Της έκοψε τα χέρια και την πέταξε από βράχο. Αυτή επέζησε και φρόντισε ο δράστης να πεθάνει στη φυλακή


Η απίστευτη ιστορία της Μαίρη Βίνσεντ που αρνήθηκε να πεθάνει μετά από μια φρικτή υπόθεση. Όταν ο δράστης σκότωσε τελικά μια γυναίκα η Μαίρη κατέθεσε και πάλι εναντίον του

«Είχα μόλις γίνει 15 ετών και το να φύγω από το σπίτι πλέον ήταν μονόδρομος. Ο πατριός μου μας κακοποιούσε λεκτικά, σωματικά και σεξουαλικά. Αποφάσισα λοιπόν να πάω να βρω τον παππού μου στην Καλιφόρνια. Δεν είχα κάνει ξανά ωτοστόπ, είχα άγνοια κινδύνου, αλλά πήρα το σακίδιο μου κι έφυγα. Θα πήγαινα από το Λας Βέγκας στο Μπέρκλεϊ

 Έφτασα σε μια διασταύρωση όπου περίμεναν αρκετοί άνθρωποι για ωτοστόπ. Κρατούσαν χαρτόνια με το μέρος που ήθελαν να πάνε. Πλησίασα δύο νεαρούς που έγραφαν Καλιφόρνια και τους ρώτησα αν θα μπορούσα να ταξιδέψω μαζί τους. Δεν είχαν πρόβλημα και στάθηκα δίπλα τους. Ένα βαν σταμάτησε και το πλησιάσαμε. Ο οδηγός ήταν ένας μεγαλωμένος άντρας με γυαλιά. Είπε ότι έχει χώρο μόνο για εμένα. Οι νεαροί μου είπαν να μην μπω. Ήμουν όμως ένας απελπισμένο, φοβισμένο παιδί που ήθελε να πάει στον παππού του. Άνοιξα την πόρτα και μπήκα…» διηγείται η Μαίρη Βίνσεντ για την μέρα που θα τη σημάδευε για πάντα.

Η επίθεση

Η 15χρονη μπήκε στο βαν του 51χρονου τότε Λόρενς Σίνγκλετον την 29η Σεπτεμβρίου 1978.

«Ξεκινήσαμε και μου είπε ότι θα περάσουμε από το σπίτι του για να πάρει κάποια πράγματα. Πήγα μαζί για να χρησιμοποιήσω την τουαλέτα. Το σπίτι ήταν άδειο, κανένα έπιπλο. Επιστρέψαμε στο βαν και μετά από λίγο αποκοιμήθηκα. Όταν ξύπνησα είχε νυχτώσει και διαπίστωσα ότι πηγαίναμε στην αντίθετη κατεύθυνση.

Πήρα ένα ξύλο που βρήκα μέσα στο αυτοκίνητο και του είπα να σταματήσει και να γυρίσουμε πίσω. Μου δικαιολογήθηκε ότι θέλει να πάμε κάπου να κάνει την ανάγκη του. Σταματήσαμε σε ένα σημείο και κατέβηκα. Κατέβηκα κι εγώ για να δέσω τα κορδόνια μου. Καθώς είχα σκύψει ένιωσα ένα δυνατό χτύπημα στο κεφάλι. Είδα μια λάμψη και μετά σκοτάδι…» θυμάται η Μέρι.

Ο Σίνγκλετον την είχε χτυπήσει με ένα σφυρί στο κεφάλι και της είχε ραγίσει το κρανίο. Το κορίτσι έπεσε αναίσθητο.

«Όταν ξύπνησα συνειδητοποίησα ότι είμαι δεμένη. Τον είδα να ρίχνει ένα υγρό σε ένα χάρτινο κουτί από γάλα. Με ανάγκασε να το πιώ, ήταν αλκοόλ με γάλα. Άρχισα να ζαλίζομαι κι αυτός έκοβε τα ρούχα μου. Επιχείρησε να με βιάσει αλλά δεν τα κατάφερε. Έβαλε το μαχαίρι του τρεις φορές μέσα στον κόλπο μου και στη συνέχεια με βίαζε μέχρι που άρχισε να φαίνεται το πρώτο φως.

Με πέταξε έξω από το βαν κι έκοψε τα σχοινιά με τα οποία είχε δέσει τα χέρια μου. Άρπαξε το ένα μου χέρι και προσπάθησα να τον κλωτσήσω. Κρατούσε ένα τσεκούρι και με δύο χτυπήματα μου έκοψε το αριστερό χέρι. Στη συνέχεια άρχισε να κόβει το δεξί μου χέρι. Χρειάστηκε τρία χτυπήματα. Στη συνέχεια με πέταξε από έναν βράχο θεωρώντας είτε ότι έχω ήδη πεθάνει, είτε ότι θα πεθάνω σίγουρα».

