Ένας 15χρονος θάφτηκε από το τσουνάμι. 3.500 χρόνια μετά ίσως αποκαλύψει το μυστήριο του ηφαιστείου της Σαντορίνης
Η ανακάλυψη του σκελετού ενός 15χρονου μπορεί να δώσει απαντήσεις σε ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια γύρω από την έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης
Τα λείψανα ενός 15χρονου περίπου αγοριού παρέμεναν θαμμένα στον
αρχαιολογικό χώρο Τσεσμέ-Μπαγλαραρασί στα δυτικά παράλια της σημερινής Τουρκίας
για περίπου 3.500 χρόνια. Τώρα όμως ίσως μπορέσει να δώσει απαντήσεις για ένα μυστήριο
σχετικά με ένα από τα πιο καταστροφικά γεγονότα της αρχαιότητας: την έκρηξη του
ηφαιστείου της Σαντορίνης.
Ο έφηβος πιστεύεται ότι είναι θύμα ενός γιγαντιαίου τσουνάμι
που προκλήθηκε από την έκρηξη του ηφαιστείου και τα λείψανά του μπορεί τώρα να
δώσουν απάντηση σε ένα από τα μεγαλύτερα αρχαιολογικά αινίγματα της Μεσογείου:
πότε ακριβώς σημειώθηκε η έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης.
Η νέα χρονολόγηση των οστών του 15χρονου ή 16χρονου αγοριού
φέρνει την έκρηξη της Θήρας πολύ πιο κοντά χρονικά στην παρακμή του μινωικού
πολιτισμού και ενδέχεται να ανατρέψει όσα γνωρίζαμε μέχρι σήμερα για το πότε
ακριβώς συνέβη η καταστροφή.
Σύμφωνα με τους Times, οι νέες αναλύσεις τοποθετούν τον
θάνατο του εφήβου περίπου στο 1500 π.Χ. και, σε κάθε περίπτωση, όχι πριν από
τις τελευταίες δεκαετίες του 16ου αιώνα π.Χ. Εάν τα αποτελέσματα επιβεβαιωθούν,
θα μπορούσαν να μετακινήσουν σημαντικά τη χρονολόγηση της έκρηξης και να την
φέρουν πολύ πιο κοντά στην περίοδο, κατά την οποία άρχισε η μεγάλη παρακμή του
μινωικού κόσμου.
Μια από τις ισχυρότερες ηφαιστειακές εκρήξεις στην
ανθρώπινη ιστορία
Ο νεαρός που βρέθηκε στις ακτές της Μικράς Ασίας συνδέεται
με έναν τόπο περίπου 225 χιλιόμετρα μακριά: τη Σαντορίνη, ή αλλιώς Θήρα κατά
την αρχαιότητα. Εκεί βρισκόταν το Ακρωτήρι, ένας σημαντικός ναυτικός και
εμπορικός οικισμός με στενούς δεσμούς με τον μινωικό κόσμο της Κρήτης.
Στα μέσα της δεύτερης χιλιετίας π.Χ. ο οικισμός βρισκόταν σε
περίοδο μεγάλης ακμής και διέθετε υποδομές εντυπωσιακά προηγμένες για την
εποχή. Όπως αναφέρει η καθηγήτρια Μπέβερλι Γκούντμαν, από το Πανεπιστήμιο της
Χάιφα, στο ντοκιμαντέρ του National Geographic «Lost Treasures Of Ancient
Greece: Pompeii’s Lost Twin» (Οι θησαυροί της αρχαίας Ελλάδας: Η δίδυμη χαμένη πόλη
της Πομπηίας) το οποίο θα είναι διαθέσιμο στη χώρα μας στις 30 Αυγούστου, στο
Ακρωτήρι συναντώνται τεχνολογικά επιτεύγματα και ένα επίπεδο πολυπλοκότητας που
δεν είχαν ως τότε προηγούμενο. Από τις υδραυλικές εγκαταστάσεις μέχρι τις
περίτεχνες τοιχογραφίες, τα ευρήματα μαρτυρούν έναν εξαιρετικά ανεπτυγμένο
οικισμό της Εποχής του Χαλκού.
Ωστόσο, όλη αυτή η εξέλιξη έμελλε να διακοπεί απότομα.
Η τεράστια έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας θεωρείται μια από
τις ισχυρότερες ηφαιστειακές εκρήξεις που έχουν καταγραφεί στην ανθρώπινη
ιστορία. Σύμφωνα με τους Times, εκτιμάται ότι ήταν περίπου 100 φορές ισχυρότερη
από την έκρηξη του Βεζούβιου που έθαψε την Πομπηία χιλιάδες χρόνια μετά, το 79
μ.Χ.
