Βρετανία-Ε.Ε.: Το χρονικό ενός διαζυγίου



Από σήμερα 1η Φεβρουαρίου η Βρετανία δεν \ανήκει πλέον στην οικογένεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η πορεία μιας 47χρονης δύσκολης σχέσης


31 Ιανουαρίου, ώρα 23.00, Λονδίνο.

Η μισή Βρετανία γιορτάζει και η άλλη μισή θρηνεί γι’ αυτό  προετοιμαζόταν από τις 23 Ιουνίου 2016: Η Βρετανία δεν ανήκει πια στην Ευρωπαϊκή Ένωση και κανείς δεν ξέρει πλέον με σιγουριά τι θα συμβεί από την 1η Φεβρουαρίου και μετά.

Η σχέση της Μεγάλης Βρετανίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση κράτησε για 47 χρόνια και τριάντα μέρες και ήταν θυελλώδης τόσο εν τη γεννέσει της όσο και σε όλη την πορεία της. Πώς φτάσαμε όμως στην σημερινή μέρα;

Το όραμα του Τσόρτσιλ

Μπορεί ο Ζαν Μονέ να θεωρείται ο πατέρας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ωστόσο ένας από τους πρώτους οραματιστές της ήταν αδιαμφισβήτητα ο Ουίνστον Τσόρτσιλ. Στις 19 Σεπτεμβρίου 1946 και ενώ πια βρισκόταν στην αντιπολίτευση σε έναν φλογερό λόγο του στο Πανεπιστήμιο της Ζυρίχης αναφέρει:

«Υπάρχει ένα φάρμακο που […] θα μπορούσε μέσα σε λίγα χρόνια να κάνει όλη την Ευρώπη ελεύθερη και ευτυχισμένη. Το φάρμακο αυτό είναι να δημιουργήσουμε ξανά την ευρωπαϊκή οικογένεια, στον βαθμό που μπορούμε, και να της δώσουμε μια δομή ικανή να της εξασφαλίσει την ειρήνη, την ασφάλεια και την ελευθερία. Πρέπει να δημιουργήσουμε ένα είδος Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης. Μόνο έτσι εκατοντάδες εκατομμύρια θα είναι σε θέση να ατενίσουν με ελπίδα τις αξίες οι οποίες καθιστούν τη ζωή άξια του να ζει κανείς».

Και ο Τσόρτσιλ προχώρησε: «Το πρώτο πρακτικό βήμα προς τις Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης θα πρέπει να είναι ο σχηματισμός ενός Ευρωπαϊκού Συμβουλίου το οποίο θα χειρίζεται τις υποθέσεις κοινού, πανευρωπαϊκού ενδιαφέροντος (…) Σε αυτή την επείγουσα εργασία η Γαλλία και η Γερμανία θα πρέπει να αναλάβουν ηγετικό ρόλο, με τη συνεργασία της Βρετανίας και της Βρετανικής Κοινοπολιτείας. Η ισχυρή Αμερική όπως και η Σοβιετική Ρωσία, ελπίζω, θα συμμετάσχουν. Οπότε όλα θα πάνε κατ’ ευχήν. Τι χρειάζεται, λοιπόν; Να σηκωθεί όρθια η Ευρώπη».

Οι συμπολίτες του Βρετανοί θεωρούν εξωφρενική την ιδέα του Τσόρτσιλ για συμμετοχή της Βρετανίας σε μια τέτοια ένωση και μάλιστα μαζί με την Γερμανία, μόλις 16 μήνες μετά το τέλος του πολέμου που αυτή ξεκίνησε. Από την πλευρά τους και οι Γάλλοι θεώρησαν αδιανόητη μια γαλλογερμανική συνεργασία. Όμως, ο πρώτος σπόρος είχε μπει.

Η Βρετανία απέναντι από την Ένωση

Χρειάστηκαν να περάσουν έντεκα χρόνια και η κρίση του Σουέζ το 1956 για να αποφασίσουν τα πρώτα ευρωπαϊκά κράτη να ενταχθούν σε έναν συνασπισμό. Το 1957 υπογράφονται στη Ρώμη οι συνθήκες για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΟΚ) και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας (ΕΥΡΑΤΟΜ), από τις οποίες προήλθε η Ευρωπαϊκή Ένωση. Στις ενώσεις συμμετείχαν η Γαλλία, το Βέλγιο, η δυτική Γερμανία, η Ιταλία, το Λουξεμβούργο και η Ολλανδία.

