«Είμαι ο χειρότερος εφιάλτης σας»


Ο Γκάρι Χίλτον περιπλανιόταν στα δάση των ΗΠΑ και κυνηγούσε ανθρώπους. Απήγαγε, βίαζε και δολοφονούσε. Έχει ομολογήσει τέσσερα εγκλήματα αλλά οι αρχές θεωρούν ότι η λίστα με τα θύματα του είναι πολύ μεγαλύτερη

To 1995 o 51χρονος τότε Γκάρι Χίλτον έγραψε, μαζί με έναν φίλο του, το σενάριο της ταινίας «Deadly Run». Ήταν ένα φιλμ χαμηλού μπάτζετ με πρωταγωνιστή έναν ψυχοπαθή που απήγαγε γυναίκες, τις άφηνε ελεύθερες στο δάσος και τις χρησιμοποιούσε σαν θηράματα. Λίγα χρόνια μετά ο Χίλτον θα υλοποιούσε το σενάριο. Έγινε κυνηγός ανθρώπων μέσα στις δασώδεις περιοχές των ΗΠΑ και δολοφόνησε τουλάχιστον τέσσερα άτομα.

Εμμονή με τον θάνατο και την καταστροφή

«Απ’ όλα τα ψευδώνυμα που μου έχουν βγάλει προτιμώ το Χασάπης του Blood Mountain. Είμαι ο χειρότερος εφιάλτης σας και το απολαμβάνω. Είμαι ο γηραιότερος κατά συρροή δολοφόνος στην ιστορία των ΗΠΑ. Δεν είναι εκπληκτικό;» λέει ο ίδιος ο Χίλτον.

Γεννημένος το 1946 στην Ατλάντα και μεγαλωμένος στην Φλόριντα, πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια και ανέπτυξε μια εμμονή με τον θάνατο, την καταστροφή και τον πόλεμο. Στα 14 του πυροβόλησε με καραμπίνα τον πατριό του και τον τραυμάτισε σοβαρά. Διαγνώστηκε με ψυχοπάθεια, αντικοινωνική συμπεριφορά και παραφιλία (σεξουαλικές προτιμήσεις που αποκλίνουν από τα τυπικά ή κοινωνικά αποδεκτά πρότυπα σεξουαλικής συνεύρεσης). Του δόθηκε φαρμακευτική αγωγή που δεν ακολουθούσε.

Ο Χίλτον αδυνατούσε να συνδεθεί συναισθηματικά με ανθρώπους και να ενταχθεί στην κοινωνία. Κατατάχθηκε στον στρατό απ’ όπου τον έδιωξαν ενώ δεν μπορούσε να διατηρήσει μια σταθερή δουλειά. Με μοναδικούς συντρόφους τους σκύλους, που είχε κατά καιρούς, ο Χίλτον άρχισε να ζει νομαδικά. «Νιώθω 1000 φορές καλύτερα με τους σκύλους παρά με τους ανθρώπους. Η ζωή μου ήταν μια απόλυτη αποτυχία. Ένα τίποτα, ένας κανένας που ποτέ δεν πέτυχε κάτι. Αποτυχία σε όλα» θα πει.

Περιφερόταν με το βανάκι του και κατασκήνωνε σε δάση. Βιοποριζόταν με περιστασιακές δουλειές, κλοπές και επαιτεία.

«Το αίμα της πετάχτηκε στα μάτια μου»

Υποστηρίζει ότι έκανε τον πρώτο του φόνο σε ηλικία 61 ετών, στις 21 Οκτωβρίου 2007. Θύματα του ο 80χρονος Τζον Μπράιαντ και η 84χρονη σύζυγος του Αϊρίν.

Ο Χίλτον αφηγείται με ψυχρότητα που παγώνει το αίμα:

«Ήμουν στο εθνικό πάκο Pisgah στη Βόρεια Καρολίνα. Δεν μου είχε απομείνει τίποτα, ούτε χρήματα, ούτε προμήθειες. Για 15 μέρες έτρωγα από τους σκουπιδοτενεκέδες. Αποφάσισα ότι πρέπει να επιτεθώ σε κάποιον για να βρω λεφτά. Θα επιτιθόμουν στον πρώτο που έβλεπα.

