Η Αλεξάνδρεια του Τίγρη έχει εντυπωσιάσει τους αρχαιολόγους με το μέγεθος και τη δομή της
Αρχαιολόγοι επιβεβαίωσαν την τοποθεσία μιας χαμένης για αιώνες πόλης που είχε ιδρυθεί από τον Μέγα Αλέξανδρο. Πρόκειται για ένα άλλοτε ακμάζον εμπορικό κέντρο που παρέμενε κρυμμένο για εκατοντάδες χρόνια. Η πόλη είχε το όνομα του Αλέξανδρου (Αλεξάνδρεια) και βρισκόταν κοντά στον ποταμό Τίγρη, στο νότιο Ιράκ.
Ιδρύθηκε τον 4ο
αιώνα π.Χ. ως πόλη-λιμάνι που συνέδεε το εμπόριο από την Ινδία, τη Μεσοποταμία
και τους λαούς της Μεσογείου. Μετά τον 3ο αιώνα μ.Χ., όμως, η πόλη παρήκμασε πλήρως,
όταν η κοίτη του Τίγρη άλλαξε πορεία.
Τα τελευταία χρόνια,
οι ερευνητές κατάφεραν να χαρτογραφήσουν τα τείχη οχύρωσης, το οδικό δίκτυο και
τα οικοδομικά τετράγωνα της πόλης, αξιοποιώντας εναέριες εικόνες από drones και γεωφυσικές σαρώσεις υψηλής
ανάλυσης.
Οι αρχαιολόγοι
εργάζονται στον χώρο ήδη από τη δεκαετία του 2010, σε μια περίοδο κατά την
οποία ο ISIS
είχε τον έλεγχο σε τμήματα του Ιράκ. Ωστόσο, μόλις πρόσφατα αποκαλύφθηκε το
πραγματικό μέγεθος της χαμένης μητρόπολης.
Σε ανακοίνωση της
28ης Ιανουαρίου, το University of Konstanz στη Γερμανία ανέφερε ότι οι ερευνητές «επιτρεπόταν να
πραγματοποιούν μόνο επιφανειακές έρευνες, υπό τη στενή επιτήρηση στρατιωτών ή
αστυνομικών».
Κατά τη διάρκεια των
ερευνών εντοπίστηκαν συγκροτήματα ναών, εργαστήρια με καμίνια και φούρνους,
καθώς και τα απομεινάρια του λιμανιού και του συστήματος καναλιών της πόλης.
Η πόλη είχε
«πλημμυρίσει επανειλημμένα», αλλά παρ’ όλα αυτά διατηρήθηκε σε εξαιρετικά καλή
κατάσταση, σύμφωνα με τον Στέφαν Χάουζερ, καθηγητή αρχαιολογίας στο
Πανεπιστήμιο.
Ο Χάουζερ τόνισε,
όπως και η πιο γνωστή ομώνυμη πόλη της Αιγύπτου, η Αλεξάνδρεια στον Τίγρη
ιδρύθηκε σε ένα κομβικό σημείο μεταξύ ποταμού και θάλασσας. Η πόλη δημιουργήθηκε
σε μια περίοδο κατά την οποία υπήρχε επιτακτική ανάγκη για ένα νέο λιμάνι στη
νότια Μεσοποταμία που θα εξυπηρετούσε το εμπόριο με την Ινδία.
Ο Χάουζερ σημείωσε
ότι ο Μέγας Αλέξανδρος επέλεξε προσωπικά την τοποθεσία το 324 π.Χ.,
επικαλούμενος τον Ρωμαίο συγγραφέα Πλίνιο τον Πρεσβύτερο, ο οποίος βασίστηκε σε
ακόμη παλαιότερες πηγές. Ο Μακεδόνας στρατηλάτης, που κατέκτησε την Περσική
Αυτοκρατορία, φαίνεται πως ίδρυσε εκεί την πόλη λόγω της στρατηγικής της θέσης
κοντά στον ποταμό.
Η πόλη φτάνει τα 2,5
τετραγωνικά μίλια, τεράστιο μέγεθος για να δεδομένα της εποχής. «Το μέγεθος των
οικοδομικών τετραγώνων είναι εξαιρετικό. Ξεπερνά ακόμη και εκείνα μεγάλων
πρωτευουσών της εποχής, όπως η Σελεύκεια τόνισε ο Γερμανός αρχαιολόγος και
προσέθεσε: «Η ποιότητα των γεωφυσικών
δεδομένων είναι πραγματικά εντυπωσιακή. Η διατήρηση των κτιρίων είναι
απροσδόκητα καλή και μπορέσαμε να εντοπίσουμε τα τείχη σχεδόν αμέσως κάτω από
την επιφάνεια, κάτι που εξηγεί και τα πολύ καλά αποτελέσματα της γεωφυσικής
έρευνας».
Σύμφωνα με τον ίδιο, το ερευνητικό πρόγραμμα ξεκίνησε το 2016 υπό την καθοδήγηση των Βρετανών αρχαιολόγων Τζέιν Μουν, Ρόμπερτ Κίλικ και Στιούαρτ Κάμπελ, στους οποίους απέδωσε τα εύσημα για την έναρξη του εγχειρήματος.
Οι ανασκαφές
παρουσιάζουν σημαντικές δυσκολίες, καθώς το καλοκαίρι οι θερμοκρασίες στην
περιοχή ξεπερνούν τους 120 βαθμούς Φαρενάιτ (περίπου 49°C). Επιπλέον, η ευρύτερη περιοχή
αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ατμοσφαιρικής ρύπανσης.
Η ερευνητική ομάδα
σχεδιάζει να μελετήσει στο μέλλον τις συνοικίες της πόλης καθώς και τα
εργαστήρια και τις εγκαταστάσεις καμίνων, εφόσον εξασφαλιστεί η απαραίτητη
χρηματοδότηση.
Ο Χάουζερ τόνισε ότι
ο χώρος θα μπορούσε να προσφέρει νέα στοιχεία για την Περσική Αυτοκρατορία, που
έλεγχε την πόλη αιώνες μετά τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Όπως
σημείωσε, πρόκειται για μία από τις λιγότερο μελετημένες μεγάλες δυνάμεις της
αρχαιότητας.
«Δεν υπάρχει ούτε
μία ολοκληρωμένη και χρήσιμη σύνοψη για την ιστορία, τη δομή και τον πολιτισμό
της», είπε.
Ο ίδιος πρόσθεσε ότι
ο αρχαιολογικός χώρος είναι «ιδιαίτερα κατάλληλος για τέτοιου είδους έρευνα,
επειδή δεν υπήρξε καμία μεταγενέστερη οικοδομική δραστηριότητα από την
αρχαιότητα».
«Έχουμε μια σχεδόν
μοναδική ευκαιρία να ανασυνθέσουμε ολόκληρο το πολεοδομικό σχέδιο μιας πόλης
μέσω γεωφυσικής έρευνας και ελπίζουμε να ολοκληρώσουμε τη χαρτογράφηση μέσα στη
φετινή χρονιά».

