Θωμάς και Αντρέας, τα τέρατα του Σικάγο


Το Ripper Crew βίασε, βασάνισε και σκότωσε τουλάχιστον 18 κορίτσια. Δύο από τα μέλη της σατανιστικής σέχτας, που τρομοκράτησε το Σικάγο, ήταν Ελληνοαμερικάνοι

Τον Ιούνιο του 1981 οι αρχές στο Σικάγο ανακάλυψαν, σε ένα χωράφι πίσω από ένα μοτέλ, το ημίγυμνο πτώμα μιας κοπέλας. Η σορός βρισκόταν ήδη σε προχωρημένη αποσύνθεση αλλά ήταν φανερό ότι το θύμα είχε βασανιστεί άγρια και δολοφονηθεί. Το αριστερό στήθος της είχε ακρωτηριαστεί και δεν βρέθηκε κοντά ή δίπλα στο σώμα το οποίο είχε πολλές και βαθιές πληγές. Η νεκροψία έδειξε ότι η κοπέλα είχε σημάδια από χειροπέδες στους καρπούς της και είχε βιαστεί. Μέσα στις κάλτσες της βρέθηκαν χρήματα και έτσι το κίνητρο της ληστείας αποκλείστηκε αμέσως. Τα αποτυπώματα και τα οδοντιατρικά αρχεία οδήγησαν στην ταυτότητα του θύματος: ήταν η 28χρονη ιερόδουλη Λίντα Σάτον. Είχε δύο παιδιά.

Ο Τύπος της εποχής μίλησε για έναν νέο "Τζακ Αντεροβγάλτη" όμως γρήγορα το θέμα ξεχάστηκε. Στοιχεία δεν βρέθηκαν και η υπόθεση αρχειοθετήθηκε.

Πτώματα παντού

Τον Φλεβάρη του 1982 η αστυνομία βρήκε ένα ακόμα πτώμα σε περίπου ίδια κατάσταση. Ήταν σερβιτόρα σε ένα τοπικό καφέ και η έρευνα έδειξε ότι είχε μείνει από βενζίνη και πιθανότατα έψαχνε κάποιον να τη βοηθήσει. Την είχαν βιάσει, την είχαν βασανίσει και επίσης το ένα της στήθος έλειπε. Οι αρχές ήξεραν πλέον ότι είχαν να κάνουν με έναν κατά συρροή δολοφόνο. Λίγες μέρες μετά βρέθηκε μια ακόμα νεκρή κοπέλα. Την είχαν βιάσει και την είχαν στραγγαλίσει, το στήθος της δεν είχε ακρωτηριαστεί αλλά είχε πληγές από δαγκωματιές.

Τον Μάιο του 1982 η 21χρονη Λορέιν Μπορόφσκι εξαφανίστηκε μπροστά από τα γραφεία όπου εργαζόταν. Εκείνο το πρωί ήταν αυτή που θα άνοιγε τα γραφεία. Όταν όμως οι συνάδελφοι της πήγαν στο κτίριο βρήκαν τις πόρτες κλειστές. Μπροστά στην είσοδο βρίσκονταν τα παπούτσια και κάποια πράγματα που είχε η τσάντα της. Ήταν φανερό πως την είχαν απαγάγει. Θα έπρεπε να περάσουν πέντε μήνες για να βρεθεί το πτώμα σε ένα νεκροταφείο. Το στάδιο της αποσύνθεσης δεν επέτρεψε να βρεθούν στοιχεία για το πώς πέθανε.

Λίγες μέρες μετά την επίθεση στην Μπορόφσκι εξαφανίστηκε και η 29χρονη Σούι Μακ. Το πτώμα της θα βρισκόταν τέσσερις μήνες μετά. Ήταν επίσης ακρωτηριασμένη στο στήθος.

Η αποκάλυψη

Τον Ιούνιο του 1982 ένα κόκκινο βαν σταμάτησε δίπλα στην ιερόδουλη Έιντζελ Γιορκ. Ο άντρας της συστήθηκε ως Τζον. Της έβαλε χειροπέδες, την χτύπησε και την μαχαίρωσε στο στήθος. Δεν την σκότωσε όμως, την άφησε ζωντανή σε έναν ερημικό δρόμο. Η Γιορκ έδωσε περιγραφή του δράστη αλλά η έρευνα δεν οδήγησε πουθενά.

Δύο μήνες μετά στις όχθες του ποταμού Σικάγο βρέθηκε το πτώμα της νεαρής ιερόδουλης Σάντρα Ντέλαγουερ. Την είχαν μαχαιρώσει και την είχαν στραγγαλίσει. Το αριστερό της στήθος έλειπε.