Σταμάτησα σε ένα μικρό πάρκινγκ και είδα το ζευγάρι των ηλικιωμένων. Πλησίασα τον άντρα και του είπα: Θα πάρω την κάρτα σου και θα βγάλω λεφτά. Άντε στο διάολο, μου απάντησε και με προσπέρασε. Τον χτύπησα με το κλομπ πίσω από το γόνατο και έπεσε. Ήταν ένας τεράστιος άντρας. Επιχείρησε να με χτυπήσει με ένα από τα μπατόν που κρατούσε, αλλά το πήρα και το πέταξα. Στη συνέχεια του έριξα σπρέι πιπεριού στα μάτια.

Μετά έκανε το πιο τρελό πράγμα. Φώναξε στη γυναίκα του προπορευόταν λίγα μέτρα: Αϊρίν δεν μπορώ να δω, χτύπα τον.

Μόλις τον είχα ρίξει κάτω, έναν δίμετρο άντρα, και ζητά από τη γυναίκα του να με χτυπήσει. Η Αϊρίν, ευλογημένη να είναι, ήταν τόσο γενναία. Μου επιτέθηκε και με χτύπησε με το μπατόν στο στήθος. Το έκανα στην άκρη και τη χτύπησα με το κλομπ στο κεφάλι. Έπεσε.

Γύρισα και βλέπω τον Τζον Μπράιαντ να κάνει ακόμα ένα τρελό πράγμα. Άνοιξε το πορτοφόλι του, έβγαλε τις κάρτες και τις πέταξε. Τον σήκωσα, τον έβαλα στο βαν και κλείδωσα. Γύρισα στην Αϊρίν. Μου είπε ότι δεν πρόκειται να μπει στο βαν. Τη χτύπησα στο κεφάλι με ένα σίδερο και το αίμα της πετάχτηκε στα μάτια μου. Ήταν πολύ άσχημο.

Μετέφερα το πτώμα της μακριά από το μονοπάτι και γύρισα στο αυτοκίνητο. Οδήγησα μέχρι ένα ΑΤΜ. Πήρα την κάρτα του, κάλυψα το πρόσωπο μου με ταινία και έβγαλα τα λεφτά.  Στη συνέχεια μπήκα με το βαν στο δάσος. Κατεβήκαμε με τον Τζον και αυτός επιχείρησε να μου ξεφύγει, έπεσε όμως και έσπασε το χέρι του. Πήγα από πάνω του και τον πυροβόλησα στον κρόταφο. Διαμπερές χτύπημα…».

«Μου δίνει μια διεστραμμένη ικανοποίηση ότι τρομοκράτησα μια ολόκληρη εκκλησία»

Στις 3 Δεκεμβρίου 2007 ο Χίλτον απήγαγε και τελικά σκότωσε την 46χρονη νοσοκόμα Σέριλ Ντάνλαπ. Αν και είχε καταδικαστεί γι’ αυτό δεν είχε ομολογήσει το έγκλημα του μέχρι τις αρχές του 2026 όταν σε τηλεοπτική του συνέντευξη παραδέχθηκε ότι είναι ο δράστης και έδωσε λεπτομέρειες.

«Ήμουν στο εθνικό πάρκο Apalachicola στη Φλόριντα. Ήμουν και πάλι άφραγκος και πεινασμένος, έπρεπε να βρω κάποιον. Την είδα να περπατάει σε ένα μονοπάτι. Την παρακολουθούσα με κιάλια. Την προσέγγισα και της επιτέθηκα. Αντιστάθηκε αλλά της είπα να σταματήσει και δεν θα πάθει κακό. Την κράτησα κάποιες μέρες. Μάζεψα τα πράγματα της και της είπα ότι σκοπεύω να την αφήσω. Με πίστεψε και μάλιστα πήρε η ίδια την αλυσίδα και το λουκέτο για να την δέσω σε ένα δέντρο. Το είχε κάνει ήδη αρκετές φορές.

