η Ισλαμική Δημοκρατία.

Το ταξίδι έγινε με το πρωθυπουργικό αεροσκάφος, με κάθε διπλωματική λεπτομέρεια να τηρείται.

Κι όμως, αυτό που χαράχτηκε στη μνήμη μας δεν ήταν ούτε οι επίσημες συνομιλίες ούτε οι τελετές.

Ήταν η στιγμή της άφιξης.

Πριν καν πατήσουμε ιρανικό έδαφος, τέσσερις φρουροί της Επανάστασης μάς περίμεναν με τα πρόσωπά τους καλυμμένα, με βαρύ οπλισμό, με προτεταμένα καλάσνικοφ. Έλεγξαν εξονυχιστικά την ενδυμασία των γυναικών της αποστολής, χωρίς ούτε ένα βλέμμα να ξεφεύγει από το πρωτόκολλο.

Για δέκα ολόκληρες μέρες, αυτοί οι τέσσερις σιωπηλοί «φύλακες» μάς ακολουθούσαν, μέρα και νύχτα, με την ίδια ακριβώς επιβλητική, σχεδόν τρομακτική παρουσία.

Τίποτα στο βλέμμα τους –ή σε αυτό που μας άφηναν να δούμε– δεν μαρτυρούσε την παραμικρή ανθρώπινη διάσταση.

Ώσπου ήρθε η στιγμή της αναχώρησης.

Μόλις ανεβήκαμε στο αεροπλάνο, την ώρα που πλέον δεν πατούσαμε ιρανικό έδαφος, συνέβη κάτι που κανείς μας δεν θα ξεχάσει ποτέ.

Οι φρουροί της Επανάστασης άφησαν τα όπλα τους.

Έβγαλαν τις μάσκες και τις κουκούλες που έκρυβαν τα πρόσωπά τους.

Και τότε είδαμε την αλήθεια: ήταν ΓΥΝΑΙΚΕΣ.

Δέκα ολόκληρες ημέρες δίπλα μας –και δεν είχαμε αντιληφθεί ούτε ένα σημάδι.

Αυτό που ακολούθησε ήταν συγκλονιστικό.

Οι γυναίκες-φρουροί αγκάλιασαν τη Βάσω Παπανδρέου, δάκρυζαν και, σε άπταιστα αγγλικά, της εξηγούσαν τι σήμαινε για τις ίδιες το θάρρος της, η στάση της, η εικόνα της που μεταδόθηκε από τα τοπικά δίκτυα.

Ένα βλέμμα ελευθερίας μέσα στη σιωπή. Μια υπόσχεση ότι ακόμη και το πιο αυστηρό καθεστώς δεν μπορεί να φυλακίσει την ελπίδα.

Δακρύσαμε όλοι.

Ένα κομμάτι μας άλλαξε για πάντα εκείνη τη μέρα.

Γιατί τότε αρχίσαμε να καταλαβαίνουμε, όχι θεωρητικά αλλά βαθιά, τι επεφύλασσε –και τι εξακολουθεί να επιφυλάσσει– το καθεστώς στις γυναίκες.

Και γι’ αυτό αξίζει να θυμόμαστε ότι η χώρα μας διέθετε προσωπικότητες που ξεπερνούσαν τα όρια της πολιτικής· προσωπικότητες όπως η ΚΥΡΙΑ ΒΑΣΩ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ, που άφηνε πίσω της όχι απλώς έργο, αλλά φως».