Η έκρηξη άλλαξε άρδην τη μορφολογία της Σαντορίνης, η οποία
απέκτησε σε μεγάλο βαθμό τη μορφή με την οποία είναι γνωστή σήμερα, με τα νησιά
να αναπτύσσονται γύρω από την πλημμυρισμένη καλντέρα. Το Ακρωτήρι θάφτηκε κάτω
από παχύ στρώμα ηφαιστειακής τέφρας. Η εξαιρετική διατήρηση των κτιρίων του
οδήγησε αργότερα στον χαρακτηρισμό του ως «Πομπηία του Αιγαίου».
Υπάρχει, ωστόσο, μια εντυπωσιακή διαφορά ανάμεσα στις δύο
αρχαίες πόλεις που χτυπήθηκαν από ηφαίστειο. Σε αντίθεση με την Πομπηία, στο
Ακρωτήρι δεν είχαν βρεθεί ανθρώπινα λείψανα που να συνδέονται άμεσα με την
καταστροφή κι αυτό έκανε πολύ δύσκολο την ακριβή χρονολόγηση του γεγονότος.
Ωστόσο, οι συνέπειες της έκρηξης δεν περιορίστηκαν στη
Σαντορίνη. Η εισβολή τεράστιων ποσοτήτων ηφαιστειακού υλικού στη θάλασσα
προκάλεσε ισχυρά τσουνάμι, τα οποία εξαπλώθηκαν στο Αιγαίο και έπληξαν
παράκτιες περιοχές ακόμα και εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από το ηφαίστειο.
Ένα από τα σημεία στα οποία έφτασαν τα τσουνάμι ήταν το
Τσεσμέ-Μπαγλαραρασί, στη δυτική ακτή της Μικράς Ασίας εκεί όπου ζούσε ο
15χρονος έφηβος. Οι αρχαιολογικές έρευνες στην περιοχή έχουν αποκαλύψει στρώμα
ηφαιστειακής τέφρας που συνδέεται με την έκρηξη της Θήρας, αλλά και εκτεταμένα
ίχνη από τα τσουνάμι που ακολούθησαν.
«Μετά την έκρηξη της Σαντορίνης και το χτύπημα από τα
τσουνάμι, η ζωή σταμάτησε για πάντα σε αυτή την τοποθεσία» αναφέρει ο καθηγητής
Βασίφ Σάχογλου του Πανεπιστημίου της Άγκυρας.
Ο 15χρονος που δεν μπόρεσε να ξεφύγει
Από τις ανασκαφές στο Τσεσμέ-Μπαγλαραρασί ήρθε στο φως ο σκελετός
ενός αγοριού ηλικίας περίπου 15 ή 16 ετών. Ο τρόπος με τον οποίο βρέθηκε το
σώμα έδινε σχεδόν από μόνος του την αιτία θανάτου του: ο έφηβος βρισκόταν
ανάσκελα, κάτι που δεν συμβαδίζει με τις σκόπιμες ταφές της συγκεκριμένης
περιόδου, στις οποίες οι νεκροί τοποθετούνταν συνήθως στο πλάι.
Οι ερευνητές κατέληξαν ότι ο νεαρός δεν είχε ταφεί.
Αντίθετα, είχε παγιδευτεί και θαφτεί μέσα στα συντρίμμια όταν το τσουνάμι
σάρωσε τον οικισμό. Η επιστημονική έρευνα τον περιγράφει ως το πρώτο ανθρώπινο
θύμα που έχει εντοπιστεί μέσα σε αποθέσεις τσουνάμι άμεσα συνδεδεμένες με την
έκρηξη της Θήρας.
Η εξέταση των οστών αποκάλυψε παράλληλα μια ακόμη πιο
τραγική λεπτομέρεια. Ο έφηβος αντιμετώπιζε ήδη πριν από την καταστροφή πρόβλημα
στο γόνατο εξαιτίας του οποίου πιθανότατα αναγκαζόταν να κουτσαίνει. Έτσι, όταν
το τσουνάμι έφτασε στην ακτή αυτή ακριβώς η κινητική του δυσκολία πιθανόν
αποδείχθηκε μοιραία καθώς τον εμπόδισε να απομακρυνθεί γρήγορα προς κάποιο ψηλότερο
σημείο.
