Τσερνόμπιλ: Πόσο επηρέασε την Ελλάδα το ραδιενεργό νέφος;


Ένας καθηγητής δίνει απαντήσεις. Πόσο μεγάλος ήταν ο κίνδυνος, αντιμετωπίσαμε σωστά την απειλή, είναι πιθανό σήμερα να ζήσουμε ένα νέο Τσερνόμπιλ;

Την Άνοιξη του 1986 (και) η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με έναν αόρατο εχθρό. Το νέφος από το πυρηνικό δυστύχημα του Τσερνόμπιλ έφτασε στην χώρα μας στις 5 Μαΐου και η ασύμμετρη αυτή απειλή αντιμετωπίστηκε με δύο τρόπους. Υπήρξαν εκείνοι που πανικοβλήθηκαν αλλά κι αυτοί που, αμήχανοι μπροστά σε έναν εχθρό που δεν καταλάβαιναν ούτε έβλεπαν, αδιαφόρησαν.

Αυτή ήταν και η εικόνα στα ελληνικά ΜΜΕ. Τρομολαγνεία από τη μια και υποβάθμιση από την άλλη (αξέχαστο το πρωτοσέλιδο του Ριζοσπάστη με αντισοβιετικού νέφους).

Οι πρώτες επίσημες οδηγίες ήταν «μην πίνετε νερό από πηγές, να πλένετε καλά τα φρούτα και τα λαχανικά κι αποφύγετέ τα γαλακτοκομικά». Την ίδια ώρα η ζωή συνεχίστηκε κανονικά. Όχι όμως για όλους. Μέσα σε έναν χρόνο στην Ελλάδα καταγράφηκαν χιλιάδες εκτρώσεις (1.500, έως και 2.500), υπό τον φόβο τερατογενέσεων, λόγω της ακτινοβολίας.

Πόσο σοβαρή ήταν η κατάσταση;

Κανείς δεν αμφισβητεί ότι το ραδιενεργό νέφος έφτασε κι έπληξε την χώρα μας. Ποιες όμως ήταν οι ακριβείς συνέπειες;

Στο Εργαστήριο Πυρηνικής Τεχνολογίας του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου (Αθήνα) φυλάσσονται έως σήμερα 1.500 δείγματα που συλλέχθηκαν από εδάφη της Ελλάδας από το 1986 έως το 1987 και 1.000 ακόμα που συλλέχθηκαν από το 1987 έως το 2007, τα οποία επιβεβαίωσαν ότι η ραδιενέργεια έπληξε την χώρα μας.

Ο Νικόλαος Πετρόπουλος, αναπληρωτής καθηγητής - Διευθυντής του Εργαστηρίου Πυρηνικής Τεχνολογίας, που υπάγεται στη Σχολή Μηχανολόγων Μηχανικών, μίλησε στο Orange Press Agency για το ραδιενεργό νέφος.

«Σαν πολίτες εκείνη την εποχή δεν δώσαμε στην αρχή κάποια σημασία. Διότι εγώ ως φοιτητής είχα μία τριβή με το αντικείμενο και θεωρήσαμε, όπως θεώρησαν και αρκετοί επιστήμονες, ότι δεν θα συμβεί κάτι που θα φτάσει στην Ελλάδα, ότι δεν θα γίνει αντιληπτό μάλλον στη χώρα μας το ατύχημα. Δηλαδή ότι δεν θα έχει κάποια οποιαδήποτε συνέπεια στη χώρα μας, δεν θα είναι μετρήσιμο δηλαδή. Αλλά τα πράγματα μας διέψευσαν και μας διέψευσαν και μέσα στο ίδιο το εργαστήριο, γιατί εκεί πέρα που το εργαστήριο μετρούσε μία καθημερινότητα που έδειχνε τρία, ξαφνικά βρέθηκε η καθημερινότητα να δείχνει 33» τόνισε.

Οι μετρήσεις έδειχναν ξεκάθαρα ότι συμβαίνει κάτι πολύ σοβαρό αλλά ο κ.Πετρόπουλος ξεκαθαρίζει πως τα νούμερα δεν δικαιολογούσαν τον τρόμο που διέσπειραν κάποιοι: «Μας έδωσαν ένα σύνθημα ότι κάτι παραπάνω από ό,τι υποπτευόμαστε συμβαίνει και ότι τα κατάλοιπα του ατυχήματος έχουν έρθει και στην Ελλάδα. Για να το ξεκαθαρίσουμε, εμείς το ξέραμε πάρα πολύ καλά από τότε, ότι ήρθαν μεν τα κατάλοιπα του ατυχήματος, όμως δεν έφτασαν σε ποσότητες οι οποίες είναι επικίνδυνες. Γιατί υπάρχουν πάρα πολλοί αστικοί μύθοι που μας λένε ότι τα κατάλοιπα του ατυχήματος του Τσερνόμπιλ που έφτασαν στην Ελλάδα ήταν βλαβερά, τρομερά, φοβερά, κάνανε καρκίνους και τα λοιπά. Αυτά, θα μου επιτρέψετε, δεν ισχύουν» προσθέτει.

