Ο 42χρονος Τζέιμς Χιούμπερτι έφυγε μια μέρα από το σπίτι του, πήγε σε ένα εστιατόριο McDonald’s και πυροβόλησε όποιον βρήκε μπροστά. Σκότωσε 21 άτομα πριν ένας ελεύθερος σκοπευτής βάλει τέλος στη φρίκη
Το πρωινό της
15ης Ιουλίου 1984 ο, 42χρονος τότε, Τζέιμς Χιούμπερτι είπε στη
σύζυγο του Έτνα ότι υποψιάζεται ότι έχει ψυχιατρικό πρόβλημα. Αυτή τον
προέτρεψε να ζητήσει βοήθεια και δύο μέρες μετά ο Χιούμπερτ τηλεφώνησε σε μια
κλινική ψυχικής υγείας στο Σαν Ντιέγκο, εξηγώντας τι συμβαίνει και ζητώντας να
κλείσει ραντεβού.
Η σύζυγος
του θυμάται: «Όταν ολοκληρώθηκε η κλήση περίμενε για ώρες δίπλα στο τηλέφωνο θεωρώντας
ότι θα τον πάρουν από την κλινική. Το τηλέφωνο δεν χτύπησε και ξαφνικά σηκώθηκε
κι έφυγε από το σπίτι. Πήρε τη μηχανή του και δεν μας είπε που θα πάει».
Η
τηλεφωνήτρια, με την οποία είχε μιλήσει ο Χιούμπερτι, είχε χαρακτηρίσει την
κλήση ως «όχι κρίσιμη». Όπως θα πει αργότερα ο 42χρονος ήταν ευγενικός, της είπε
ότι δεν είχε νοσηλευτεί ποτέ για πρόβλημα ψυχικής υγείας και ακουγόταν πολύ
συγκροτημένος. Έκρινε λοιπόν ότι δεν πρόκειται για κάτι επείγον και με τον
χαρακτηριστικό «όχι κρίσιμη» η επικοινωνία με τον Χιούμπερτι (του οποίου το όνομα
είχε καταγραφεί λανθασμένα ως Σιούμπερτι) θα γινόταν μέσα στις επόμενες 48
ώρες.
Ο άντρας
επέστρεψε στο σπίτι περίπου μια ώρα μετά. «Έδειχνε ήρεμος. Φάγαμε δείπνο μαζί με
τις δύο κόρες μας (τη 12χρονη Ζίλια και την 10χρονη Κασσάνδρα). Στη συνέχεια τα
κορίτσια πήγαν να κάνουν ποδήλατο σε έναν κοντινό πάρκο κι εμείς είδαμε μια
ταινία» θα πει η Έτνα.
Την επόμενη
ημέρα (Τετάρτη 18 Ιουλίου 1984) η οικογένεια επισκέφθηκε τον ζωολογικό κήπο του
Σαν Ντιέγκο. Κατά τη διάρκεια της βόλτας τους ο Χιούμπερτι είπε στη σύζυγό του
ότι πίστευε ότι η ζωή του είχε ουσιαστικά τελειώσει. Αναφερόμενος στο γεγονός
ότι δεν τον είχαν πάρει τηλέφωνο από την κλινική ψυχικής υγείας σχολίασε:
«Λοιπόν, η κοινωνία είχε την ευκαιρία της».
Έφαγαν
μεσημεριανό σε ένα εστιατόριο McDonald's και επέστρεψαν στο σπίτι τους. Λίγες
ώρες μετά, κι ενώ η Έτνα ήταν ξαπλωμένη στην κρεβατοκάμαρά, ο Χιούμπερτ μπήκε
μέσα φορώντας ένα πράσινο παντελόνι παραλλαγής και μπορντό μπλουζάκι. «Θέλω να φιλήσω
για αντίο» είπε στη σύζυγο. Τον ρώτησε που πηγαίνει και ο Χιούμπερτι απάντησε
απολύτως ήρεμος: «Πηγαίνω για κυνήγι, για κυνήγι ανθρώπων».
Με μια
επαναληπτική καραμπίνα στο ώμο κι ένα δέμα, τυλιγμένο με καρό κουβέρτα στα
χέρια, κατευθύνθηκε προς την έξοδο. Πριν βγει απευθύνθηκε τη Ζίλια και της είπε:
«Αντίο. Δεν θα γυρίσω πίσω».