«Μια φωνή μου επαναλάμβανε ότι πρέπει να σηκωθώ»

Η 15χρονη υπέστη δεκάδες κατάγματα αλλά επέζησε. Μια φωνή, όπως λέει, της έλεγε συνέχεια να μην τα παρατήσει. «Ένιωθα τόσο πόνο, ήμουν κουρασμένη, κρύωνα. Ήθελα απλά να κοιμηθώ. Μια φωνή όμως μου επαναλάμβανε ότι πρέπει να σηκωθώ. Έβαλα στα κομμένα χέρια μου χώμα και το αίμα σταμάτησε. Στη συνέχεια κατάφερα να ανέβω στον δρόμο. Περπάτησα για περίπου πέντε χιλιόμετρα πριν συναντήσω το πρώτο αυτοκίνητο.

«Ήταν ένα κόκκινο αυτοκίνητο και επέβαιναν δύο νεαροί που φορούσαν καουμπόικα καπέλα. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τα πρόσωπα τους και μάλλον κι αυτοί δεν ξέχασαν ποτέ το δικό μου. Φανταστείτε ότι ξαφνικά εμφανίστηκε μπροστά τους ένα γυμνό κορίτσι, γεμάτο αίματα, με κομμένα χέρια. Τους είπα «παρακαλώ βοηθήστε με» αλλά φρίκαραν και έφυγαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν.

Συνέχισα να περπατάω και μετά από λίγο είδα αυτό το λευκό αγροτικό. Αυτή τη φορά στάθηκα στη μέση του δρόμου και ούρλιαξα όσο πιο δυνατά μπορούσε. Ήταν ένα ζευγάρι και σταμάτησαν…».

Μετέφεραν τη Μέρι στο νοσοκομείο και το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να δώσει περιγραφή του δράστη. «Είδα έναν αστυνομικό και τον χτύπησα με το πόδι μου, δεν είχα χέρια πλέον βλέπετε. Του είπα ότι θέλω να του μιλήσω για το τι συνέβη και τον άντρα που προσπάθησε να με σκοτώσει. Έχω φωτογραφική μνήμη και θυμόμουν τα πάντα. Τα σημάδια στο σώμα του, τα έγγραφα του, το πρόσωπο του» λέει.

Ο Λόρενς Σίνγκλετον συνελήφθη και στο δικαστήριο η Μέρι κατέθεσε εναντίον του φορώντας γάντζους στα κομμένα της χέρια. Στον δράστη επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 14 ετών, η ανώτερη που προέβλεπε για ένα τέτοιο έγκλημα η τότε νομοθεσία στην Καλιφόρνια. «Αν είχα τη δύναμη θα τον έστελνα στη φυλακή για το υπόλοιπο της ζωής του» θα πει ο δικαστής.

Αποφυλάκιση και φόνος

Έχοντας εκτίσει μόλις οκτώ χρόνια, ο Σίνγκλετον αποφυλακίστηκε με αναστολή. Κρίθηκε ότι επέδειξε καλή διαγωγή και έλαβαν υπ’ όψιν ότι εργαζόταν σαν βοηθός καθηγητή στο σχολείο της φυλακής.  Η οργή που προκάλεσε η πρόωρη αποφυλάκιση του οδήγησε στην αλλαγή της νομοθεσίας.

Ο Σίνγκλετον εγκαταστάθηκε στη Φλόριντα και το 1990 καταδικάστηκε δύο φορές για κλοπή. Επτά χρόνια μετά ένας γείτονας επικοινώνησε με τις αρχές καταγγέλλοντας πως ακούει μια γυναίκα να ουρλιάζει. Αστυνομικοί πήγαν στο σπίτι του Σίνγκλετον όπου βρήκαν το κατακρεουργημένο, από δεκάδες μαχαιριές, σώμα της Ροξάν Χέιγς. Η 30χρονη ήταν μητέρα τριών παιδιών.

Ο Σίνγκλετον κάθισε και πάλι στο εδώλιο και η Μέρι Βίνσεντ έδωσε το παρών και σε αυτή τη δίκη. Περιέγραψε με λεπτομέρειες την επίθεση και ζήτησε από το δικαστήριο να εξασφαλίζει αυτή τη φορά ότι δεν θα κυκλοφορήσει ξανά ελεύθερος. Του επιβλήθηκε η ποινή του θανάτου αλλά στις 28 Δεκεμβρίου 2001 πέθανε από καρκίνο στο νοσοκομείο της φυλακής.

Επίλογος

Η Μέρι Βίνσεντ κατάφερε να ξεπεράσει το τραύμα. Σπούδασε, παντρεύτηκε δύο φορές και απέκτησε δύο γιούς. Έγινε σύμβουλος θυμάτων επιθέσεων και ζωγραφίζει. Στα 63 της σήμερα ζει στην περιοχή της Ουάσινγκτον. «Μου έκοψε τα χέρια αλλά όχι την καρδιά και το μυαλό μου» τονίζει.