Ωστόσο, η Βρετανία παρέμενε αντίθετη. Η Μεγάλη Βρετανία θεωρούσε ότι αυτή η ένωση κρατών δεν θα κρατούσε παρά μόνο λίγους μήνες. «Ευτυχώς ούτε ο Θεός δεν θέλει αυτήν την Ένωση», είχε δηλώσει χαρακτηριστικά ένας Βρετανός διπλωμάτης.
Μάλιστα ως απάντηση σε αυτήν την οικονομική ένωση των έξι, η Μεγάλη Βρετανία θα προσπαθήσει να δημιουργήσει έναν αντίπαλο δέος. Μαζί με τη Δανία, τη Νορβηγία, την Ελβετία, την Πορτογαλία, την Αυστρία και την Σουηδία δημιουργεί το 1960 την «Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελευθέρων Συναλλαγών» (ΕΖΕΣ). Ωστόσο, η μεγάλη επιτυχία της ΕΟΚ έκανε σιγά σιγά το ένα μετά το άλλο μέλος της ΕΖΕΣ να… μετακομίζουν.

Γάμος… μετεμποδίων

Το Ηνωμένο Βασίλειο το 1972 αποφάσισε να φύγει από την ΕΖΕΣ προκαλώντας την οργή των εναπομείναντων κρατών και να παρακαλέσει την ΕΟΚ να ενταχθεί σε αυτή. Ωστόσο, ο συνταγματάρχης Ντε Γκολ είχε ήδη θέσει βέτο από το 1963 στην ένταξη της Βρετανίας λέγοντας ότι οι Βρετανοί θέλουν να παραλύσουν μια οργάνωση που δεν μπορούν να αποτρέψουν. Ο Ντε Γκoλ άσκησε και δεύτερο βέτο στις 27 Νοεμβρίου 1967, παρά την πίεση αρκετών άλλων κρατών – μελών της τότε ΕΟΚ που επιθυμούσαν την είσοδο της Μεγάλης Βρετανίας . Τελικά, με την άνοδο στην εξουσία του αγγλόφιλου πρόεδρου της Γαλλίας, Ζoρζ Πομπιντού, η Βρετανία γίνεται δεκτή.

Το πρώτο δημοψήφισμα του… Brexit

Το Ηνωμένο Βασίλειο προσχώρησε επισήμως στην ΕΟΚ κατά την πρώτη διεύρυνση της ένωσης στη 1 Ιανουαρίου 1973. Ωστόσο, η κυβέρνηση της Βρετανίας αποφάσισε να ρωτήσει τους Βρετανούς αν επιθυμούν να παραμείνουν στην ένωση δύο χρόνια μετά!

Οι συζητήσεις για τους όρους με τους οποίους η Βρετανία θα πρέπει να βρίσκεται στην ΕΟΚ δεν είχαν σταματήσει ποτέ μετά το 1973. Μάλιστα, το 1974 ο πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας Έντουαρντ Χιθ βρίσκεται αντιμέτωπος με μια τεράστια απεργία των μεταλλωρύχων και σε μια απέλπιδα προσπάθεια να κατευνάσει τα πνεύματα υπόσχεται να συζητήσει ξανά την ένωση και να προχωρήσει σε δημοψήφισμα σχετικά με την παραμονή ή όχι της Βρετανίας στην ΕΟΚ.

Στις 5 Ιουνίου 1975 με μια μαζική συμμετοχή (64%) οι Βρετανοί εγκρίνουν πανηγυρικά το «ναι» με 67,2%. Μάλιστα, τότε η  Μάργκαρετ Θάτσερ «χρεώθηκε» κατά έναν μεγάλο βαθμό τη νίκη της παραμονής καθώς είχε διεξάγει έναν μεγάλο αγώνα υπέρ του «ναι», κάτι που ίσως αργότερα μετάνιωσε.