Από γραφείο τελετών στις συγκολλήσεις
Ο Τζέιμς
Όλιβερ Χιούμπερτι γεννήθηκε στις 11 Οκτωβρίου 1942 στη μικρή πόλη Κάντον του
Οχάιο. Οι γονείς του ήταν φανατικά θρησκευόμενη και ο Χιούμπερτι μεγάλωσε
πηγαίνοντας την τοπική εκκλησία των Μεθοδιστών. Σε ηλικία τριών προσβλήθηκε από
πολιομυελίτιδα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να του μείνει ένα μικρό πρόβλημα στο
περπάτημα.
Όταν ήταν 8
ετών η μητέρα του αποφάσισε να αφήσει την οικογένεια και να γίνει ιεροκήρυκας.
Το γεγονός αυτό σημάδεψε με τον Χιούμπερτι και όπως θα αποκαλύψει ο πατέρας
του, για πολλά χρόνια κλεινόταν στο κοτέτσι και έκλαιγε γοερά.
Στο σχολείο
ήταν ένα πολύ ήσυχο παιδί και έπεσε θύμα bulling. Από μικρή ηλικία είχε πάθος με τα
όπλα και τη σκοποβολή. Το 1962 ξεκίνησε να σπουδάζει κοινωνιολογία αλλά γρήγορα
άλλαξε πεδίο και ολοκλήρωσε με άριστα το Ινστιτούτο Νεκροτομικών Επιστημών του
Πίτσμπεργκ . Πήρε άδεια για να ανοίξει γραφείο τελετών και, τον επόμενο χρόνο,
άδεια ταριχευτή.
Στο Κολέγιο
γνώρισε την Έτνα Μάρκλαντ, με την οποία παντρεύτηκαν στις αρχές του 1965. Ο
Χιούμπερτι εργάστηκε σε γραφείο τελετών και στη συνέχεια δούλεψε ως συγκολλητής.
«Απομονωμένος, σιωπηλός αλλά και εργατικός και αξιόπιστος. Πάντα επιζητούσε να
δουλεύει υπερωρίες» θα δηλώσει ο τότε εργοδότης του.
Το 1970
αγόρασε ένα τριώροφο σπίτι το οποίο καταστράφηκε από πυρκαγιά έναν χρόνο μετά.
Αγόρασε άλλο σπίτι και λίγο μετά έχτισε μια πολυκατοικία έξι διαμερισμάτων στο
οικόπεδο της οικίας που είχε καταστραφεί. Τον Φεβρουάριο του 1972 γεννήθηκε η
Ζίλια και δύο χρονιά μετά ο Κασσάνδρα.
Βίαιος, εμμονικός με τα όπλα και συνωμοσιολόγος
Ο Χιούμπερτι
ήταν βίαιος με την οικογένεια του. Χτυπούσε τα κορίτσια και τη σύζυγο του. Σε
μια περίπτωση μάλιστα η Έτνα είχε απευθυνθεί στις Αρχές.
Προσπαθούσε
να τον πείσει να ζητήσει βοήθεια, καθώς αντιμετώπιζε κρίσεις άγχους, αλλά
εκείνος αρνήθηκε να αναζητήσει οποιαδήποτε μορφή θεραπείας. «Ήταν νευρικός και
αγχωμένος συνέχεια. Για να μπορέσω να τον ελέγχω τον έπεισα ότι μπορώ να διαβάζω
τις κάρτες ταρώ. Κατάφερα έτσι να τον ηρεμώ προσωρινά καθώς ακολουθούσε για ένα
διάστημα τις συστάσεις μου» θα πει η Έτνα
Γείτονες και
συνάδελφοι μίλησαν για ένα άτομο μόνιμα σε κακή διάθεση, εμμονικό με τα όπλα
και παρανοϊκές ιδέες. «Αν θεωρούσε ότι κάποιος τον πρόσβαλε ή τον αδίκησε δεν
το ξεχνούσε ποτέ. Τσακωνόταν συχνά στη γειτονιά και σε μια περίπτωση είχε συλληφθεί»
θε πει ένας από τους γείτονες του. Ο Χιούμπερτι συνήθιζε να λέει την ατάκα: «Πιστεύω
στην πληρωμή των χρεών μου. Τον καλώ και τον κακών».