«Σίγουρα ανθρώπινο λάθος το Τσερνόμπιλ»

Αναφορικά με το δυστύχημα και το πώς συνέβη, ο καθηγητής τονίζει: «Το ατύχημα στο Τσερνόμπιλ είναι σίγουρα ένα ανθρώπινο λάθος. Δεν σημαίνει ότι η τεχνολογία του αντιδραστήρα ήταν η τέλεια τεχνολογία. Ο αντιδραστήρας αυτός δέχεται πολλή κριτική για την τεχνολογία του. Όμως, παρόλο που αυτός ο αντιδραστήρας είχε ορισμένα μειονεκτήματα, οι τότε Σοβιετικοί επιστήμονες τα γνωρίζανε και αν τον λειτουργούσες αυτόν τον αντιδραστήρα σωστά και χωρίς να παραβιάζεις ορισμένους κανόνες, οι οποίοι ήταν ξεκάθαροι, θα συνέχιζαν να λειτουργούν. Όπως συνεχίζουν να λειτουργούν τέτοιοι αντιδραστήρες. Υπάρχουν ακόμα 9 ή 10 στον κόσμο που συνεχίζουν να λειτουργούν με αυτή την τεχνολογία, βελτιωμένη βέβαια, χωρίς πρόβλημα. Επομένως θα μπορούσε να μην συζητούσαμε καθόλου σήμερα για αυτό το ατύχημα, απλώς θα συνέχιζε τη ζωή του ο αντιδραστήρας και κάποια στιγμή θα έκλεινε όπως ήταν προγραμματισμένο να κλείσει»

Ο κ.Πετρόπουλος ξεκαθαρίζει πως για να φτάσουμε στο δυστύχημα χρειάστηκε μια σύνθετη αλυσίδα γεγονότων και αγνοήθηκαν πολλά σημάδια.

«Για να φτάσουμε σε ένα οποιοδήποτε ατύχημα τέτοιας κλίμακας, πρέπει να συντρέχουν πάρα πολλοί λόγοι. Και φτάσανε λοιπόν να συντρέξουν πάρα πολλοί λόγοι γιατί αγνοήσαμε τα προηγούμενα σημάδια που μας λένε ότι αυτά που πάμε να κάνουμε ήταν σε εκείνη την περίπτωση λάθος. Επομένως, μία, δύο, τρεις, πέντε, δέκα, το σύστημα τιμωρεί. Όπως θα τιμωρούσε σε οποιοδήποτε το τεχνολογικό μας αντικείμενο.

Δεν μπορεί να κάνεις ό,τι θέλεις σε μια πτήση. Ακόμα και με ένα παλιό αεροπλάνο, ή με ένα αεροπλάνο το οποίο δεν δουλεύει καλά, θα απογειωθεί, θα προσγειωθεί, αρκεί να είναι μέσα στα όρια ασφαλείας. Ο αντιδραστήρας αυτός ήταν μέσα στα όρια ασφαλείας. Το πρόβλημα μας είναι το πώς τον λειτουργείς» τόνισε.

Αναφορικά με τη διαχείριση μια τέτοιας κατάστασης ο κ. Πετρόπουλος εξηγεί πως οι γραφειοκρατικές αγκυλώσεις μπορούν να αποβούν μοιραίες, φέρνοντας ως παράδειγμα ακόμα και πιο σύγχρονα ατυχήματα.

«Από εκεί και πέρα έχουμε να κάνουμε πράγματα με το προσωπικό, αν είναι εκπαιδευμένο, αν προσπαθεί να ακούσει κάποιες νόρμες, κάποιες οδηγίες από πάνω που έρχονται από γραφειοκράτες. Αυτό το πράγμα μπορεί να δημιουργεί προβλήματα. Όπως έχει αποδειχθεί εξάλλου και στο ατύχημα της Φουκουσίμα, έγινε και γραφειοκρατικός χειρισμός εκτός από τεχνικός χειρισμός» επισημαίνει.