«Θέλουμε τα χρήματά μας πίσω»

Από το 1975 ως το 1980, όταν πια η Θάτσερ ήταν πρωθυπουργός της Βρετανίας, πολλά πράγματα άλλαξαν με την ίδια να στέκεται πλέον απέναντι από την ΕΟΚ. Δηλώνει πως θέλει να επαναδιαπραγματευτεί τους όρους σχετικά με την συμμετοχή της Βρετανίας στον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό. Έτσι, ξεκινά στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες για να διαμαρτυρηθεί χρησιμοποιώντας την διάσημη φράση:«We want our money back!» (Θέλουμε τα χρήματά μας πίσω). Μετά από τέσσερα χρόνια συζητήσεων η Θάτσερ νίκησε, αλλά οι σχέσεις της με την Ευρωπαϊκή Ένωση διαρρήχθηκαν για πάντα.

Τα επόμενα χρόνια

Η Βρετανία παίρνει κάθε φορά ό,τι ζητά από τις Βρυξέλλες, ενώ την ίδια στιγμή σαμποτάρει συνήθως επιτυχώς κάθε περαιτέρω εμβάθυνση των υπολοίπων κρατών. Μάλιστα, με την πίεση της Μεγάλης Βρετανίας και παρά τις αντιρρήσεις της Γαλλίας επιτυγχάνεται η μεγαλύτερη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης την 1η Μαΐου 2004, όταν δέκα νέα κράτη εισέρχονται, τα περισσότερα εκ των οποίων προέρχονται από την πρώην Σοβιετική Ένωση.

23 Ιανουαρίου 2013

Η μέρα αυτή σηματοδοτεί την αρχή του τέλους της σχέσης της Βρετανίας και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ο πρωθυπουργός της Βρετανίας και πρόεδρος του Συντηρητικού Κόμματος, Ντέιβιντ Κάμερον, χρειάζεται απεγνωσμένα την νίκη στις επερχόμενες εκλογές του 2015 και μάλιστα με αυτοδυναμία και γι’ αυτό στις 23 Ιανουαρίου 2013 αναγκάζεται να υποσχεθεί δημοψήφισμα.

Το ακροδεξιό UKIP, το οποίο ιδρύθηκε το 1993 με στόχο την αποχώρηση της Βρετανίας από την ΕΕ, αυξάνει συνεχώς τις δυνάμεις του. Ειδικά από την στιγμή που επικεφαλής του τίθεται ο Νάιτζελ Φάρατζ (ΦΩΤΟ), το κόμμα καταφέρνει να μπει στην Ευρωβουλή και τα ποσοστά του συνεχώς αυξάνονται. Παράλληλα, μέσα στο Συντηρητικό Κόμμα αναπτύσσεται μια όλο και πιο ισχυρή μερίδα ευρωσκεπτικιστών που θέλουν την έξοδο από την ΕΕ.



UKIP και Συντηρητικοί Ευρωσκεπτικιστές ασκούν ισχυρές πιέσεις στον Κάμερον, ώστε να επαναδιαπραγματευτεί την σχέση της Βρετανίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση και να μεταφέρει πίσω «στο Λονδίνο τη δύναμη από τις Βρυξέλλες». Ο Κάμερον ετοιμάζει για μήνες έναν λόγο σχετικά με τη σχέση Βρετανίας – ΕΕ και τελικά τον εκφωνεί στις 23 Ιανουαρίου 2013. Τονίζει επανειλημμένα ότι η θέση του Ηνωμένου Βασιλείου είναι εντός της ευρωπαϊκής οικογένειας ωστόσο υπόσχεται ότι εφόσον επανεκλεγεί το 2015 θα συζητήσει ξανά τους όρους αυτής της σχέσης. Το σημαντικότερο όμως κομμάτι του λόγου του είναι αυτό στο οποίο υπόσχεται ότι -πάλι εφόσον συνεχίσει στην διακυβέρνηση της χώρας- θα θέσει το ερώτημα στους Βρετανούς πολίτες για το αν θέλουν να παραμείνει η χώρα στην ένωση ή όχι. Και τότε το πάρτι ξεκινά.

Τα χρόνια της παράνοιας

Οι Συντηρητικοί Ευρωσκεπτικιστές και το UKIP ενθουσιάζονται με τα «χαρμόσυνα» νέα του δημοψηφίσματος. Οι υπόλοιποι δεν είναι και τόσο χαρούμενοι, ωστόσο υπάρχει η πεποίθηση ότι το «ναι» θα νικήσει άνετα. Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί μια Ευρωπαϊκή Ένωση χωρίς την Βρετανία και ίσως κατά βάθος ακόμα και οι ευρωσκεπτικιστές φοβούνται ότι η νίκη του «όχι» είναι μάλλον απίθανη. Γι’ αυτό ρίχνονται στην μάχη όσο πιο σκληρά μπορούν.