Σταδιακά ο
Χιούμπερτι ασπάστηκε ακραίες θεωρίες συνωμοσίας και δήλωνε ότι προετοιμάζεται
για να επιβιώσει. Πίστευε ότι η κλιμάκωση του Ψυχρού Πολέμου ήταν αναπόφευκτη
και ότι ο πρόεδρος Τζίμι Κάρτερ και, αργότερα, ο Ρόναλντ Ρίγκαν και η κυβέρνηση
των Ηνωμένων Πολιτειών συνωμοτούσαν εναντίον του. Θεωρούσε ότι η σοβιετική
επιθετικότητα θα οδηγήσει στην κατάρρευση της κοινωνίας μέσω οικονομικής
κατάρρευσης ή πυρηνικού πολέμου. Προετοιμαζόταν συγκεντρώνοντας τρόφιμα και όπλα.
Ένας γνωστός της οικογένειας θα πει: «Το σπίτι του Χιούμπερτι ήταν γεμάτο με
όπλα, γεμισμένα και χωρίς ασφάλεια. Όπου
κι αν καθόσουν μπορούσες απλά να απλώσεις το χέρι και να πιάσεις ένα όπλο».
Τον Νοέμβριο
του 1982, ο Χιούμπερτι απολύθηκε από την εργασία του ως συγκολλητής στην Babcock & Wilcox. Το γεγονός τον έριξε σε απελπισία.
Μιλώντας με έναν πρώην συνάδελφο του είπε ότι αν δεν μπορούσε να συντηρήσει την
οικογένειά του, σκόπευε να αυτοκτονήσει και να «πάρει τους πάντες μαζί του».
Σύμφωνα με την Έτνα, λίγο αφότου ο σύζυγός της έμεινε άνεργος, ο Huberty άρχισε να ακούει φωνές. Στις αρχές
του 1983, τοποθέτησε ένα γεμάτο πιστόλι στον κρόταφο , απειλώντας να
αυτοκτονήσει. Η Etna κατάφερε να αποτρέψει τον σύζυγό της ο οποίος αργότερα της είπε:
«Έπρεπε να με αφήσεις να αυτοκτονήσω».
Την άνοιξη
του 1983, μη μπορώντας να βρουν μόνιμη
εργασία στο Οχάιο, ο Τζέιμς και η Έτνα Χιούμπερτι πούλησαν την πολυκατοικία των
έξι διαμερισμάτων τους για 115.000 δολάρια. Εκείνη την περίοδο ο Χιούμπερτι,
και μι από τις κόρες του, τραυματίστηκαν σε τροχαίο ατύχημα. Παραπονιόταν πως ο
αυχένας του πονούσε και περιστασιακά τα χέρια του έτρεμαν.
Το καλοκαίρι
του 1983, οι Χιούμπερτι υπέβαλαν αίτηση για άδεια παραμονής στο Μεξικό ,
πιστεύοντας ότι τα χρήματα από την πώληση της πολυκατοικίας τους θα τους συντηρούσαν
οικονομικά την οικογένεια για περισσότερο χρόνο στο Μεξικό παρά στην Αμερική. Τον
Οκτώβριο του 1983 μετακόμισαν στην Τιχουάνα με τον Χιούμπερτι να λέει σε έναν
γνωστό του: «Θα τους δείξουμε ποιος είναι το αφεντικό».
Μετάνιωσε όμως
γρήγορα για την απόφαση του και μέσα σε τρεις μήνες , η οικογένεια μετακόμισε
στο Σαν Ισίντρο: μια σε μεγάλο βαθμό φτωχή περιοχή του Σαν Ντιέγκο. Ο
Χιούμπερτι άρχισε να εργάζεται σε μια εταιρεία security αλλά στις 10 Ιουλίου 1984 απολύθηκε
καθώς κρίθηκε ασταθής.
