Ο 20χρονος που μπήκε στο δάσος και εξαφανίστηκε για 27 χρόνια


Με ένα σακίδιο και χωρίς κανένα πλάνο ο Κρίστοφερ Νάιτ κατάφερε να επιζήσει για περίπου τρεις δεκαετίες κατασκηνώνοντας μέσα στο δάσος. Επιβίωσε σε πολικές θερμοκρασίες κι έγινε ένας θρύλος. Αυτή είναι η ιστορία του Ερημίτη του Νορθ Ποντ

Έφυγε από την κατασκήνωση τα μεσάνυχτα, κουβαλούσε το σακίδιο του και μια τσάντα με εργαλεία. Περπάτησε για περίπου μια ώρα, από ρίζα σε βράχο για να μην αφήσει αποτυπώματα. Η νύχτα ήταν κρύα και σκοτεινή. Ιδανική γι’ αυτό που σκόπευε να κάνει.

Όταν συνάντησε το πρώτο καταφύγιο άνοιξε την πόρτα με το κατσαβίδι που είχε την τσάντα του. Άναψε τον φακό και έψαξε τα ράφια. Καραμέλες, γλυκά και πατατάκια. Χαμογέλασε. Είχε μπει ξανά σε αυτή την καλύβα και είχε κλέψει το κλειδί για το λουκέτο του καταψύκτη. Είχε πάνω του ένα μπρελόκ με ένα τετράφυλλο τριφύλλι, σπασμένο στο ένα φύλο. Κακό σημάδι θα έλεγε κάποιος…

Άνοιξε τον καταψύκτη και βρήκε μπιφτέκια και μπέικον.  Ήταν ικανοποιημένος αλλά δεν γνώριζε πως ο ιδιοκτήτης είχε τοποθετήσει ανιχνευτή κίνησης. Ο συναγερμός χτύπησε στο σπίτι του Τέρι Χιούζ, του θυροφύλακα που είχε αποκτήσει εμμονή με το να συλλάβει τον κλέφτη που έμπαινε στα καταφύγια.

Ο Χιουζ έμενε περίπου 1,5χλμ μακριά. Μπήκε στο αγροτικό του και μέσα σε λίγα λεπτά έφτασε στην καλύβα. Κοίταξε από το παράθυρο και τον είδε. Ο κλέφτης ήταν εκεί. «Καθαρός, ξυρισμένος, φορούσε γυαλιά κι ένα μάλλινο σκουφί. Δεν περίμενα αυτή την εικόνα» θα πει ο Χιουζ.

Η σύλληψη και η αποκάλυψη

Πήρε τηλέφωνο το τοπικό αστυνομικό τμήμα και ζήτησε να ειδοποιήσουν την Ντάιαν Πέρκινς-Βανς η οποία είχε αναλάβει την υπόθεση για τις κλοπές στις καλύβες.   

Ο κλέφτης όμως, με γεμάτο πλέον το σακίδιο του, πήγαινε προς την έξοδο. Αν έμπαινε ξανά στο δάσος θα χανόταν και πάλι. Ο Χιουζ τον περίμενε μπροστά στην είσοδο. Του έριξε το φως του φακού του στο πρόσωπο και τον σημάδεψε με τον πιστόλι του. «Πέσε στο έδαφος» τον διέταξε.

Ο άντρας δεν αντιστάθηκε. Έπεσε με το πρόσωπο στο έδαφος και καραμέλες έπεσαν από τις τσέπες του. Ήταν 01:30 το πρωί της 4ης Απριλίου 2013.

Λίγο μετά έφτασε η αστυνομικός Πέρκίνς-Βανς κι έβαλε χειροπέδες στον άντρα. Τον ρώτησε το όνομα του αλλά δεν απάντησε.

Η αστυνομικός αποφάσισε να του βγάλει τις χειροπέδες και να του δώσει ένα μπουκάλι νερό. Ο άντρας φάνηκε να χαλαρώνει. Είπε ότι δεν απαντούσε γιατί ντρεπόταν. «Ήταν φανερό πως δυσκολευόταν να μιλήσει. Χρειαζόταν χρόνο για να πει αυτό που σκεφτόταν. Σταδιακά όμως βελτιωνόταν» θυμάται η Πέρκινς-Βανς.

Αποκάλυψε ότι τον λένε Κρίστοφερ Τόμας Νάιτ και έχει γεννηθεί στις 7 Δεκεμβρίου 1965. Είπε ότι ζει στο δάσος…

«Για πόσο καιρό;» αναρωτήθηκε η αστυνομικός.

