Η μαζική φύτευση δέντρων, για να αναχαιτιστεί η έρημος Γκόμπι, αρχικά είχε εντυπωσιακά αποτελέσματα. Μακροπρόθεσμα όμως οι αναλύσεις έδειξαν ένα σοβαρό πρόβλημα
Εμπνευσμένη
από το παρελθόν και το «Σινικό Τείχος» η Κίνα επιχείρησε να σταματήσει την
επέκταση της ερήμου Γκόμπι που είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση των καλλιεργήσιμων
εκτάσεων.
Για να
αντιμετωπίσει το φαινόμενο, το Πεκίνο προχώρησε σε ένα από τα μεγαλύτερα
προγράμματα αναδάσωσης στην ιστορία, δημιουργώντας «Μεγάλο Πράσινο Τείχος». Πρόκειται
για ένα τεράστιο δασικό τόξο με στόχο να συγκρατεί την άμμο και, ταυτόχρονα, να
συμβάλλει στη μείωση του διοξειδίου του άνθρακα στην ατμόσφαιρα.
Τα πρώτα
χρόνια το «Πράσινο Τείχος» απέφερε εντυπωσιακά αποτελέσματα. Δορυφορικές
εικόνες και επίσημες εκθέσεις κατέγραψαν επιβράδυνση της εξάπλωσης της ερήμου
σε αρκετά μέτωπα, ενώ εκτάσεις που μέχρι πρότινος ήταν άγονες άρχισαν να
πρασινίζουν. Η Κίνα παρουσίασε το εγχείρημα ως πρότυπο για την αντιμετώπιση της
ερημοποίησης και της κλιματικής αλλαγής.
Κάτω όμως από
την πράσινη εικόνα οι επιστημονικές αναλύσεις εντόπισαν ένα σοβαρό θέμα. Σε
πολλές περιοχές φυτεύτηκαν ταχέως αναπτυσσόμενα, μη γηγενή είδη, επιλεγμένα
κυρίως για την ταχύτητα με την οποία κάλυπταν μεγάλες εκτάσεις και όχι για την
προσαρμογή τους στο τοπικό οικοσύστημα. Τα δέντρα αυτά αποδείχθηκαν εξαιρετικά
υδροβόρα, καθως μέσω της εξατμισοδιαπνοής (η συνολική ποσότητα νερού που
μεταφέρεται στην ατμόσφαιρα μέσω της εξάτμισης από το έδαφος), αντλούν μεγάλες
ποσότητες νερού από το έδαφος και τους υπόγειους υδροφορείς και τις επιστρέφουν
στην ατμόσφαιρα.
Στην πράξη,
το νέο δάσος άρχισε να ανταγωνίζεται άμεσα τη γεωργία και τις ανθρώπινες
ανάγκες για το πολύτιμο νερό.
Συγκεκριμένα,
σύμφωνα με μελέτες που δημοσιεύθηκαν σε επιστημονικά περιοδικά όπως το Earth’s Future, την περίοδο 2001–2020 περιοχές της
ανατολικής και βορειοδυτικής Κίνας κατέγραψαν μείωση των διαθέσιμων γλυκών
υδάτων, την ώρα που άλλες, όπως το Θιβετιανό Οροπέδιο, εμφάνισαν αύξηση. Με
άλλα λόγια, η μαζική αναδάσωση δεν άλλαξε μόνο το τοπίο, αλλά επενέβη στον
υδρολογικό κύκλο, ανακατανέμοντας το νερό.
Τα δέντρα,
με το βαθύ ριζικό τους σύστημα, αντλούν νερό από χαμηλότερα στρώματα του
εδάφους, το διοχετεύουν στην ατμόσφαιρα και συμβάλλουν στη μετατόπιση των
βροχοπτώσεων. Το αποτέλεσμα ήταν ένα απροσδόκητο παράδοξο: το δάσος συγκράτησε
την έρημο, αλλά ταυτόχρονα αποξήρανε εδάφη και υδροφορείς από τους οποίους
εξαρτώνταν τοπικές κοινωνίες.
Στον
αντίποδα, στην αφρικανική ήπειρο, η Μεγάλη Πράσινη Ζώνη της Αφρικής
επανασχεδιάστηκε με διαφορετική φιλοσοφία. Αντί για εκτεταμένες
μονοκαλλιέργειες, επιλέχθηκαν μωσαϊκά αποκατάστασης, προσαρμοσμένα είδη και
κεντρικός ρόλος των τοπικών κοινοτήτων, με στόχο την ταυτόχρονη ανάκτηση
εδαφών, υδάτων και εισοδήματος.
Η σύγκριση
των δύο εγχειρημάτων αναδεικνύει ότι η αναδάσωση δεν είναι απλώς υπόθεση
«φύτευσης δέντρων». Όπως δείχνει το κινεζικό παράδειγμα, ένα δάσος χωρίς σωστό
σχεδιασμό μπορεί να επιδεινώσει την κρίση νερού αντί να τη λύσει. Το συμπέρασμα
είναι σαφές: Δεν αρκεί να γεμίσει ο χάρτης με πράσινο, αν αυτό το πράσινο
διαταράσσει την υδατική ισορροπία μιας ολόκληρης περιοχής. Χρειάζεται οργανωμένο
σχέδιο και μελέτη πολλών παραγόντων ώστε ένα «Πράσινο Τείχος» να επιτελεί τον
σκοπό του.
