Τον δολοφόνησε εξαιτίας μιας κληρονομίας που δεν υπήρξε ποτέ



Η δολοφονία του Στίβεν Ράιλι είναι μια τραγική περίπτωση που προκλήθηκε από ένα ψεύτικο email που υποσχόταν χρήματα


Ο 51χρονος Στίβεν Ράιλι από την πόλη Μινότ στην Βόρεια Ντακότα πίστευε ότι η τύχη επιτέλους τού χαμογέλασε. Μόλις είχε μάθει ότι θα λάμβανε μια μεγάλη κληρονομιά ύψους περίπου 30 εκατομμυρίων δολαρίων από έναν συγγενή που δεν είχε γνωρίσει ποτέ και πίστευε ότι η ζωή του επιτέλους θα άλλαζε.

Πριν καν λάβει στα χέρια του αυτήν την μυστηριώδη κληρονομιά ανακοίνωσε στην επί μια δεκαετία σύντροφό του, Ίνα Θέα Κένογιερ, ότι θα γίνει πλούσιος και γι’ αυτό σκόπευε να την χωρίσει. Λίγες μέρες μετά ήταν νεκρός.

Στις 3 Σεπτεμβρίου 2023, ο Ράιλι κανόνισε να συναντηθεί στο αεροδρόμιο με έναν δικηγόρο για να συζητήσει σχετικά με την περιουσία που θα λάμβανε. Μαζί του πήγε η Κένογιερ και δυο φίλοι τους. Με τον δικηγόρο να μην έχει ακόμα εμφανιστεί, ο Ράιλι ένιωσε έντονη αδιαθεσία και έχασε τις αισθήσεις του. Οι φίλοι του φοβήθηκαν, ωστόσο η Κένογιερ τους καθησύχασε λέγοντας ότι ο Ράιλι έχει απλώς υποστεί θερμοπληξία και δεν χρειάζεται να φωνάξουν βοήθεια γιατί ξέρει πώς να το χειριστεί η ίδια. Τούς ζήτησε να τον πάνε σπίτι τους, ενώ αυτή παρέμεινε στο αεροδρόμιο, για να περιμένει τον δικηγόρο. Ωστόσο, ο δικηγόρος δεν εμφανίστηκε ποτέ.

Την επόμενη μέρα η Κένογιερ κάλεσε ασθενοφόρο κι ο Ράιλι οδηγήθηκε χωρίς τις αισθήσεις του στο νοσοκομείο όπου τελικά στις 5 Σεπτεμβρίου απεβίωσε.

Η νεκροψία-νεκροτομή έδειξε ότι ο θάνατός του οφειλόταν σε δηλητηρίαση από αιθυλενογλυκόλη, ένα χημικό στοιχείο που χρησιμοποιείται στα αντιψυκτικά υγρά.

Πολύ σύντομα οι υποψίες έπεσαν στην Κένογιερ. Φίλοι και συγγενείς του Ράιλι επικοινώνησαν με την αστυνομία του Μινότ εκφράζοντας την υποψία ότι η Κένογιερ τον είχε δηλητηριάσει, σύμφωνα με την ένορκη κατάθεση. Οι φίλοι του δήλωσαν στους ερευνητές ότι η υγεία του επιδεινώθηκε ραγδαία στο αεροδρόμιο, όπου είχε πάει για να συναντήσει έναν δικηγόρο και να ολοκληρώσει τη διαδικασία της κληρονομιάς. Μάλιστα, φίλοι τους ανέφεραν ότι ενώ ο Ράιλι ήταν ακόμα στο νοσοκομείο και δεν είχε ενημερωθεί επίσημα ότι είχε πεθάνει, η Κένογιερ άρχισε να τούς λέει ότι είναι νεκρός και ότι έχει δηλητηριαστεί με αντιψυκτικό.

Οι αρχές ανέφεραν ότι η Κένογιερ ισχυρίστηκε πως ο Ράιλι κατανάλωνε αλκοόλ όλη εκείνη την ημέρα και είχε υποστεί θερμοπληξία τις ημέρες πριν από τον θάνατό του. Ωστόσο, δεν βρέθηκε ίχνος αλκοόλ στον οργανισμό του Ράιλι.

Τελικά, η γυναίκα συνελήφθη περίπου ενάμιση μήνα μετά τον θάνατο του συντρόφου της έχοντας πέσει σε πολλαπλές αντιφάσεις κατά την ανάκριση. Η ίδια δήλωσε στους ερευνητές ότι δικαιούνταν μέρος της κληρονομιάς του Ράιλι ως σύντροφός του (βάσει της σχέσης συμβίωσης που διατηρούσαν) και ότι σκόπευε να μοιραστεί τα χρήματα ύψους 30 εκατομμυρίων δολαρίων με τον γιο του και τις αδερφές του.