Το μακελειό
Φεύγοντας
από το σπίτι ο Χιούμπερτι πέρασε από ένα ταχυδρομείο κι ένα σούπερ μάρκετ. Λίγα
λεπτά πριν τις 16:00 στάθμευσε το αυτοκίνητο του στο πάρκινγκ του εστιατορίου
McDonald's στη λεωφόρο Σαν Ισίντο. Εκτός από την καραμπίνα Winchester, είχε
μαζί του ένα ημιαυτόματο πιστόλι Browning HP 9 χιλιοστών , κι ένα πολυβόλο Uzi
9 χιλιοστών. Είχε γαμίσει μια υφασμάτινη σακούλα με εκατοντάδες φυσίγγια και
σφαίρες για κάθε όπλο. Μέσα στο εστιατόριο βρίσκονταν εκείνη την ώρα συνολικά
45 πελάτες.
Ο Χιούμπερτ
μπήκε από την κεντρική είσοδο και σημάδεψε με την καραμπίνα τον 16χρονο
υπάλληλο Τζον Άρνολντ. Ενώ ο 42χρονος είχε σηκώσει το όπλο ο βοηθός διευθυντή, Γκιγέρμο
Φλόρες είπε αστειευόμενος στον Άρνολντ: «Έι Τζον, αυτός ο τύπος θα σε
πυροβολήσει!».
Ο Χιούμπερτι
πάτησε τη σκανδάλη αλλά δεν συνέβη τίποτα. Άρχισε να εξετάζει το όπλο το οποίο
είχε μπλοκάρει. Εκείνη τη στιγμή η διευθύντρια του εστιατορίου, η 22χρονη Νίβα
Κέιν, περπάτησε προς τον πάγκο εξυπηρέτησης του εστιατορίου προς την κατεύθυνση
του Άρνολντ ο οποίος, σίγουρος πως πρόκειται για φάρσα, δεν έδινε πλέον σημασία
στον οπλοφόρο.
Ο Χιούμπερτι
πυροβόλησε με την καραμπίνα προς το ταβάνι και στη συνέχεια έριξε με τον Uzi στην Κέιν πετυχαίνοντας την λίγο κάτω
από το αριστερό μάτι. Η 22χρονη ήταν το πρώτο θύμα.
Στη συνέχεια
ο Χιούμπερτι πυροβόλησε τον Άρνολντ με την καραμπίνα και φώναξε «Όλοι στο
έδαφος!». Άρχισε να φωνάζει ότι όλοι είναι «βρώμικα γουρούνια, μαλάκες του
Βιετνάμ» και στη συνέχεια ότι είχε «σκοτώσει χίλιους» και ότι σκόπευε να
«σκοτώσει άλλους χίλιους».
Ένας πελάτης,
ο 25χρονος Βίκτορ Ριβέρα προσπάθησε να μιλήσει στον Χιούμπερτι και του ζήτησε
να μην πυροβολήσει κανέναν άλλο. Σε απάντηση, ο Χιούμπερτι τον πυροβόλησε δεκατέσσερις
φορές, φωνάζοντας επανειλημμένα «σκάσε» καθώς ο Rivera ούρλιαζε από τον πόνο.
Με το
προσωπικό και τους πελάτες να προσπαθούν να κρυφτούν κάτω από τραπέζια και πίσω
από πάγκος ο εκτελεστής έστρεψε την προσοχή του σε έξι γυναίκες και παιδιά που
ήταν μαζεμένα μαζί. Αρχικά σκότωσε την 19χρονη Μαρία Κολμενέρο-Σίλβα με έναν
μόνο πυροβολισμό στο στήθος και στη συνέχεια πυροβόλησε επανειλημμένα με το Uzi την εννιάχρονη Κλαούντια Πέρες. Το
παιδί πέθανε επί τόπου.
Τραυμάτισε
την 15χρονη αδερφή της Πέρες, Ιμέλδα και πυροβόλησε την 11χρονη Ορόρα Πένια με
το κυνηγετικό του όπλο. Η Πένια είχε προστατευτεί από την έγκυο θεία της, την
18χρονη Τζάκι Ρέγες. Σε Η Ορόρα αφηγήθηκε πως ένιωθε το σώμα της θείας της να
τραντάζεται καθώς ο Χιούμπερτι την πυροβόλησε 48 φορές με το Uzi.
Δίπλα στο
σώμα της μητέρας του, ο οκτάμηνος Κάρλος Ρέγιες σηκώθηκε και ούρλιαξε. O Χουμπέρτι φώναξε στο μωρό και στη
συνέχεια το σκότωσε με μια μόνο βολή του πιστολιού, στο κέντρο της πλάτης.