Το πτώμα της 30χρονης Ρόουζ Ντέιβις βρέθηκε σε ακριβώς ίδια κατάσταση τον Σεπτέμβριο του 1982. Η αστυνομία είχε εξαπολύσει ανθρωποκυνηγητό σε όλη την πολιτεία αλλά στοιχεία δεν υπήρχαν. Αυτό θα άλλαζε όταν η 20χρονη Μπέβερλι Ουάσινγκτον θα επιζούσε από μια επίθεση. Την βίασαν, τη βασάνισαν, της έκοψαν το δεξί στήθος, τη μαχαίρωσαν στο αριστερό και την άφησαν σε έναν σκουπιδότοπο θεωρώντας ότι θα πεθάνει. Ένας περαστικός όμως τη βρήκε και την πήγε στο νοσοκομείο. Η Ουάσινγκτον αποκάλυψε στην αστυνομία αυτό που υποπτεύονταν. Είχαν να κάνουν με μια ομάδα δολοφόνων και όχι με κάποιο μοναχικό, σύγχρονο "Τζακ Αντεροβγάλτη". Έδωσε λεπτομερείς περιγραφές και στοιχεία για το βαν.


Εντοπισμός και ομολογία

Στις 20 Οκτωβρίου 1982 η αστυνομία εντόπισε το βαν. Το οδηγούσε κάποιος Έντι Σπράιτσερ αλλά το όχημα ανήκε στο αφεντικό του, τον Ρόμπιν Γκεχτ. Τους οδήγησε στο σπίτι του Γκεχτ ο οποίος δήλωσε ότι δεν είχε πρόβλημα να καταθέσει για την υπόθεση. Παρότι όλα τα στοιχεία "έδειχναν" τον Γκεχτ δεν υπήρχαν απτές αποδείξεις. Ο Γκεχτ επέδειξε εντυπωσιακή ψυχραιμία κατά τη διάρκεια της ανάκρισης και αφέθηκε ελεύθερος. Η αστυνομία όμως συνέχισε την έρευνα.

Το 1981 ανακάλυψαν ότι ο Γκεντ και ακόμα τρεις άντρες ενοικίαζαν δωμάτια σε ένα μοτέλ. Ο υπεύθυνος του μοτέλ είπε στην αστυνομία ότι τα δωμάτια επικοινωνούσαν και οι άντρες έφεραν συχνά γυναίκες, έκαναν θόρυβο και ήταν "κάτι σαν μέλη σέχτας, ίσως σατανιστές" όπως χαρακτηριστικά κατέθεσε.

H ομάδα αποτελούταν από τον Γκεχτ, τον υπάλληλο του Έντι Σπράιτσερ και τα ελληνικής καταγωγής αδέλφια Τόμας και Άντριου Κοκοραλέις (πιθανότατα αμερικάνικη παράφραση του Κοκοραλής). Μάλιστα τα αδέλφια είχαν αφήσει στον υπεύθυνο τη διεύθυνσή τους. Μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα ο Τόμας Κοκοραλέις βρισκόταν στο τμήμα και ανακρινόταν. Αν και αρχικά αρνούνταν οποιαδήποτε ανάμειξη, γρήγορα «έσπασε» και ομολόγησε τα πάντα.

Με καθαρά σεξουαλικά κίνητρα και σατανιστικό «μανδύα», η τετράδα είχε φτιάξει μια δολοφονική ομάδα που κυνηγούσε νεαρές γυναίκες. Οι περισσότερες δολοφονίες έγιναν στο "Σατανιστικό παρεκκλήσι", όπως το αποκάλεσε, ένα δωμάτιο στο σπίτι του Γκεχτ. Η μέθοδος ήταν συγκεκριμένη. Κυκλοφορούσαν με το κόκκινο βαν και απήγαγαν κορίτσια από μέρη που δεν υπήρχαν μάρτυρες. Στη συνέχεια τα μετέφεραν στο σπίτι του Γκεχτ όπου τα βίαζαν ομαδικά και τα βασάνιζαν με σφυριά, μαχαίρια και παγοκόφτες.

Σύμφωνα με τον Τόμας Κοκοραλέις ήταν ο Γκεχτ που ζητούσε να ακρωτηριάζουν το στήθος των κοριτσιών. Το έκοβαν με ένα σύρμα το οποίο τύλιγαν γύρω από το στήθος ενώ τα θύματα ήταν ακόμα ζωντανά.

