Το αποτρόπαιο έγκλημα που έκανε τους Αυστραλούς να ζητούν επαναφορά της θανατικής ποινής


H απαγωγή και δολοφονία της Ανίτα Κόμπι προκάλεσε τεράστιο σοκ στην χώρα και πολλοί ήταν εκείνοι που ζήτησαν να επανέλθει

To πρωινό της 3ης Φεβρουαρίου 1967 ο 41χρονος Ρόναλντ Ράιαν έγινε ο τελευταίος άνθρωπος που εκτελέστηκε στην Αυστραλία. Είχε καταδικαστεί για τη δολοφονία ενός δεσμοφύλακα, κατά την προσπάθεια απόδρασης, και θανατώθηκε δια απαγχονισμού. Από τότε σε πολλούς επιβλήθηκε η ανώτατη των ποινών όμως ποτέ ξανά δεν υλοποιήθηκε. Το 1985 η Αυστραλία κατάργησε κι επίσημα τη θανατική ποινή.

Ακριβώς όμως 19 χρόνια μετά την εκτέλεση του Ράιαν ένα φρικτό έγκλημα θα συγκλόνιζε την χώρα και θα επανέφερε στο προσκήνιο τη συζήτηση για πρέπει να επανέλθει η επιβολή τους «εις θάνατον».

Η Μις που έγινε νοσοκόμα

Η Ανίτα Λιντς γεννήθηκε στο Σίδνεϊ στις 2 Νοεμβρίου 1959. Ο πατέρας της εργαζόταν στην πολεμική αεροπορία της Αυστραλίας και η μητέρα της ήταν νοσοκόμα. Σε ηλικία 20 ετών κατέκτησε έναν τοπικό τίτλο ομορφιάς και η εμφάνιση της ήταν «εισιτήριο» για μια καριέρα στο μόντελινγκ, η  Ανίτα επέλεξε να ακολουθήσει τα βήματα της μαμάς της και να γίνει νοσοκόμα.

Κατά τη διάρκεια των σπουδών γνώρισε τον Τζον Κόμπι, με τον οποίο παντρεύτηκαν τον Μάρτιο του 1982. Ο γάμος δεν εξελίχθηκε όπως θα ήθελαν και τέσσερα χρόνια μετά η Ανίτα ζούσε πλέον με τους γονείς της στο Μπλακτάουν. Στις αρχές του 1986 έκαναν μια προσπάθεια για επανασύνδεση αλλά…

Η φρίκη

Την 2α Φεβρουαρίου 1986 η Ανίτα τελείωσε τη βάρδια της στο κεντρικό νοσοκομείο του Σίδνεϊ στις 15:00. Στη συνέχεια πήγε για φαγητό με φίλους και επέστρεψε με τρένο στο Μπλάκταουν. Σύμφωνα με μαρτυρίες, φτάνοντας στο σταθμό η 27χρονη επιχείρησε να πάρει τηλέφωνο τον πατέρα της για να πάει να την πάρει όμως η συσκευή, στον τηλεφωνικό θάλαμο έξω από τον σταθμό, δεν λειτουργούσε. Προσπάθησε για λίγο να βρει ταξί και τελικά αποφάσισε να περπατήσει μέχρι το σπίτι.

Περίπου στις 22:00, ενώ περπατούσε στην οδό Νιούτον, ένα λευκό αυτοκίνητο την προσέγγισε και τελικά σταμάτησε δίπλα της. Δύο άντρες βγήκαν από το όχημα, άρπαξαν την Ανίτα και την τράβηξαν μέσα. Η κοπέλα ούρλιαζε και προσπάθησε να ξεφύγει αλλά δεν τα κατάφερε.

Ένας έφηβος έγινε μάρτυρας της απαγωγής. Επέστρεψε σπίτι απ’ όπου τηλεφώνησε στην αστυνομία για την επίθεση. Παράλληλα είπε στην οικογένεια του και σε ένα ζευγάρι γειτόνων τι ακριβώς είχε δει. Το ζευγάρι αποφάσισε να αναζητήσει το λευκό αυτοκίνητο. Το βρήκε σταματημένο σε έναν κοντινό δρόμο και ο άντρας το προσέγγισε με φακό. Το όχημα ήταν άδειο και ο άντρας θεώρησε πως δεν είναι αυτό που αναζητά.

Η πραγματικότητα όμως είναι ότι ήταν ακριβώς το αυτοκίνητο που έχανε. Οι επιβαίνοντες είχαν κρυφτεί σε ένα κοντινό σημείο και παρακολουθούσαν τον άντρα με τον φακό. Όταν εκείνος έφυγε, επέστρεψαν στο όχημα, μαζί με την Ανίτα την οποία είχαν προειδοποιήσει να βγάλει άχνα.  

Μέσα στο αυτοκίνητο πλέον οι απαγωγείς απαίτησαν από την κοπέλα να βγάλει αρνήθηκε. Τους είπε ότι είναι παντρεμένη κι έχει περίοδο. Εκνευρισμένοι τη γρονθοκόπησαν στο πρόσωπο με αποτέλεσμα να της σπάσουν τη μύτη και τα ζυγωματικά. Στη συνέχεια την ανάγκασαν να κάνει σε όλους πεολειχία. Μέσα στο όχημα επέβαιναν πέντε νεαροί άντρες.