Ο Κάμερον με τους Συντηρητικούς Ευρωσκεπτικιστές και το UKIP να τον στηρίζουν επανεκλέγεται άνετα και μάλιστα με αυτοδυναμία. Ωστόσο τώρα πρέπει να τηρήσει τον λόγο του. Ο ίδιος δηλώνει ξεκάθαρα ότι τάσσεται υπέρ της παραμονής στην Ευρωπαϊκή Ένωση και ορίζει ως ημερομηνία του δημοψηφίσματος τις 23 Ιουνίου 2016.

Αρχικά, το κλίμα φαίνεται να είναι υπέρ της παραμονής και οι Βρετανοί μάλλον δεν βλέπουν τον λόγο γιατί να φύγουν από την ΕΕ. Οι πρώτες δημοσκοπήσεις δείχνουν άνετο προβάδισμα στο «ναι». Έτσι, η καμπάνια του Brexit αλλάζει πορεία και καταφεύγει στον απόλυτο λαϊκισμό, τις παραποιημένες αλήθειες και ακόμα και την υποκλοπή στοιχείων για την χειραγώγηση των πολιτών.

Η Cambridge Analytica, η οποία αποδεδειγμένα συνέλεγε παράνομα στοιχεία εκατομμυρίων χρηστών του Facebook, συνεργάστηκε  με την καμπάνια του Brexit σύμφωνα με πηγές μέσα από την εταιρεία ώστε να στοχεύσουν ευάλωτους και αναποφάσιστους πολίτες. Οι υποστηρικτές του «όχι» έστρεψαν όλο το βάρος της καμπάνιας του στον «τρόμο της μετανάστευσης» παρουσιάζοντας την Ευρωπαϊκή Ένωση ως τον υπαίτιο που οι μετανάστες… πλημμυρίζουν την Βρετανία. Εκμεταλλεύονται το προσφυγικό και μεταναστευτικό κύμα που έχει ξεκινήσει από τη Συρία κι άλλες χώρες της ανατολής καθώς και τις συνεχόμενες επιθέσεις στην Ευρώπη από τζιχαντιστές και ποντάρουν στον τρόμο που δημιουργούν στους πολίτες.

Η αφίσα του Νάιτζελ Φάρατζ με ορδές μεταναστών που υποτίθεται ότι μπαίνουν στην Βρετανία αποτελεί μια από τις πιο μαύρες στιγμες της καμπάνιας και χαρακτηρίστηκε από πολλούς ως εφάμιλλη της ναζιστικής προπαγάνδας. Δεν είχε σημασία που οι συγκεκριμένοι άνθρωποι βρίσκονταν στα σύνορα Κροατίας – Σλοβενίας χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την Βρετανία, δεν είχε καμία σημασία ότι οι περισσότεροι από αυτούς ήταν πρόσφυγες από την εμπόλεμη Συρία. Η φράση «Breaking Point» (Σημείο καμπής) δέσποζε και έπειθε όσους φοβούνταν το «ξένο». Και μέσω της Cambridge Analytica η αφίσα αυτή και κάθε άλλο προωθητικό υλικό του Brexit έβρισκε τον σωστό στόχο.



Παράλληλα, οι υπέρμαχοι του Brexit υπόσχονται ότι από την επόμενη μέρα του δημοψηφίσματος η Βρετανία θα έχει το πάνω χέρι και θα επιβάλλει τους όρους της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ θα είναι ελεύθερη από όλους τους ακραίους κανόνες που της επιβάλλονταν. Το κλίμα αρχίζει να μεταστρέφεται και οι πολίτες αρχίζουν να νιώθουν ότι η παραμονή στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα είναι μια καταστροφή που θα φέρει στην χώρα χιλιάδες μετανάστες, θα τους πάρει τα χρήματά τους και θα τους κάνει υποχείρια μιας διαβολικής ένωσης. Ακόμα κι έτσι η αίσθηση ότι δεν γίνεται η Βρετανία να φύγει από την Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει. Μάλιστα, κυκλοφορεί το σενάριο ότι ακόμα και αν ψηφιστεί το «όχι», η ΕΕ δεν θα αφήσει την Βρετανία και θα ακολουθήσει τους όρους της για να την κρατήσει στην Ένωση.