Στη
συνέχεια, πυροβόλησε και σκότωσε τον 62χρονο οδηγό φορτηγού, Λόρενς Βερσλούις πριν
στοχεύσει μια οικογένεια που βρίσκονταν κοντά στην παιδική χαρά του εστιατορίου.
Είχαν πέσει κάτω από τα τραπέζει και προσπαθούσαν με τα σώματα τους να
προστατεύσουν τον γιο τους και τον φίλο του.
Η 31χρονη Μπλάιθ
Ρίγκαν είχε καλύψει τον 11χρονο γιο της, Ματάο και ο σύζυγος της Ρόναλντ τον
12χρονο Κιθ Τόμας. Ο Ρόναλντ δέχθηκε έξι σφαίρες αλλά επέζησε. Επιβίωσε και ο
Τόμας που χτυπήθηκε στον ώμο και το χέρι. Η Μπλάιθ και ο Ματάο σκοτώθηκαν και
οι δύο από πολλαπλούς πυροβολισμούς στο κεφάλι.
Σε κοντινή
απόσταση, τρεις γυναίκες προσπαθούσαν να κρυφτούν. Η 24χρονη Γουαδελούπε ντελ
Ρίο ήταν ήδη τραυματισμένη. Την προστάτευαν οι φίλοι της, η 25χρονη Γκλόρια
Ραμίρες και η 31χρονη Αρισντέλσι Βουέλβας Βάργκας. Ο Χιούμπερτι έστρεψε το όπλο
του προς τα εκεί. Η Ντελ Ρίο δέχθηκε κι άλλες σφαίρες αλλά επέζησε, σαν από
θαύμα η Ραμίρες έμεινε αλώβητη ενώ η Βάργκας δέχθηκε έναν πυροβολισμό στο πίσω
μέρος του κεφαλιού της. Πέθανε από το τραύμα της την επόμενη μέρα και ήταν η μόνη
θανάσιμα τραυματισμένη που έζησε αρκετά για να φτάσει στο νοσοκομείο.
Ο Χιούμπερτι
συνέχισε τις εκτελέσεις με επόμενο θύμα των τον 45χρονο τραπεζίτη Ούγκο Βελάσκες
Βάσκες
Η αστυνομία
δέχθηκε την πρώτη κλήση για βοήθεια λίγο μετά τις 16:00. Ο παρέπεμψε κατά λάθος
τους αστυνομικούς που ανταποκρίθηκαν σε ένα άλλο McDonald's τρία χιλιόμετρα από
το σημείο της επίθεσης. Το λάθος αυτό έδωσε χρόνο στον δράστη.
Περίπου στις
16:05 ένα ζευγάρι Μεξικανών, ο Αστόλφο και η Μαρισέλα Φέλιξ μαζί με την
τετράμηνη κόρης ρου Καρλίτα, πάρκαραν στον χώρο στάθμευσης των McDonald’s. O Αστόλφο είδε τα σπασμένα τζάμια αλλά
θεώρησε ότι γίνονταν εργασίες ανακαίνισης. «Όταν ο Χιούμπερτι μας πλησίασε
πίστεψα ότι είναι εργάτης» θα πει ο Μεξικάνος.
Ο δολοφόνος τους
έριξε με την καραμπίνα και το Uzi. Τραυματίστηκαν και οι τρεις πολύ σοβαρά αλλά επέζησαν.
Στη συνέχεια
τρία 11χρονα αγόρια έφτασαν στο πάργκινγκ. Κάποιος τους φώναξε μέσα από το
εστιατόριο αλλά δεν κατάλαβαν τι εννοούσε. Ο Χιούμπερτι πυροβόλησε τα παιδιά με
την καραμπίνα και το Uzi. Ο Τζόσουα Κόουλμαν τραυματίστηκε σοβαρά αλλά
επέζησε. Οι φίλοι του Ομάρ Αλόνσο Ερνάντες και Νταβίντ Φλόρες Ντελγκάδο δεν
ήταν το ίδιο τυχεροί.