«Αυτό το άτομο δεν μπορούσε να τρέξει για να ξεφύγει από το τσουνάμι»,
αναφέρει ο καθηγητής Γιλμάζ Σελίμ Ερντάλ του Πανεπιστημίου Hacettepe στην Άγκυρα.
Οι επιστήμονες εκτιμούν επίσης ότι την ώρα της καταστροφής ο νεαρός υπέστη επιπλέον
κάταγμα στο μηριαίο οστό και βαθιά τραύματα.
Απαντώντας σε ένα κρίσιμο ερώτημα
Το κρίσιμο στοιχείο ωστόσο το έδειξε η ραδιοχρονολόγηση των λειψάνων
του. Σύμφωνα με τα νέα δεδομένα που παρουσιάζεται στη νέα έρευνα, ο θάνατος του
εφήβου τοποθετείται περίπου στο 1500 π.Χ. και σε κάθε περίπτωση όχι πριν από
τις τελευταίες δεκαετίες του 16ου αιώνα π.Χ.
Το αποτέλεσμα της ραδιοχρονολόγησης είναι εξαιρετικά κρίσιμο
καθώς η ακριβής χρονολόγηση της έκρηξης αποτελεί αντικείμενο επιστημονικής
διαμάχης εδώ και δεκαετίες.
Ως τώρα, αναλύσεις οργανικών υλικών, όπως απανθρακωμένου
ξύλου που βρέθηκε μέσα σε στρώματα ηφαιστειακής τέφρας, έχουν οδηγήσει αρκετούς
επιστήμονες στην εκτίμηση ότι η έκρηξη συνέβη περίπου στο 1600 π.Χ. Άλλα
αρχαιολογικά και ιστορικά στοιχεία, ωστόσο, δείχνουν προς μεταγενέστερες
ημερομηνίες.
Στοιχεία για τη χρονολόγηση θεωρούν ορισμένοι αρχαιολόγοι
ότι δίνει και ένα αρχαίο αιγυπτιακό κείμενο. Πρόκειται για την περίφημη «Στήλη
της Καταιγίδας», η οποία χρονολογείται περίπου στο 1550 π.Χ. και περιγράφει μια
μεγάλη και καταστροφική καταιγίδα. Ορισμένοι ερευνητές έχουν προτείνει ότι το
ακραίο γεγονός που περιγράφεται στη στήλη θα μπορούσε να σχετίζεται με τις
ευρύτερες επιπτώσεις της έκρηξης της Θήρας.
Όσον αφορά τη σχέση της έκρηξης με την παρακμή του μινωικού
πολιτισμού, το πρόβλημα για τους επιστήμονες ήταν μέχρι σήμερα το χρονικό
χάσμα. Τόσο η χρονολόγηση της έκρηξης γύρω στο 1600 π.Χ. όσο και η ημερομηνία
της αιγυπτιακής στήλης προηγούνται σημαντικά της μεγάλης παρακμής του μινωικού
πολιτισμού, η οποία αρχίζει περίπου το 1450 π.Χ., και γι’ αυτό πολλοί είχαν αποσυνδέσει
τα δύο γεγονότα.
Εάν όμως ο θάνατος του αγοριού και, κατά συνέπεια, το
τσουνάμι τοποθετούνται γύρω στο 1500 π.Χ., το χάσμα αυτό περιορίζεται αισθητά.
Οι επιστήμονες θεωρούν ότι το συγκεκριμένο εύρημα έχει ένα
σημαντικό πλεονέκτημα έναντι άλλων υλικών που έχουν χρησιμοποιηθεί για τη
χρονολόγηση. Κάρβουνο, ξύλο, σπόροι και άλλα οργανικά κατάλοιπα μπορεί να
προϋπήρχαν για κάποιο χρονικό διάστημα πριν καλυφθούν από τα υλικά μιας
καταστροφής.
Όμως, στην περίπτωση του εφήβου, οι ερευνητές θεωρούν ότι
έχουν μπροστά τους έναν άνθρωπο που σκοτώθηκε άμεσα από το ίδιο το καταστροφικό
γεγονός που επιχειρούν να χρονολογήσουν και γι’ αυτό το αποτέλεσμα της ραδιοχρονολόγησης
είναι πιο ασφαλές.
Έτσι, τα οστά του θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως ένας
εξαιρετικά σημαντικός χρονικός δείκτης, παρακάμπτοντας ορισμένες από τις
αβεβαιότητες που συνοδεύουν τη χρονολόγηση άλλων οργανικών υλικών.