23 Ιουνίου 2016

Η ημέρα του δημοψηφίσματος έφτασε και αυτό που οι περισσότεροι δεν περίμεναν έγινε. Με το οριακό ποσοστό 51,86% οι Βρετανοί αποφασίζουν να φύγουν από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Μια μέρα μετά ο Ντέιβιντ Κάμερον ανακοινώνει την παραίτησή του και η Τερέζα Μέι- μια από τους βασικούς βουλευτές στην ομάδα των ευρωσκεπτικιστών- εκλέγεται στην θέση του.

Η στιγμή της παραίτησης

Οι δηλώσεις του Νάιτζελ Φάρατζ πριν το δημοψήφισμα ότι η νίκη με ένα ποσοστό 52% δεν θα είναι ικανοποιητική πλέον ξεχνιούνται. Την ημέρα αμέσως μετά τη νίκη, στις 24 Ιουνίου, ο Φάρατζ δηλώνει ότι μια από τις βασικότερες προεκλογικές τους εξαγγελίες – ότι αν φύγουν από την ΕΕ θα μπορούν να δώσουν 350 εκατ. λίρες την εβδομάδα στο Εθνικό Σύστημα Υγείας- δεν μπορεί να τελικά να υλοποιηθεί και παραδέχεται ότι δεν θα έπρεπε να έχουν υποσχεθεί κάτι τέτοιο. Λίγη σημασία έχει που χάρη στην συγκεκριμένη εξαγγελία πολλοί επέλεξαν να ψηφίσουν υπέρ του Brexit.

Τέσσερα χρόνια μετά

Η Τερέζα Μέι αναλαμβάνει να διαπραγματευτεί με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι Βρετανοί σύντομα καταλαβαίνουν ότι όχι μόνο δεν έχουν το πάνω χέρι αλλά και ότι οι υπόλοιποι Ευρωπαίοι δεν είναι διατεθειμένοι να κάνουν ούτε ένα βήμα πίσω και προετοιμάζουν πολύ σκληρούς όρους. Πολύ σύντομα αρχίζει να συζητείται η πιθανότητα ενός δεύτερου δημοψηφίσματος. Δεκάδες επισκέψεις της Μέι στις Βρυξέλλες καταλήγουν στο κενό και η ένταση στη Βρετανία μεγαλώνει.

Η Μέι στις Βρυξέλλες για να διαπραγματευτεί

Τελικά, η Τερέζα Μέι αναγκάστηκε να παραιτηθεί και ο Μπόρις Τζόνσον ανέλαβε την πρωθυπουργία και ορκίστηκε για ένα Brexit ακόμα και άνευ όρων, κάτι που τελικά κατάφερε. Η Βουλή των Κοινοτήτων τελικά στις 20 Δεκεμβρίου 2019 επικύρωσε τη συμφωνία αποχώρησης που δεν κατάφερε να περάσει η πρώην πρωθυπουργός Τερέζα Μέι  κάτι που μας έφερε στην σημερινή ημέρα.



Και από αύριο τι;

Τις επόμενες μέρες με την Βρετανία επισήμως εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης θα ξεκινήσουν οι συζητήσεις ανάμεσα σε Λονδίνο και Βρυξέλλες για την νέα σχέση των δύο πλευρών με τα κράτη – μέλη της ΕΕ και μόνο αυτά να αποφασίζουν τους όρους της μελλοντικής συμφωνίας με το Ηνωμένο Βασίλειο.

Βάσει της συμφωνίας που επικύρωσε η Βουλή των Κοινοτήτων, την 1η Ιουλίου λήγει η προθεσμία για αίτηση παράτασης της μεταβατικής περιόδου ωστόσο το Ηνωμένο Βασίλειο μπορεί να παρατείνει την μεταβατική περίοδο πέραν του τέλους του 2020 για ένα ή δύο χρόνια, αλλά οφείλει να ενημερώσει την ΕΕ για το αίτημά του πριν από την 1η Ιουλίου.
Θεωρητικά στις 31 Δεκεμβρίου 2020 λήγει η μεταβατική περίοδος για την Μεγάλη Βρετανία και κάθε σχέση της με την Ευρωπαϊκή Ένωση σταματά.

*Στην κεντρική φωτογραφία λεπτομέρεια από έργο του Banksy για το Brexit