Η ιστορία του Ρόμπερτ Μόντσλεϊ. Κακοποιήθηκε άγρια ως παιδί και εκδικήθηκε σκοτώνοντας παιδόφιλους και καταδικασμένους για σεξουαλικά εγκλήματα. Ήταν τόσο μεγάλη η μανία του που πέρασε δεκαετίες σε συνθήκες απομόνωσης
«Αν είχα σκοτώσει
τους γονείς μου κανείς από αυτούς τους ανθρώπους δεν θα είχε πεθάνει» υποστηρίζει
ο Ρόμπερτ Μόντσλεϊ. Ο γνωστός ως «Hannibal the Cannibal» δολοφόνησε τέσσερα άτομα γιατί, όπως
ο ίδιος λέει, έψαχνε εκδίκηση για όσα βίωσε στην παιδική του ηλικία.
Θύμα
συστηματικής κακοποίησης
Ο Μόντσλεϊ
γεννήθηκε το 1953 στο Λίβερπουλ και είχε 11 αδέλφια. Είναι αποδεδειγμένο ότι ο
πατέρας του τον κακοποιούσε άγρια. «Το μόνο που θυμάμαι από την παιδική μου ηλικία
ήταν το ξύλο. Κάποτε με έκλεισε σε ένα δωμάτιο για έξι μήνες. Ο πατέρας μου
ερχόταν μόνο για να με χτυπήσει, ακόμα και έξι φορές την ημέρα. Με χτυπούσε με
ραβδιά και σίδερα. Κάποτε έσπασε ένα αεροβόλο στην πλάτη μου» θα πει.
Ο ίδιος υποστηρίζει
ότι η κακοποίηση δεν περιελάβανε μόνο ξυλοδαρμούς και τιμωρίες. «Με βίαζε κι
αυτό με σημάδεψε για πάντα» θα πει.
Μετά από
καταγγελίες επενέβησαν οι κοινωνικές υπηρεσίες και ο Μόντσλεϊ, μαζί με τρία από
τα αδέλφια του, μεταφέρθηκε σε καθολικό ορφανοτροφείο. Επέστρεψε στην
οικογένεια όταν ήταν πλέον οκτώ ετών και η κακοποίηση συνεχίστηκε.
Αφού έκανε αρκετές απόπειρες αυτοκτονίας απευθύνθηκε σε ψυχίατρο. Υποστήριξε ότι ακούει φωνές που του λένε να
δολοφονήσει τους γονείς του.
Τα
εγκλήματα
Στις αρχές
του 1970 ο Μόντσλεϊ άρχιζε να εκδίδεται. Στις 14 Μαρτίου 1974 συνάντησε, στο Γουντ
Γκριν του Λονδίνου, τον 30χρονο Τζον
Φαρέλ ο οποίος τον είχε πληρώσει για σεξ. Ο Φαρέλ του έδειξε φωτογραφίες
παιδιών που είχε κακοποιήσει και ο Μόντσλεϊ τον σκότωσε στραγγαλίζοντας τον με
σχοινί. Στη συνέχεια παραδόθηκε στις αρχές λέγοντας ότι χρειάζεται ψυχιατρική
βοήθεια. Κρίθηκε ακατάλληλος για δίκη και τον μετέφεραν στο νοσοκομείο
Μπρόουντμουρ.
Στις 25
Φεβρουαρίου 1977 ο Μόντσλεϊ μαζί με έναν άλλο τρόφιμο του ψυχιατρείου, τον
Ντέιβιντ Τσίζμαν, κλειδώθηκαν σε ένα κελί μαζί με έναν ακόμα άντρα. Ήταν ο 26χρονος Ντέιβιντ Φράνσις, καταδικασμένος για κακοποίηση παιδιών.
Μόντσλεϊ και
Τσίζμαν τον βασάνισαν για εννέα ώρες πριν τελικά τον σκοτώσουν. Για το έγκλημα ο
Μόντσλεϊ καταδικάστηκε σε ισόβια. Θα υποστηρίξει ότι σκότωσαν τον Φράνσις γιατί
είχε κακοποιήσει σεξουαλικά έναν φίλο τους στην ψυχιατρική κλινική.
Στις 29
Ιουλίου του 1978 ο Μόντσλεϊ σκότωσε, μέσα σε μια μέρα, δύο συγκρατούμενους του
στη φυλακή Γουέκφιλντ. Το πρώτο του θύμα ήταν ο 46χρονος Σέιλνεϊ Ντάργουντ που
είχε καταδικαστεί για τη δολοφονία της συζύγου του και σεξουαλική κακοποίηση. Ο Ντάργουρντ δίδασκε γαλλικά στον Μοντσλεϊ. Τον κάλεσε στο κελί του, με το πρόσχημα
ότι θέλει κάτι να τον ρωτήσει, και τον μαχαίρωσε επανειλημμένα. Στη συνέχεια έκρυψε
το πτώμα κάτω από το κρεβάτι του κι επιχείρησε να πείσει κι άλλους κρατουμένους
να έρθουν στο κελί του. Δεν τα κατάφερε.