Μου είπε κάτι που με τάραξε: Πριν πεθάνεις ζήτα από τον Χριστό να σε συγχωρήσει για ό,τι έχεις κάνει.

Δεν μου άλλαξε όμως την απόφαση. Καθώς προσπαθούσε να βάλει την αλυσίδα πήγα από πίσω της και την πυροβόλησα στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Έκοψα το κεφάλι και τα χέρια της και έκαψα το πτώμα. Ήθελα να εξαφανίσω τα στοιχεία.

Η Σέριλ Ντάνλαπ ήταν πολύ θρήσκα και ομολογώ ότι μου δίνει μια διεστραμμένη ικανοποίηση ότι τρομοκράτησα μια ολόκληρη εκκλησία. Επηρέασα τη ζωή τους για πάντα, δεν θα το ξεχάσουν ποτέ. Τους στοίχειωσα».

«Από την πρώτη στιγμή που την είδα αποφάσισα ότι θα την αρπάξω»

Το τελευταίο του έγκλημα ο Χίλτον το πραγματοποιεί μέσα στις πρώτες μέρες του 2008. Απαγάγει, βιάζει και σκοτώνει την Μέρεντιθ Έμερσον που είχε βγει για περπάτημα με τη σκυλίτσα της την Έλα.  

Ο Χίλτον αφηγείται:

«Την Πρωτοχρονιά του 2008 κατέβαινα από το Blood Mountain. Εγώ και ο σκύλος ο Ντάντι. Την είδα να πλησιάζει, είχε και αυτή μαζί της έναν σκύλο. Σταμάτησε κι έβγαλε ένα μπολάκι για να τον ταΐσει. Ήταν όμορφη, είχε όλο το πακέτο. Από την πρώτη στιγμή που την είδα αποφάσισα ότι θα την αρπάξω και ξέρετε όταν αρπάζεις κάποιον μετά πρέπει να τον σκοτώσεις. Δεν γίνεται αλλιώς, αν θες να τη γλιτώσεις.

Την πλησίασα με τη βοήθεια του Ντάντι. Ήταν τόσο αξιαγάπητος και λειτουργούσε σαν αντίστροφος ανθρωπομορφισμός. Έβλεπαν τον Ντάντι και σκέφτονταν πως ένας άνθρωπος με έναν τέτοιο σκύλο δεν μπορεί να είναι κακός.

Περπατήσαμε μαζί στο μονοπάτι και συναντήσαμε αρκετό κόσμο. Ακόμα και έναν δασοφύλακα που με ρώτησε αν είμαι μαζί της. Του είπα όχι και συνεχίσαμε. Όταν πλέον είχαμε μπει σε ένα απομονωμένο σημείο έβγαλα την ξιφολόγχη που είχα μαζί μου.

Αυτό που ακολούθησε με σόκαρε. Ήταν πολύ γρήγορη και άρπαξε την λάμα. Τράβηξε το μαχαίρι και της έπεσε κάτω. Έβγαλα το πτυσσόμενο κλομπ μου και μου το τράβηξε κι αυτό. Ακολούθησε μάχη. Με χτύπησε πολύ δυνατά στο χέρι και σε πολλά άλλα σημεία. Τελικά κατάφερα να την περιορίσω.  

Την απήγαγα και την έβαλα στο βαν μου. Ήθελα πρώτα να βγάλω τα λεφτά από τις κάρτες και με έτρεχε από εδώ και από εκεί. Πήγαινα στα ΑΤΜ και οι κάρτες δεν δούλευαν. Μου έλεγε ότι είχε κάνει λάθος στον κωδικό ή ότι έπρεπε να πάμε σε άλλη τράπεζα. Με είχε πείσει ότι ήταν ειλικρινής.