Ο Νάιτ σκέφτηκε για λίγο και ρώτησε πότε έγινε το δυστύχημα στον Τσερνόμπιλ. Ήταν το γεγονός με το οποίο είχε σημαδέψει τον χρόνο. «Τότε μπήκα στο δάσος και από τότε μένω εκεί» είπε. Ήταν 1986 και ο Νάιτ ήταν 20 ετών. Πλέον στα 47 του είχε περάσει 27 ολόκληρα χρόνια μέσα στο δάσος.

Είπε ότι όλο αυτό το διάστημα κοιμόταν σε μια σκηνή. Δεν άναψε ποτέ φωτιά γιατί φοβόταν ότι θα τον εντοπίσουν. Κυκλοφορούσε αποκλειστικά τις νύχτες. «Δεν ξέρω αν οι γονείς μου ζουν ή πέθαναν. Δεν έχω επαφή με κανέναν» τόνισε.

Ομολόγησε ότι έκανε περίπου 40 κλοπές τον χρόνο. Έκλεβε φαγητό, φιάλες προπανίου, βιβλία, ρούχα, παπούτσια. «Το μόνο που είναι δικό μου είναι τα γυαλιά. Τα έχω από τότε που μπήκα στο δάσος» είπε. Ήταν τα γυαλιά με τα οποία ποζάρει στην αποφοίτηση του από το Γυμνάσιο στο οποίο φοίτησε.

Για 27 χρόνια ο Νάιτ δεν είχε επισκεφθεί γιατρό, ούτε είχε πάρει φάρμακα. Υποστήριξε ότι δεν αρρώστησε ποτέ σοβαρά. «Αν δεν έρχεσαι σε επαφή με άλλους ανθρώπους δεν αρρωσταίνεις», είπε.

«Πότε ήρθες για τελευταία φορά σε επαφή με άνθρωπο;» τον ρώτησε η αστυνομικός

«Κάποια στιγμή στα 90s. Συνάντησα έναν άντρα που περπατούσε στο δάσος. Του είπα απλά γεια και προσπέρασα» απάντησε.

Ο Κρίστοφερ Νάιτ συνελήφθη για κλοπές και μεταφέρθηκε σε φυλακή στον Ογκάστα του Μέιν. Μετά από περίπου 10.000 μέρες δεν κοιμήθηκε σε σκηνή.

Ο Ερημίτης του Νορθ Ποντ

Η υπόθεση γνωστοποιήθηκε και οι κάτοικοι της περιοχής της λιμνης Νορθ Ποντ, που ένιωθαν για δεκαετίες ότι κάτι τους στοιχειώνει, κατάλαβαν ακριβώς τι συνέβαινε. Για δεκαετίες καταγράφονταν περίεργα γεγονότα. Μπαταρίες εξαφανίζονταν από τους φακούς, γεμάτες φιάλες προπανίου «αντικαθιστούνταν» από άδειες. Τρόφιμα, ρούχα και παπούτσια έλειπαν. «Νιώθαμε ότι κάποιος μας παρακολουθεί συνέχεια. Είχαμε επικοινωνήσει με τις αρχές αλλά δεν μπορούσαν να βοηθήσουν. Κάποιοι έβαλαν συναγερμούς αλλά δεν άλλαξε κάτι. Μερικοί άφησαν σημειώματα. Παρακαλώ μην εισβάλλετε. Πείτε μας τι χρειάζεστε και θα το αφήσουμε έξω για εσάς, έγραφαν αλλά ποτέ δεν πήραν απάντηση» θα πει ένα κάτοικος.

Στην περιοχή δημιουργήθηκε ένας θρύλος. Τον αποκαλούσαν ο «Ερημίτης του Νορθ Πόντ».

«Μετά από τόσα χρόνια είχε γίνει σαν κάτι μεταφυσικό. Ο μύθος του ερημίτη υπήρχε δεκαετίες. Προσωπικά δεν πίστευα ότι είναι αλήθεια. Ποιος να το πίστευε» θα πει ο Πιτ Κόγκσγουελ του οποίου το τζιν και τη ζώνη φορούσε ο Κρίστοφερ Νάιτ όταν συνελήφθη.  