Ψυχροπολεμική δημοσιογραφική κάλυψη

Την εποχή του «Ψυχρού Πολέμου» το δυστύχημα αντιμετωπίστηκε και στην χώρα μας με αυτό το κριτήριο. «Το κλίμα πρέπει να αντιληφθείτε ότι είναι πάντοτε στην Ελλάδα πολιτικά φορτισμένο. Ας το πάρουμε ως εξής: Η κακή Σοβιετική Ένωση, από τη μία πλευρά, και βεβαίως η καλή Σοβιετική Ένωση, από την άλλη. Δηλαδή αν διαβάσουμε τον Ριζοσπάστη της εποχής (σ.σ.: το σχετικό πρωτοσέλιδο είχε τίτλο «Αντισοβιετικό νέφος»), λέει ‘τι μπούρδες λέμε’. Και αν διαβάσουμε την Απογευματινή της εποχής, γράφει ‘καταστροφή, ήρθαν οι εξωγήινοι' κ.λπ» προσθέτει χαμογελώντας ο καθηγητής.

«Δεν είχαμε τα μέσα να αποκαλύψουμε την πραγματική διάσταση της κατάστασης»

Η Ελλάδα βρέθηκε αντιμέτωπη με μια πρωτόγνωρη κατάσταση χωρίς να είναι προετοιμασμένη υλικοτεχνικά . Ο κ. Πετρόπουλος αναφέρει χαρακτηριστικά στο Orange Press Agency: «Σας είπα πως το εργαστήριό μας εκεί πέρα που μετρούσε εξωτερικά στον αέρα τρία και ξαφνικά μετράει 13, 33... σημαίνει ότι βλέπουμε μια σημαντική αύξηση. Αντίστοιχα εργαστήρια της Ελλάδας μετρήσανε και αυτά μια αντίστοιχη αύξηση. Καταλαβαίνετε όμως ότι η Ελλάδα της δεκαετίας του '80 δεν έχει τα μέσα της σημερινής Ελλάδας. Καταρχάς αυτό το εργαστήριο όπως το βλέπετε σήμερα δεν υπήρχε. Ήταν σε έναν άλλο χώρο, πολύ μικρότερο, με πολύ μικρότερες δυνατότητες. Το ίδιο συνέβαινε και στον Δημόκριτο, το ίδιο και σε άλλες υπηρεσίες. Οπότε δεν ήμαστε έτοιμοι να ερευνήσουμε αυτό το ατύχημα για να αποκαλύψουμε την πραγματική του έκταση, η οποία είναι μικρή –αναφέρομαι στην Ελλάδα πάντοτε. Το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθεί ένας κακός πανικός, να φέρνει ο καθένας το τυρί του στον Δημόκριτο, το γάλα του. Τι να σας κάνουν οι τότε υπεύθυνοι, με τα σχετικά τηλέφωνα ‘το γάλα μου, το χόρτο μου, το τυρί μου’».

Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, τέσσερις με οκτώ εβδομάδες μετά το ατύχημα του Τσερνόμπιλ, τα συγκεκριμένα εργαστήρια «βομβαρδίστηκαν» από πολίτες και εμπόρους και κλήθηκαν να αναλύσουν «εκατοντάδες, αν όχι χιλιάδες δείγματα τροφίμων, ιδιαίτερα γάλακτος και τυριών».

Μέσα σε αυτό το κλίμα αβεβαιότητας, η ακαδημαϊκή κοινότητα, παρά τα λιγοστά της μέσα, ανέλαβε δράση για να δώσει απαντήσεις. Ο τότε καθηγητής του ΕΜΠ, κ. Σιμόπουλος, ξεκίνησε μια τιτάνια προσπάθεια χαρτογράφησης της χώρας.

«Στο πλαίσιο της ακαδημαϊκής ελευθερίας, ο τότε καθηγητής μας, που δυστυχώς δεν είναι μαζί μας σήμερα, ο κ. Σιμόπουλος, ξεκίνησε να κάνει μια έρευνα να βρει σε ποιες περιοχές της Ελλάδος έχει πέσει υλικό από το Τσερνόμπιλ. Πήγε σε όλη την ηπειρωτική Ελλάδα και μέτρησε δείγματα εδάφους. Πήρε 1.500 δείγματα, τα οποία έφτασαν στο εργαστήριο. Από τον Σεπτέμβριο του 1986 εμείς είχαμε την αποτύπωση της χώρας» προσθέτει ο καθηγητής.