Ο Χιούμπερτι
παρατήρησε ένα ηλικιωμένο ζευγάρι, τον 74χρονο Μιγκέλ Βικτόρια Ουγιόα, και την
69χρονη Αΐντα Βελάσκες Βικτόρια, να περπατούν προς την είσοδο. Καθώς ο Μιγκέλ
άπλωσε το χέρι του για να ανοίξει την πόρτα για τη σύζυγό του, ο Χιούμπερτ
πυροβόλησε. Ο Μιγκέλ τραυματίστηκε και η Αΐντα σκοτώθηκε επί τόπου. Δύο
μάρτυρες θα καταθέσουν ότι ο Μιγκέλ κρατούσε στην αγκαλιά του τη σύζυγο του και
σκούπιζε το αίμα από το πρόσωπό της, φωνάζοντας κατάρες στον Χιούμπερτι. Ο
δολοφόνος τον πλησίασε, τον έβρισε και τον εκτέλεσε με έναν πυροβολισμό στο
κεφάλι.
Η άφιξη της
αστυνομίας
Περίπου δέκα
λεπτά μετά την πρώτη κλήση στις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης, η αστυνομία έφτασε
στο σωστό εστιατόριο McDonald's. Ο πρώτος αστυνομικός που έφτασε στο σημείο, ήταν
ο Μιγκέλ Ροσάριο. Ο Χιούμπερτι πυροβόλησε το περιπολικό, μόλις ο αντιλήφθηκε.
Το εστιατόριο αποκλείστηκε από αστυνομικούς και μέλη της ομάδας SWAT.
Όταν διαπίστωσαν
πως πρόκειται για έναν μόνο δράστη πήραν την εξουσιοδότηση να τον πυροβολήσουν.
Μέσα στο
εστιατόριο ο Χιούμπερτι άλλαξε σταθμούς σε ένα φορητό ραδιόφωνο θέλοντας να
ακούσει για την επίθεση. Τελικά άφησε έναν μουσικό σταθμό και συνέχισε να πυροβολεί
ενώ… χόρευε.
Στην κουζίνα
βρήκε έξι υπαλλήλους που κρύβονταν. «Ω, υπάρχουν κι άλλοι. Προσπαθείτε να
κρυφτείτε από μένα, καθάρματα!» είπε και μια υπάλληλος του φώναξε στα ισπανικά;
«Μην με σκοτώνετε! Μην με σκοτώνετε!».
Ο Χιούμπερτι
άνοιξε πυρ σκοτώνοντας την 21χρονη Παουλίνα Λόπες, την 19χρονη Έλσα Μπορμπόα-Φιέρο,
και την 18χρονη Μαργκαρίτα Παντίγια, και τραυματίζοντας σοβαρά τον 17χρονο Άλμπερτ
Λίος.
Οι αρχές
επιχείρησαν να πλησιάσουν με ένα πυροσβεστικό όχημα αλλά ο Χιούμπερτι
πυροβόλησε επανειλημμένα και τραυμάτισε ένα άτομα. Στη συνέχεια περιφέρθηκε
μέσα στο μαγαζί και εκτέλεσε τον 19χρονο Χοσέ Πέρες που ήταν τραυματίας και βογκούσε.
Σκότωσε επίσης την 22χρονη Γκλόρια Γκονσάλες και μια επίσης νεαρή κοπέλα, την
Μισέλ Κάρνκρος.
Η Ορόρα Πένια,
η οποία επέζησε, θυμάται: «Κάποια στιγμή οι πυροβολισμοί σταμάτησαν. Άνοιξα τα
μάτια μου και είδα τον Χιούμπερτι να με κοιτάζει. Έβρισε και μου πέταξε μια
σακούλα με τηγανητές πατάτες. Στη συνέχεια πήρε την καραμπίνα και μου έριξε. Είναι
απίστευτο το γεγονός ότι δεν με σκότωσε».
Το τέλος της
σφαγής
Η ώρα ήταν
πλέον 17:17 και γύρω από το εστιατόριο είχαν πάρει θέση ελεύθεροι σκοπευτές. Ο
Χιούμπερτ περπάτησε από τον πάγκο εξυπηρέτησης προς την πόρτα κοντά στο
παράθυρο drive-in του εστιατορίου.