Πολλοί ήταν εκείνοι που αμφισβήτησαν την ιστορία του Νάιτ. Πώς θα μπορούσε ένας άνθρωπος να αντέξει για 27 χρόνια σε μια σκηνή; Οι χειμώνες στο Μέιν είναι σφοδροί με κρύο, ανέμους και ισχυρές βροχές. Πώς κατάφερε να μην εντοπιστεί ποτέ και να παραμείνει υγιής;

Οι επιστολές

Ο Νάιτ δεν απαντούσε στα εκατοντάδες αιτήματα δημοσιογράφων για επικοινωνία. Παρέμενε σιωπηλός μέχρι που μια χειρόγραφη επιστολή τού τράβηξε την προσοχή. Του την είχε στείλει ο δημοσιογράφος και βιογράφος Μάικλ Φίνκελ.

«Σου απαντώ γιατί οι χειρόγραφες επιστολές με ανακουφίζουν κάπως από το στρες και την πλήξη της παρούσας κατάσταση μου. Δεν νιώθω άνετα όταν μιλάω γιατί η ικανότητες μου έχουν γίνει μάλλον σκουριασμένες και αργές» εξήγησε.

Η επικοινωνία, μέσω επιστολών, συνεχίστηκε με τον Νάιτ να γράφει ότι του αξίζει να είναι στη φυλακή. «Έκλεψα, ήμουν κλέφτης. Το έκανα επανειλημμένα όλα αυτά τα χρόνια. Ξέρω και ήξερα ότι είναι λάθος. Ένιωθα ενοχές κάθε φορά αλλά συνέχισα να το κάνω» έγραψε. Είπε στον Φίνκελ ότι δυσκολεύεται να επικοινωνήσει με τους συγκρατούμενους του και πως πλέον σταμάτησε να ξυρίζεται (κάτι που έκανε επιμελώς όσο ζούσε στο δάσος) σαν μια μορφή «ημερολογίου φυλακής».

«Καταφεύγω στη σιωπή σαν μια κίνηση άμυνας. Πλέον χρησιμοποιώ τέσσερις λέξεις: Ναι, όχι, παρακαλώ, ευχαριστώ. Με εκπλήσσει πόσο σεβασμό απολαμβάνω με αυτή τη σιωπή. Με μπερδεύει γιατί η σιωπή για εμένα είναι κάτι νορμάλ, κάτι άνετο» τόνισε.

Επιβεβαίωσε ότι κάποιους χειμώνες πέρασε πολύ δύσκολα στο δάσος και υποστήριξε ότι είναι η φυλακή που τον φοβίζει σχετικά με την ψυχική του υγεία όχι η ζωή του ερημίτη που έκανε.

Η συνάντηση

Ξαφνικά ανακοίνωσε στον Φίνκελ ότι θα σταματήσει να του γράφει και ο δημοσιογράφος αποφάσισε να τον επισκεφθεί στη φυλακή στο Μέιν.

Αν και φανερά δυσαρεστημένος ο Νάιτ εμφανίστηκε. Μετά από ένα διάστημα σιωπής μίλησε. «Κάποιοι περιμένουν να είμαι αυτό το θερμό, γεμάτο ενέργεια πλάσμα, γεμάτο με σοφία του ερημίτη που λέει ατάκες. Δεν μπορώ να κοιτάζω τους ανθρώπους στο πρόσωπο. Υπάρχουν πολλές πληροφορίες εκεί. Πολλές και πολύ γρήγορα» είπε.

Πρόσφατα είχε διαγνωστεί με σύνδρομο Άσπεργκερ. «Δεν μου αρέσει οι άνθρωποι να με αγγίζουν. Δεν είσαι αγκαλίτσας, είσαι; Χαίρομαι που υπάρχει το γυαλί ανάμεσα μας και αν υπήρχαν στόρια θα τα έκλεινα. Δεν με πειράζει να είμαι αγενής αν έτσι φτάνω σε αυτό που θέλω να πω πιο γρήγορα» τόνισε, σαν να ήθελε να επιβεβαιώσει τη διάγνωση.

Ο Νάιτ μίλησε για τη ζωή του πριν το δάσος: «Δεν είχα περάσει ούτε ένα βράδυ σε σκηνή. Έχω τρία μεγαλύτερα αδέλφια και μια μικρότερη αδελφή. Η οικογένεια μου δεν είναι ιδιαίτερα συναισθηματική. Δεν μας άρεσε η φυσική επαφή και η στωικότητα ήταν χαρακτηριστικό μας. Πέρασα μια κανονική παιδική ηλικία. Είχα καλούς γονείς».