Επέστρεψα στο δάσος για να κατασκηνώσουμε εκεί. Χιόνιζε πολύ. Κάποια στιγμή απέναντι μας πέρασε ένα περιπολικό αλλά δεν παρατήρησε κάτι. Τελικά μείναμε στο βαν. Της είπα: Αφού με έτρεξες από εδώ κι από εκεί θα μου δώσεις μουνί. Τη βίασα μια φορά. Είχα να κάνω σεξ από το 1989, είχα αποφασίσει συνειδητά να απέχω γιατί ξέρω πως σε αλλάζουν οι γυναίκες και η αναζήτηση για σεξ. Το πιο άπληστο και άκαρδο πλάσμα είναι η γυναίκα.

Πέρασαν νομίζω 2-3 μέρες και κάποια στιγμή της είπα ότι θα την αφήσω να φύγει. Περπατήσαμε στο δάσος και την έδεσα σε ένα δέντρο με αλυσίδα. Την είχα βάλει να καθίσει σε ένα στρώμα, της άφησα δύο υπνόσακους κι ένα βιβλίο. Πίστευε ότι θα την αφήσω.  

Γύρισα στο αυτοκίνητο και πήρα την μπάρα από έναν γρύλο. Επέστρεψα στο σημείο και τη χτύπησα στο κεφάλι. Φώναζε να την αφήσω αλλά συνέχισα να την χτυπάω. Έχασε τις αισθήσεις και χτυπούσα μέχρι να είμαι σίγουρος ότι πέθανε. Στη συνέχεια της έκοψα το κεφάλι με ένα πριονωτό μαχαίρι κουζίνας. Το έκοψα για να μην με βρουν. Ξέρω ότι τα μαλλιά θα ήταν γεμάτα ίνες. Μετά έριξα χλωρίνη σε όλο της το σώμα για να εξαφανίσω το DNA. Κάλυψα το σώμα και μετά οδήγησα μέχρι την κοντινότερη πόλη. Άφησαν τον σκύλο της σε ένα πάρκινγκ καταστήματος. Μου είχε πει ότι το σκυλί είχε τσιπάκι αλλά σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσα να το σκοτώσω».

Η σύλληψη

Μετά την εξαφάνιση της Μέρεντιθ ο Χίλτον μπήκε άμεσα στο κάδρο των αρχών. Μέσω μαρτυριών τον ταυτοποίησαν και το πρόσωπο του κυκλοφόρησε στον Τύπο. Συνελήφθη στις 4 Ιανουαρίου 2008 ενώ πετούσε πράγματα δικά του και της Μέρεντιθ σε κάδο έξω από βενζινάδικό. Τον αναγνώρισαν περαστικοί και τηλεφώνησαν στην αστυνομία. Αρχικά αρνούνταν να μιλήσει αλλά τελικά ομολόγησε, με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες τα όσα έκανε στην Μέρεντιθ. Συμφώνησε να υπογράψει την ομολογία του αν θα του εξασφάλιζαν ότι ο σκύλος του ο Ντάντι θα δινόταν σε κάποια οικογένεια και δεν θα θανατωνόταν.

Τον Φεβρουάριο του 2011 καταδικάστηκε σε θάνατο και, σε ηλικία 80 ετών πλέον, βρίσκεται σε φυλακή στη Φλόριντα.

Επίλογος

Ψυχολόγοι και ντετέκτιβ, που αξιολόγησαν τον Χίλτον, θεωρούν δεδομένο ότι τα εγκλήματα του ξεκίνησαν πολύ πριν το 2007. Εικάζουν ότι δολοφονούσε από μικρή ηλικία και τα θύματα είναι πολύ περισσότερα από τέσσερα. Μάλιστα σε συγκεκριμένες περιπτώσεις δολοφονιών έχουν βρεθεί στοιχεία που τον εμπλέκουν αλλά δεν ήταν ικανά να οδηγήσουν σε καταδίκη. «Καταλαβαίνω που δεν με πιστεύετε. Είναι ελάχιστες οι πιθανότητες κάποιος να γίνει κατά συρροή δολοφόνος στα 61, αλλά αυτός είμαι εγώ. Κανείς δεν υπήρξε πριν από εμένα, κανείς δεν θα υπάρξει μετά από εμένα. Είμαι μοναδικός κι ας μην το πιστεύετε» υποστηρίζει.