«Δεν είδα
ποτέ το πρόσωπό του. Την πρώτη φορά που μπόρεσα να δω [τον Χιούμπερτι], καθόταν
σε έναν πάγκο περίπου στη μέση του κτιρίου. Στη συνέχεια σηκώθηκε και άρχισε να
περπατάει προς την πόρτα, όπου τον βλέπαμε καλύτερα από τον λαιμό και κάτω. Σταμάτησε
περίπου δύο μέτρα από την πόρτα, οπότε έριξα τη βολή. Το Uzi του έπεσε και τινάχτηκε μερικά μέτρα
πίσω» θυμάται ο ελεύθερος σκοπευτής της ομάδας SWAT, Τσαρλς Φόστερ που έβαλε τέλος στη
δολοφονική επίθεση.
Ο Φόστερ
πυροβόλησε μία μόνο φορά από απόσταση περίπου 32 μέτρων. Η σφαίρα εισήλθε στο
στήθος του Χιούμπερτ, έκοψε την αορτή του ακριβώς κάτω από την καρδιά του και
βγήκε από τη σπονδυλική του στήλη. Τον σκότωσε ακαριαία.
Το όλο
περιστατικό διήρκεσε 77 λεπτά, κατά τη διάρκεια των οποίων ο Χιούμπερτι έριξε
τουλάχιστον 257 σφαίρες σκοτώνοντας 21 άτομα και τραυματίζοντας 19. Μόνο δέκα
άτομα μέσα στο εστιατόριο δεν τραυματίστηκαν, έξι από τα οποία είχαν κρυφτεί
μέσα στο βοηθητικό δωμάτιο του υπογείου.
] Από τους
νεκρούς, δεκατρείς πέθαναν από τραύματα από πυροβολισμούς στο κεφάλι, επτά από
πυροβολισμούς στο στήθος και ένα θύμα, ο οκτάμηνος Κάρλος Ρέγες, από έναν μόνο
πυροβολισμό 9 χιλιοστών στην πλάτη. Οι ηλικίες των θυμάτων κυμαίνονταν από
τέσσερις μήνες έως 74 έτη.
Η έρευνα
έδειξε ότι ο Χιούμπερτι έβριζε και φώναζε κατά το μεγαλύτερο μέρος της επίθεσης.
Σε μια περίπτωση είπε ότι ο ίδιος δεν άξιζε να ζήσει, αλλά ότι φρόντιζε αυτός
για αυτό το θέμα. Υποστήριζε ότι είναι βετεράνος του πολέμου του Βιετνάμ αλλά στην πραγματικότητα δεν είχε υπηρετήσει
ποτέ στον στρατό.
Η σορός του
Χιούμπερτι αποτεφρώθηκε στις 23 Ιουλίου 1984 χωρίς να τελεστή κάποια θρησκευτική
λειτουργία. Η τέφρα του επιστράφηκε στη χήρα του και αργότερα τάφηκε στην
πολιτεία καταγωγής του, το Οχάιο.
Επίλογος
Τις
εβδομάδες που ακολούθησαν τη σφαγή, η σύζυγος και οι κόρες του Χιούμπερτι
δέχτηκαν πολυάριθμες απειλές θανάτου. Αναγκάστηκαν να μετακομίσουν και να
αλλάξουν ονόματα. Η Έτνα Χιούμπερτ πέθανε από καρκίνο του μαστού το 2003.
Μέσα σε δύο
ημέρες από το μακελειό το εστιατόριο είχε ανακαινιστεί και ανακαινιστεί. Στόχος
ήταν να ανοίξει ξανά αλλά μετά από συζητήσεις μεταξύ των υπευθύνων της περιοχής
και των στελεχών των McDonald's, στις 24 Ιουλίου ελήφθη απόφαση ότι
το εστιατόριο θα παρέμενε κλειστό. Το ανακαινισμένο εστιατόριο κατεδαφίστηκε τα
μεσάνυχτα της 26ης Σεπτεμβρίου. Μετά το κλείσιμο και την κατεδάφιση του
εστιατορίου, τα McDonald's δώρισαν το οικόπεδο στην πόλη, με τον όρο ότι δεν θα κατασκευαστεί
εστιατόριο στο χώρο. [ 117 ] Για περισσότερα από τέσσερα χρόνια, εξετάζονταν
σχέδια μετατροπής του χώρου είτε σε πάρκο μνήμης είτε σε ιερό για τους νεκρούς.
Η γη πουλήθηκε τον Φεβρουάριο του 1988 στο Southwestern College. Ένα μόνιμο μνημείο για τους νεκρούς
της σφαγής αποκαλύφθηκε επίσημα το 1990.