Σταμάτησαν σε πρατήριο κι έβαλαν βενζίνη πληρώνοντας με χρήματα από την τσάντα της 27χρονης. Από εκεί οδήγησαν μέχρι έναν απομονωμένο στάβλο. Έβγαλαν την Ανίτα από το αυτοκίνητο και για ώρες τη βίαζαν και τη χτυπούσαν. Το αρχικό πλάνο ήταν να την αφήσουν εκεί και να φύγουν αλλά ένας από την ομάδα ανησυχούσε ότι μπορεί να τους αναγνωρίσει. Οι υπόλοιποι συμφώνησαν και τον προέτρεψαν να την σκοτώσει.

Με ένα μαχαίρι την έκοψε τον λαιμό και την άφησαν να πεθάνει από την αιμορραγία. Τις πρώτες πρωινές ώρες της 3ης Φεβρουαρίου 1986 η Ανίτα Κόμπι άφησε την τελευταία της πνοή.

Οι συλλήψεις

Οι γονείς της 27χρονης θεώρησαν αρχικά ότι είχε κοιμηθεί σε κάποιο φιλικό σπίτι αλλά όταν πλέον δεν εμφανίστηκε ούτε στη δουλειά της, επικοινώνησαν με τις αρχές. Το πρωί της 4ης Φεβρουαρίου ο ιδιοκτήτης του στάβλου βρήκε το άψυχο σώμα της Ανίτα.

Όταν οι λεπτομέρειες του εγκλήματος είδα το φως της δημοσιότητας ξέσπασε οργή σε ολόκληρη τη χώρα. Ένας πληροφοριοδότης ενημέρωσε τις αρχές για ένα κλεμμένο όχημα, παρόμοιο με αυτό που είχαν δει οι μάρτυρες.

Έτσι η αστυνομία έφτασε στους πέντε δράσεις. Ήταν ο 19χρονος Τζον Τράβερς, ο συνομήλικος του Μάικλ Μέρντοχ και τα τρία αδέλφια Μέρφι. Ο 33χρονος Μάικλ, ο 28χρονος Γκάρι και ο 22χρονος Λι. Όλοι τους είχαν ποινικό μητρώο με κλοπές και επιθέσεις.

Πρώτα συνελήφθη ο Τράβερς και οι αρχές έπεισαν τη σύντροφο να τον επισκεφθεί στη φυλακή φορώντας μικρόφωνο. Ο Τράβερς της ομολόγησε τα πάντα. Το ίδιο πρόσωπο, το οποίο η αστυνομία αποκαλεί «Miss X», επισκέφθηκε στη συνέχεια τον Μάικλ Μέρντοχ ο οποίος επίσης παραδέχθηκε τα πάντα. Με ομολογίες στα χέρια τους οι αρχές συνέλαβαν όλους τους εμπλεκόμενους.

Εκτελέστε τους!  

Η φρίκη του εγκλήματος δημιούργησε ένα κύμα οργής σε όλη τη χώρα. Ο Τύπος δημοσίευσε τα ευρήματα της νεκροψίας-νεκροτομής που προκάλεσαν αποτροπιασμό. Η Ανίτα είχε βασανιστεί, βιαστεί και τελικά της είχαν κόψει τον λαιμό τόσο βαθιά που σχεδόν την είχαν αποκεφαλίσει.

Μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης ζητούσε την επαναφορά της θανατικής ποινής υποστηρίζοντας ότι δεν μπορεί να υπάρχει άλλη ετυμηγορία για ένα τέτοιο έγκλημα. Συγκεντρώθηκαν υπογραφές κι έγιναν συγκεντρώσεις έξω από το δικαστήριο. Το θέμα κυριάρχησε στον δημόσιο διάλογο.

Στις 10 Ιουνίου 1987 ο δικαστής Άλαν Μάξγουελ περιέγραψε το έγκλημα ως «μια από τις πιο φρικτές φυσικές και σεξουαλικές επιθέσεις, ένας καλά υπολογισμένος φόνος εν ψυχρώ». Τόνισε ότι το δικαστήριο πρέπει να «δείξει τον ίδιο οίκτο που έδειξαν οι δολοφόνοι στο θύμα τους». Οι πέντε άντρες καταδικάστηκαν σε ισόβια χωρίς αναστολή.

Επίλογος

Ο Τζον Τράβερς, ο άνθρωπος που δολοφόνησε με το μαχαίρι του την Ανίτα, παραμένει στη φυλακή. Το 1996 επιχείρησε να δραπετεύσει αλλά συνελήφθη.

Ο Μάικλ Μέρφι έμεινε στην φυλακή έως τον Φεβρουάριο του 2019 όταν και πέθανε από καρκίνο σε ηλικία 66 ετών.

Τα αδέλφια Μέρφι επίσης παραμένουν στη φυλακή. Το 2019 ο Γκάρι δέχθηκε επίθεση στα ντους, νοσηλεύτηκε σε κρίσιμη κατάσταση αλλά επέζησε.

Κανείς από τους καταδικασμένους για τη φρικτή δολοφονία της Ανίτα δεν θα βγει ποτέ από τη φυλακή. Η υπόθεση προκάλεσε συζήτηση για το θέμα της θανατικής ποινής αλλά η νομοθεσία δεν άλλαξε. Μάλιστα πριν λίγα χρόνια η Αυστραλία δημιούργησε ένα ισχυρό νομοθετικό πλαίσιο ώστε να μην μπορεί κανείς στο μέλλον να επαναφέρει τις εκτελέσεις.