Όταν εξαφανίστηκε, η οικογένεια του δεν το ανέφερε στις αρχές. Προσέλαβαν έναν ιδιωτικό ερευνητή, ο οποίος δεν βρήκε κάποιο στοιχείο. «Δύο από τους αδελφούς μου ήρθαν στη φυλακή. Δεν τους αναγνώρισα. Τα αδέλφια μου πίστευαν ότι είμαι νεκρός αλλά δεν το έλεγαν ποτέ στη μαμά μου γιατί ήθελαν να έχει ελπίδα. Της έλεγαν ότι μπορεί να είμαι στο Τέξας. Δεν έχω επιτρέψει στη μαμά να έρθει εδώ. Δεν θέλω να με δει με τα ρούχα της φυλακής. Έτσι μεγάλωσα, δεν θα άντεχα να με δει έτσι» λέει. Ο πατέρας του πέθανε το 2001.

«Πάρκαρα και απλά έφυγα»

Ο Κρίστοφερ Νάιτ ήταν εξαιρετικός μαθητής στο Γυμνάσιο και στη συνέχεια αποφοίτησε από μια τεχνική σχολή. Εργάστηκε σε εταιρία τοποθέτησης συναγερμών. Αυτό εξηγεί γιατί οι συναγερμοί στο Νορθ Ποντ δεν τον απέτρεψαν.

Το 1985 αγόρασε με δόσεις ένα αυτοκίνητο. «Υπέγραψε και ο αδελφός μου ο Τζόελ. Τον έριξα σε αυτό, ακόμα του χρωστάω. Κάποια στίγμη μέσα στο καλοκαίρι του 1986 παραιτήθηκε από τη δουλειά. Οδήγησα στην πόλη μου χωρίς να σταματήσω πουθενά. Έριξα μια τελευταία ματιά και κατευθύνθηκα βόρεια. Οδήγησα μέχρι που μου είχε απομείνει ελάχιστη βενζίνη. Μπήκα σε έναν μικρό δρόμο στο δάσος και μετά σε ένα μονοπάτι. Πάρκαρα το αυτοκίνητο, άφησα μέσα τα κλειδιά και έφυγα. Είχα μόνο ένα σακίδιο και ελάχιστα εφόδια. Δεν είχα πλάνο, δεν είχα χάρτη. Δεν ήξερα πού πηγαίνω, απλά έφυγα.

Κατασκήνωσα σε ένα σημείο για περίπου μια εβδομάδα και μετά περπάτησα νότια ακολουθώντας τη μορφολογία της περιοχής. Χάθηκα αλλά δεν με ενδιέφερε. Έτρωγα μικρά ζώα και καλαμπόκια και πατάτες που έβρισκα σε χωράφια. Χρειαζόμουν όμως κάτι περισσότερο από λαχανικά. Μου πήρε αρκετά να ξεπεράσω τις αναστολές μου και να αρχίσω να κλέβω. Πάντα το φοβόμουν, πάντα. Πήγαινα στη μια ή δύο το πρωί. Έμπαινα στις καλύβες έπαιρνα ό,τι χρειαζόμουν κι έφευγα όσο πιο γρήγορα μπορούσα».

Σε μια μόνο περίπτωση ένας άντρας κοιμόταν στην καλύβα που εισέβαλε. Ο Νάιτ δεν τον είδε, αλλά άκουσε να του φωνάζει «ξεκουμπίσου από εδώ». Έφυγε τρέχοντας και δεν επέστρεψε ποτέ στη συγκεκριμένη καλύβα.

Περιφερόταν για δύο χρόνια μέχρι που βρήκε το σημείο όπου κατασκήνωσε μόνιμα και αποκαλούσε «σπίτι».

Κάποιοι υποστηρίζουν ότι άντεξε γιατί τους χειμώνες κοιμόταν σε άδειες καλύβες. Κάποιοι άλλοι έλεγαν ότι είχε βοήθεια από άλλα άτομα. «Δεν είχα επαφή με κανέναν. Ούτε μια φορά δεν κοιμήθηκα μέσα. Δεν χρησιμοποίησα ποτέ ντους ή τουαλέτα. Κάποιες φορές πράγματι χρησιμοποίησα φούρνους μικροκυμάτων για το κρέας που είχα βρει. Μόνο αυτό» υποστηρίζει.

Το πλάνο επιβίωσης

Ο Νάιτ είχε κατασκηνώσει σε μια περιοχή δίπλα στις λίμνες Μπέλγκρειντ. Η σκηνή του ήταν κοντά σε καλύβες αλλά μέσα σε τόσο πυκνή βλάστηση που είναι λογικό το γεγονός ότι δεν εντοπίστηκε. Ακόμα και αν πλησίαζες στα λίγα μέτρα δεν μπορούσες να δεις το σημείο.