Οι δολοφονίες γίνονταν κυρίως με στραγγαλισμό. Στη συνέχεια τα μέλη της σέχτας έπιναν λίγο αίμα ή έτρωγαν ένα μικρό κομμάτι σάρκας από το θύμα σε μια μορφή κοινωνίας. Ο Γκεχτ κρατούσε τα κομμένα στήθη σε ένα κουτί και συχνά αυνανιζόταν πάνω τους. Σύμφωνα με τον Κοκοραλέις κάποια στιγμή στο κουτί είχε 15 στήθη.

Στη συνέχεια μετέφεραν τα πτώματα με το βαν και τα άφηναν σε μέρη όπου πίστευαν ότι θα βρεθούν μετά από πολύ καιρό και δεν θα υπάρχουν στοιχεία.

Σύμφωνα με την ομολογία η ομάδα, η οποία ονομάστηκε από τον Τύπο Ripper Crew, σκότωσε συνολικά 18 γυναίκες. Το γεγονός ότι ο Τόμας Κοκοραλέις έδωσε τόσες λεπτομέρειες και κατέδωσε ακόμα και τον αδελφό του δεν ήταν φυσικά ανιδιοτελές. Έκανε συμφωνία με τις αρχές ώστε να αποφύγει τη θανατική ποινή. Ακολούθησε η σύλληψη και των άλλων τριών μελών του Ripper Crew.

Η μοίρα των Ripper Crew

Στη δίκη ο Γκεχτ υποστήριξε ότι δεν σκότωσε κανένα από τα κορίτσια ενώ τα αδέλφια Κοκοραλέις επιχείρησαν να παίξουν το χαρτί της ψυχασθένειας. Τελικά, λόγω της ομολογίας του, ο Τόμας καταδικάστηκε σε ισόβια με τη δυνατότητα να αποφυλακιστεί υπό όρους στο μέλλον. Ο αδελφός του Άντριου καταδικάστηκε σε θάνατο όπως και ο Έντι Σπράιτσερ. Όσο για τον Γκεχτ η εισαγγελία δεν κατάφερε να στοιχειοθετήσει εναντίον του κατηγορίες για δολοφονία, ωστόσο καταδικάστηκε σε 120 χρόνια φυλάκιση για την συμμετοχή του σε όλα τα αποτρόπαια εγκλήματα.

Στις 17 Μαρτίου 1999 ο Άντριου Κοκοραλέις εκτελέστηκε με θανατηφόρα ένεση. Η Ελληνορθόδοξη Εκκλησία των ΗΠΑ έκανε μεγάλη προσπάθεια να τον σώσει αλλά η ποινή του εκτελέστηκε κανονικά. Ο Έντι Σπράιτσερ γλίτωσε την τελευταία στιγμή. Είχε μπει ήδη στην πτέρυγα των υπό εκτέλεση καταδίκων όταν το 2003 ο τότε κυβερνήτης του Ιλινόις έβαλε τέλος στις εκτελέσεις.

Ο Γκεχτ παραμένει στη φυλακή και επιμένει πως δεν σκότωσε κανέναν. Όσο για την αρρωστημένη του μανία με το γυναικείο στήθος σε μια συνέντευξη του τόνισε ότι είναι κάτι κληρονομικό. «Τόσο η γιαγιά μου όσο και η μητέρα μου είχαν τεράστιο στήθος. Είναι μάλλον κάτι που πήρα από τον παππού και τον πατέρα μου» θα πει.

Ο Τόμας Κοκοραλέις έκανε την πρώτη αίτηση αποφυλάκισης το 2017, η οποία δεν έγινε δεκτή. Δύο χρόνια μετά όμως, τον Μάρτιο του 2019, έπεισε την επιτροπή και πλέον κυκλοφορεί ελεύθερος. Ζει στην πόλη Ορόρα του Ιλινόις και κάθε Κυριακή πηγαίνει στην Ελληνορθόδοξη Εκκλησία της περιοχής. Κάτοικοι της Ορόρα διαδήλωσαν ζητώντας από τον Κοκοραλέις να φύγει από την περιοχή. Σε συνέντευξη που παραχώρησε πρόσφατα δήλωσε ότι δεν σκοπεύει να αφήσει την Ορόρα. "Πιστεύουν ότι είμαι ένας τέρας αλλά δεν είμαι" τονίζει και πλέον υποστηρίζει ότι δεν διέπραξε κανένα έγκλημα και απλά τον πίεσαν να ομολογήσει. Στην ερώτηση για το πώς γνώριζε τόσες λεπτομέρειες για τα εγκλήματα λέει πως τις έβαλαν στο μυαλό του οι ανακριτές και αυτός απλά τις επανέλαβε.

*Στην κεντρική φωτό από αριστερά προς τα δεξιά οι Γκεχτ, Τόμας Κοκοραλέις, Άντριου Κοκοραλέις και Σπράιτσερ.  

 

Σχόλια