Πάντως ακόμα κι έτσι δεν έχει δοθεί οριστική απάντηση στο
μυστήριο. Η νέα επιστημονική εργασία έχει υποβληθεί για αξιολόγηση από
ομότιμους καθηγητές και επομένως τα συμπεράσματά της δεν μπορούν ακόμη να
θεωρηθούν οριστικά.
Παράλληλα, παλαιότερη δημοσιευμένη μελέτη από το ίδιο
αρχαιολογικό πεδίο, η οποία βασίστηκε στη χρονολόγηση άλλων οργανικών
δειγμάτων, είχε καταλήξει ότι η έκρηξη της Θήρας δεν θα μπορούσε να έχει συμβεί
νωρίτερα από το 1612 π.Χ.
Εφόσον, όμως, η νέα χρονολόγηση των ανθρώπινων λειψάνων
επιβεβαιωθεί, η καταστροφή της Σαντορίνης θα μετακινηθεί χρονικά πολύ πιο κοντά
στην έναρξη της μεγάλης παρακμής του μινωικού κόσμου.
Το μυστήριο της παρακμής της μινωικής Κρήτης
Ένα από τα μεγάλα μυστήρια του αρχαιολογικού κόσμου
παραμένει μέχρι και σήμερα ο λόγος της καταστροφής του μινωικού πολιτισμού.
Οι Μινωίτες με επίκεντρο την Κρήτη δημιούργησαν έναν από
τους σημαντικότερους πολιτισμούς της Εποχής του Χαλκού στη Μεσόγειο με
εκτεταμένα εμπορικά και πολιτιστικά δίκτυα μέσω των οποίων άσκησαν σημαντική
επιρροή σε μεγάλο μέρος του Αιγαίου.
Από τα μέσα του 15ου αιώνα π.Χ., όμως, ο μινωικός κόσμος
άρχισε να παρακμάζει και μέχρι τον 12ο αιώνα π.Χ. είχε πάψει να αποτελεί
κυρίαρχη δύναμη. Ουσιαστικά η ύπαρξη αυτού του πολιτισμού ήταν σχεδόν άγνωστη
μέχρι την ανακάλυψη του ανακτόρου της Κνωσού στις αρχές του 20ού αιώνα.
Μέχρι και σήμερα υπάρχουν μεγάλα κενά στις γνώσεις μας σχετικά
με αυτόν τον σημαντικό πολιτισμό, οι οποίες βασίζονται σχεδόν αποκλειστικά στα
αρχαιολογικά ευρήματα. Η Γραμμική Α, η γραφή που χρησιμοποιούσαν οι Μινωίτες,
δεν έχει αποκρυπτογραφηθεί πλήρως, στερώντας από τους ερευνητές μια πολύτιμη
άμεση πηγή πληροφοριών για τον τρόπο ζωής, την κοινωνία και την ιστορία τους.
Ένα από τα μεγάλα ερωτήματα όμως παραμένει και το τι ακριβώς
προκάλεσε την παρακμή τους.
Οι αρχαιολόγοι και οι ιστορικοί συζητούν εδώ και δεκαετίες
τη θεωρία ότι η τεράστια έκρηξη της Σαντορίνης και τα τσουνάμι που ακολούθησαν
συνέβαλαν αποφασιστικά στην αποδυνάμωση του μινωικού πολιτισμού. Η έκρηξη, τα
γιγαντιαία κύματα και οι ευρύτερες περιβαλλοντικές και οικονομικές συνέπειές
τους θα μπορούσαν να έχουν προκαλέσει σοβαρό πλήγμα στα εμπορικά δίκτυα και
στους παράκτιους οικισμούς του μινωικού κόσμου.
Ωστόσο, η θεωρία αυτή «κολλούσε» πάντα στη χρονολόγηση: εάν
η έκρηξη είχε συμβεί περίπου στο 1600 π.Χ., μεσολαβούσε μεγάλο χρονικό διάστημα
μέχρι την εμφανή παρακμή του μινωικού πολιτισμού γύρω στο 1450 π.Χ.
Όμως ο σκελετός του άτυχου εφήβου μπορεί τώρα να «λύσει»
αυτό το πρόβλημα.
Εάν τα νέα αποτελέσματα επιβεβαιωθούν, όπως επισημαίνεται
και στο ντοκιμαντέρ του National Geographic, η καταστροφή θα τοποθετηθεί σχεδόν
έναν αιώνα αργότερα από τη συχνά προτεινόμενη χρονολογία γύρω στο 1600 π.Χ. και
πολύ πιο κοντά στην περίοδο κατά την οποία ξεκίνησε η μεγάλη παρακμή του
μινωικού πολιτισμού.