Τελικά πήγε
στο κελί του 56χρονου Γουίλιαμ Ρόμπερτες, ο οποίος είχε καταδικαστεί για τον στραγγαλισμό
ενός 4χρονου κοριτσιού με σκοπό να τη βιάσει. Τον βρήκε στο κρεβάτι του και τον
μαχαίρωσε στο κεφάλι. Πριν τη δολοφονία δεν τον είχε συναντήσει ξανά.
Αφού σκότωσε
δύο άτομα πήγε στο γραφείο του δεσμοφύλακα, άφησε το μαχαίρι στο τραπέζι και
του είπε: «Στην επόμενη κλήση θα σου λείπουν δύο άτομα».
Ο ίδιος ο
Μόντσλει θα αποκαλύψει ότι στόχος του εκείνη την ημέρα ήταν να σκοτώσει επτά
άτομα. «Τα θύματα μου ήταν βιαστές, παιδόφιλοι ή είχαν κάνει σεξουαλικά
εγκλήματα. Για αυτούς τους ανθρώπους είμαι απειλή» θα δηλώσει.
Πολύ επικίνδυνος ακόμα και για τη φυλακή
Έχοντας
διαπράξει πλέον τέσσερις δολοφονίες ο Μόντσλεϊ κρίθηκε ιδιαίτερα επικίνδυνος
για να κρατείται σε ένα κανονικό κελί και να συγχρωτίζεται με τους υπόλοιπους
κρατουμένους. Δημιουργήθηκε ένας ειδικός χώρος απομόνωσης στο υπόγειο της φυλακής
Γουέικφιλντ και τον μετέφεραν εκεί. Όταν έπρεπε να βγει από το κελί τον
συνόδευαν τουλάχιστον τέσσερις δεσμοφύλακες.
Για χρόνια ο
Μόντσλεϊ αποδέχθηκε αυτές τις συνθήκες κράτησης τονίζοντας ότι έχει ακόμα την
έντονη τάση να σκοτώσει άτομα που έχουν καταδικαστεί για παιδοφιλία και σεξουαλικά
εγκλήματα. Έτσι απέκτησε τον «τίτλο» του ανθρώπου που έχει περάσει το
μεγαλύτερο διάστημα σε απομόνωση φυλακής. Σύμφωνα με κάποιες αναφορές έχει
ξεπεράσει τις 17.000 μέρες.
Το 2000
ζήτησε να χαλαρώσουν οι συνθήκες κράτησης του ή να του δώσουν μια κάψουλα
κυανίου για να αυτοκτονήσουν. Τρία χρόνια μετά μεταφέρθηκε σε μια νέα μονάδα υψίστης
ασφαλείας και του δόθηκε το δικαίωμα να βγαίνει από το κελί μια ώρα την ημέρα για
να γυμνάζεται.
Τον Μάρτιο
του 2025 ξεκίνησε απεργία πείνας γιατί κατασχέθηκαν προσωπικά του αντικείμενα όπως
μια κονσόλα βιντεοπαιχνιδιών, βιβλίο κι ένα μικρό ηχοσύστημα που είχε στο κελί.
Τελικά τον Απρίλιο του 2025 μεταφέρθηκε σε μια νέα πτέρυγα. Σήμερα είναι 72 ετών
κι αναμένεται να περάσει το υπόλοιπο της ζωής του στη φυλακή. Τα τελευταία
χρόνια διατηρεί σχέση με την 71χρονη Λοβέινια Γκρέις ΜακΚίνεϊ. Επικοινωνούν
κυρίως δια αλληλογραφίας καθώς δεν υπάρχει δυνατότητα συχνών επισκέψεων.
Ο μύθος
του κανίβαλου
Μετά τον
πρώτο του έγκλημα ο Τύπος αποκαλούσε τον Μόντσλεϊ «Hannibal the Cannibal» η «Brain Eater». Μια φήμη τον ήθελε να έχει φάει,
με κουτάλι, μέρος του εγκεφάλου του πρώτου του θύματος. Όπως αποδείχθηκε κι από
τη νεκροτομή δεν είχε συμβεί κάτι τέτοιο. Τον μύθο του κανίβαλου δημιούργησε ο
Τύπος βασισμένος σε κάποια ψευδή μαρτυρία.