Πόσο μεγάλος ήταν ο κίνδυνος;

Σύμφωνα με τη Διεθνή Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας σχεδόν το 1% της Ελλάδας, 1.200 τετραγωνικά χιλιόμετρα, ρυπάνθηκαν από τη ραδιενέργεια του Τσερνόμπιλ.  Δείχνοντας τον χάρτη των μετρήσεων, ο κ. Πετρόπουλος εξηγεί: «Βλέπετε εδώ στην περιοχή των Αθηνών, όπου δημιουργήθηκε ο μεγαλύτερος πανικός, είναι το κίτρινο χρώμα, δηλαδή πολύ χαμηλό. Υπάρχουν οι περιοχές της Καρδίτσας και της Νάουσας, οι οποίες είναι κόκκινες. Κόκκινες δεν σημαίνει επικίνδυνος, σημαίνει ‘περισσότερο’. Λοιπόν, και σήμερα αν πάμε σε αυτές τις περιοχές, αλλά και στην Αθήνα αν πάμε, θα βρούμε ίχνη».

Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος του κινδύνου, ο καθηγητής συγκρίνει τη ραδιενέργεια του ατυχήματος με τη φυσική ακτινοβολία της ίδιας της Γης.

«Η φυσική ραδιενέργεια που έχει το περιβάλλον μας κάθε χρόνο μάς δίνει, ας πούμε, τέσσερις μονάδες. Στα 50 χρόνια -γιατί τα 50 χρόνια χρησιμοποιούμε στην επιστήμη- κάποιος θα πάρει 200 μονάδες. Ας υποθέσουμε τώρα ότι κάποιος ζει εκεί πέρα στην Καρδίτσα ή στη Νάουσα, στο ‘χειρότερο’ σημείο. Τρώει από εκεί, μένει εκεί, τα κάνει όλα από εκεί –που είναι το υπερβολικό σενάριο. Πόσες μονάδες θα πάρει στα 50 χρόνια από το Τσερνόμπιλ; Δέκα. Καμία διαφορά επομένως από τη φυσική ραδιενέργεια. Απλώς υπάρχουν αυτές οι δημοσιεύσεις που λένε ‘εκεί έχει περισσότερο’ και ο κόσμος νομίζει πως είναι καταστροφή. Δεν υπάρχει καμία καταστροφή» σημειώνει σε καθησυχαστικό τόνο.

Αντίθετα, η πραγματική τραγωδία για την Ελλάδα διαδραματίστηκε στα χειρουργεία. «Δεν υπήρχε τίποτα από όλα αυτά [σ.σ. τερατογενέσεις] και δυστυχώς το πλήρωσε η χώρα με πάρα πολλές εκτρώσεις, οι οποίες δεν έπρεπε να γίνουν σε καμία περίπτωση» προσθέτει.

Σύμφωνα με τον κ. Πετρόπουλο, η εμμονή πολλών με το Τσερνόμπιλ μάς αποπροσανατολίζει από τους καθημερινούς, απτούς κινδύνους της αγροτικής παραγωγής. «Σήμερα ασχολούμαστε με τους λαϊκούς μύθους της επίδρασης του Τσερνόμπιλ στην Ελλάδα, όταν στην πραγματικότητα έχουμε ξεκάνει τα προϊόντα μας από τα παράνομα ενισχυτικά, τα χημικά και τα παρασιτοκτόνα. Δυστυχώς η Ελλάδα είναι μια από τις χώρες που δεν παρουσιάζει ύφεση του καρκίνου στις αγροτικές περιοχές. Γιατί; Γιατί συνεχίζεται αυτή η κατάσταση».

Μπορεί σήμερα να συμβεί ένα νέο «Τσερνόμπιλ»;

Στο ερώτημα αν μπορεί να συμβεί ξανά ένα «Τσερνόμπιλ» ο καθηγητής (φωτό) ξεκαθαρίζει: «Σήμερα όχι. Η πυρηνική τεχνολογία εξελίσσεται και γίνεται συνεχώς ασφαλέστερη. Το κύριο συστατικό αυτού του ατυχήματος ήταν η πυρκαγιά. Ο αντιδραστήρας εκείνος είχε γραφίτη μέσα. Ο γραφίτης, άμα πάρει φωτιά, μετά δεν σβήνει. Αυτή η φωτιά δημιούργησε ένα νέφος που ανέβηκε σε πολύ μεγάλο υψόμετρο και κινήθηκε σε όλη την Ευρώπη. Σήμερα, όλοι οι αντιδραστήρες που συζητάμε δεν έχουν εύφλεκτα υλικά. Θα έχουν μόνο νερό. Λειτουργούν δηλαδή ως ‘κατσαρόλι’. Αν κάτι πάει λάθος, θα κάνει ένα ‘μπλουφ’ και θα μείνει εκεί. Θα κάνει μια έκρηξη θερμοδυναμική» και, όπως λέει, η ραδιενέργεια θα μείνει σε πολύ τοπικό επίπεδο, όπως έγινε και στην περίπτωση της Φουκουσίμα.