Κοιμόταν σε μια σκηνή την οποία είχε ενισχύσει με καφέ μουσαμάδες. Είχε βάψει πολλά σκεύη του με πράσινη μπογιά για να μην ξεχωρίζουν. Πολλές φορές μετακινούταν μέσω των μικρών ποταμών της περιοχής με κανό που έβρισκε σε καλύβες. «Υπήρχε μεγάλη επιλογή από κανό. Τα χρησιμοποιούσα για να μεταφέρω πράγματα και τα επέστρεφα στη θέση τους. Έριχνα από πάνω τους φύλλα και πευκοβελόνες για να μην φαίνεται ότι έχουν χρησιμοποιηθεί. Με κανό μετέφερα τη βάση του μεταλλικού κρεβατιού και το στρώμα που κοιμόμουν» λέει ο Νάιτ.

Από τις καλύβες έπαιρνε χαρτί τουαλέτας και σαπούνια για την υγιεινή του. Μαγείρευε σε μια μικρή κουζίνα με προπάνιο. Τις φιάλες που τελείωναν τις έθαβε.

Στην κατασκήνωση του είχε τα πάντα. Φακούς, μπότες, ποντικοπαγίδες, μπογιές, θερμόμετρα, ρολόγια, ακόμα και άρωμα. Σε ένα σημείο είχε αποθηκεύσει εφεδρικές προμήθειες έτσι ώστε αν κάποιος ανακάλυπτε την κατασκήνωση του να μετακόμιζε αλλού.

Είχε κλέψει ραδιόφωνα και ακουστικά και άκουγε μουσική με τους Lynyrd Skynyrd να είναι οι αγαπημένοι του. Έκλεβε βιβλία, περιοδικά κάθε είδους (είχε συλλογή από Playboy) και ηλεκτρονικά παιχνίδια όπως το Tetris.

«Περνούσα το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου μου διαβάζοντας και παρατηρώντας τη φύση. Γενικότερα ζούσα με τον ρυθμό των εποχών. Στο τέλος του κάθε καλοκαιριού, που οι καλύβες άδειαζαν από κόσμο, ήταν η εποχή της συγκομιδής. Ο μεγάλος μου στόχος ήταν να πάρω βάρος. Έτρωγα ό,τι είχε ζάχαρη κι έπινα αλκοόλ. Πριν μπω στο δάσος δεν έπινα ποτέ. Έπρεπε όμως να προετοιμαστώ για τον χειμώνα. Άφηνα τα γένια μου να μεγαλώσουν και αποθήκευα τροφή και ό,τι θα χρειαζόμουν. Το πρώτο χιόνι ερχόταν τον Νοέμβριο και μέχρι τον Απρίλιο απέφευγα τις μετακινήσεις για να μην αφήνω ίχνη. Τον χειμώνα είναι απολύτως λάθος να κοιμάσαι πολύ. Όταν η θερμοκρασία έπεφτε πολύ κάτω από το μηδέν. Κοιμόμουν αυστηρά από τις 7:30 το πρωί έως τις δύο το απόγευμα. Όταν έκανε το περισσότερο κρύο ήμουν ξύπνιος και κινούμουν. Αν κοιμάσαι με τέτοιες θερμοκρασίες μπορεί να μην ξυπνήσεις ποτέ.

Μόλις ξυπνούσα άναβα τη σόμπα κι έλιωνα χιόνι για να πιώ νερό. Περπατούσα και πρόσεχα πάντα να μένω στεγνός. Υπήρχαν και χειμώνες που ξέμενα από προπάνιο και φαγητό. Τότε ήταν πολύ δύσκολα. Πονούσα σωματικά, συναισθηματικά και ψυχολογικά» λέει ο Νάιτ.

Υπήρχαν στιγμές που πίστεψε ότι δεν θα επιβιώσει κι άλλες που σκέφτηκε ακόμα και την αυτοκτονία. Είχε μια σφυρίχτρα στην κατασκήνωση του για περίπτωση ανάγκης αλλά δεν την χρησιμοποίησε ποτέ. «Είχα αποφασίσει να περάσω το υπόλοιπο της ζωής μου στο δάσος» τονίζει αλλά παραδέχεται πως όσο περνούσαν τα χρόνια γινόταν όλο και πιο δύσκολο ειδικά στο θέμα της όρασης: «Τα παλιά γυαλιά μου δεν ήταν πλέον κατάλληλα. Όπου έβρισκα γυαλιά τα δοκίμαζα αλλά δεν ταίριαζαν στο πρόβλημα μου».

Οι φωτογραφίες

Ο Νάιτ δεν το γνώριζε αλλά το 2002 είχε καταγραφεί μια εικόνα του. Μετά από μια σειρά κλοπών η οικογένεια Μπέικερ είχε τοποθετήσει κάμερα στην καλύβα της. «Συνέλαβε» τον Νάιτ και η εικόνα δόθηκε στη δημοσιότητα από την αστυνομία αλλά δεν προέκυψε κάποιο στοιχείο.

«Δεν ξέρω τον κόσμο σας. Μου λείπει το δάσος»

Στις 28 Οκτωβρίου 2013 βρέθηκε ενώπιον δικαστηρίου το οποίο του επέβαλε φυλάκιση μόλις επτά μηνών την οποία είχε ουσιαστικά εκτίσει ήδη. Πριν αποφυλακιστεί, υπό όρους, συναντήθηκε μια τελευταία φορά με τον δημοσιογράφο Μάικλ Φίνκελ.

«Δεν ξέρω τον κόσμο σας. Πώς είναι η ζωή σήμερα; Τι είναι το σωστό και τι όχι; Πρέπει να μάθω να ζω. Με όσα είδα στη φυλακή δεν μου αρέσει η κοινωνία στην οποία θα πρέπει να ενταχθώ. Μου λείπει το δάσος, η ηρεμία, η ακινησία του, αλλά δεν μπορώ να επιστρέψω εκεί. Δεν πιστεύω ότι θα ενσωματωθώ. Είναι πολύ δυνατά, πολύ σκληρά, πολύ περίπλοκα για εμένα» του είπε και υποστήριξε ότι δεν θέλει να μοιραστεί με τον κόσμο τις σκέψεις του και όσα έμαθε στα 27 αυτά χρόνια. «Οι πραγματικοί ερημίτες δεν γράφουν βιβλία, δεν έχουν φίλους και δεν απαντούν σε ερωτήσεις. Δεν κρατούσα ημερολόγιο. Περίμενα να πεθάνω εκεί και θα τα έπαιρνα όλα στον τάφο μου.

Εξέτασα τον εαυτό μου. Η μοναξιά ενίσχυσε την αντίληψη μου. Υπάρχει όμως μια παγίδα. Όταν εφάρμοσα αυτή την αντίληψη στον εαυτό μου έχασα την ταυτότητα μου. Χωρίς κοινό, χωρίς να πρέπει να παρουσιαστώ σε κάποιον, ήμουν απλά εκεί. Δεν υπήρχε ανάγκη να ορίσω τον εαυτό μου, ήμουν εκτός όλων. Τα πάθη μου χάθηκαν, δεν επιθυμούσα τίποτα. Δεν είχα όνομα, δεν ένιωθα ποτέ μοναξιά. Για να το θέσω ρομαντικά: Ήμουν απολύτως ελεύθερος» είπε.

Ο δημοσιογράφος τον ρώτησε αν έμαθε κάποιο μυστικό για τη ζωή με τον Νάιτ να λέει απλά: «Ναι κοιμάσαι αρκετά».

Στο ερώτημα γιατί τελικά εξαφανίστηκε απάντησε: «Απλά βρήκα ένα μέρος στο οποίο ήμουν ικανοποιημένος».

Επίλογος

Μετά την αποφυλάκιση του ο Κρίστοφερ Νάιτ εγκαταστάθηκε σε μια απομονωμένη αγροτική περιοχή του Μέιν και ζει εκεί. Δεν έχει δώσει συνεντεύξεις, ούτε έγραψε κάποιο βιβλίο, πιστός στις ιδέες που είχε για το τι σημαίνει πραγματικός ερημίτης. Πριν λίγα χρόνια ο Μάικλ Φίνκελ αποκάλυψε πως τον Φεβρουάριο του 2013, λίγους μήνες πριν συλλάβουν τον Νάιτ, ένας ψαράς μαζί με τον γιό και τον εγγονό του ανακάλυψαν τυχαία την κατασκήνωση του. Όμως τού υποσχέθηκαν ότι δεν θα το αποκαλύψουν και τήρησαν την υπόσχεση τους γιατί όπως είπαν «ο άνθρωπος απλά ήθελε να μείνει μόνος του».