Με την ίδια να επιμένει αρχικά στην αθωότητά της, τελικά δήλωσε ένοχη τον Μάιο του 2024. Παραδέχθηκε ότι έβαλε αντιψυκτικό στο τσάι του Ράιλι. Παρόλο που αντιμετώπιζε ποινή έως και ισόβιας κάθειρξης χωρίς δυνατότητα αποφυλάκισης τελικά καταδικάστηκε σε 50 χρόνια φυλάκισης, εκ των οποίων τα 25 θα τα εκτίσει πραγματικά και για τα υπόλοιπα 25 θα βγει με αναστολή. Παράλληλα, θα τεθεί σε 10 χρόνια επιτηρούμενης δοκιμασίας, ενώ πρέπει να καταβάλει αποζημίωση ύψους 3.455 δολαρίων στην οικογένεια του Ράιλι.

H κληρονομιά που δεν υπήρξε ποτέ

Καθώς η αστυνομία ξεκίνησε την έρευνά της, η δολοφονία του Ράιλι απέκτησε μια ακόμα δραματική πλευρά. Πολύ σύντομα, οι αρχές κατάλαβαν ότι η περιβόητη κληρονομιά των 30 εκατ. δολαρίων δεν υπήρξε ποτέ και ήταν απλώς μια φάρσα από αυτές που συνηθίζεται να διακινούνται μέσω email.

Την άνοιξη του 2023, ο Ράιλι έλαβε ένα email, το οποίο έμοιαζε να προέρχεται από την τράπεζα Aribank της Ελβετίας. Σε αυτήν αναφερόταν ότι ο Μάρβιν Γουόλτερ Ράιλι πέθανε και άφηνε όλη την περιουσία του ύψους 30 εκατομμυρίων δολαρίων σε αυτόν. Του ζητούσαν να πάει ως τα κεντρικά της τράπεζας στην Γενεύη και σε περίπτωση που ο ίδιος δεν μπορούσε, κάποιος εκπρόσωπός τους θα ταξίδευε ως αυτόν για να κανονίσουν την αποδοχή της κληρονομιάς. Αν και ο Ράιλι δεν ήξερε καν την ύπαρξη αυτού του συγγενή ούτε είχε ακούσει ποτέ το όνομα του θεώρησε ότι θα έπρεπε να ερευνήσει αν αυτό ήταν αλήθεια. Επικοινώνησε με την τράπεζα μέσω των στοιχείων που υπήρχαν στο email και αντάλλαξε αρκετά μηνύματα με έναν άνδρα ονόματι Ρίτσαρντ Έγκλιν, ο οποίος συστήθηκε ως ο δικηγόρος που διαχειριζόταν την κληρονομιά.

Έχοντας κανονίσει αρκετά ραντεβού, τα οποία ο Έγκλιν ακύρωνε τελευταία στιγμή με κάποια δικαιολογία, τελικά κανόνισαν μια συνάντηση για την οριστικοποίηση της κληρονομιάς στις 3 Σεπτεμβρίου 2023 στο αεροδρόμιο της πόλης Μινότ, όπου θα έφτανε από την Ελβετία ο Έγκλιν.

Εκεί όμως από την μια ο Ράιλι κατέρρευσε κι από την άλλη ο Έγκλιν δεν εμφανίστηκε ποτέ.

Συγγενείς και φίλοι του Ράιλι είπαν αργότερα στην αστυνομία ότι ο άντρας τούς είχε εκμυστηρευτεί ότι σκόπευε να χωρίσει την Κένογιερ όταν θα έπαιρνε στα χέρια του την κληρονομιά και ότι δεν ήθελε να είναι άλλο μαζί της.

Οι αρχές ανακάλυψαν τελικά ότι η κληρονομιά των 30 εκατ. δολαρίων ήταν μέρος μιας σύνθετης φάρσας και δεν υπήρξε ποτέ ο πλούσιος συγγενής που άφησε την περιουσία του στο Ράιλι. Μάλιστα, προσπαθώντας να επικοινωνήσουν με την διεύθυνση email από την οποία είχε αποσταλεί το αρχικό μήνυμα περί κληρονομιάς οι αρχές δήλωσαν ότι κάθε τους email «επέστρεφαν» καθώς πλέον δεν βρισκόταν ο αποδέκτης.

Τελικά, αποδείχθηκε ότι η δολοφονία του Ράιλι είχε γίνει εξαιτίας μιας ψεύτικης κληρονομιάς εξαιτίας ενός email-φάρσας.

Πάντως, ακόμα και αν υπήρχε η κληρονομία, η Κένογιερ δεν υπήρχε περίπτωση να κληρονομήσει κάποιο ποσό. Στην Βόρεια Ντακότα δεν αναγνωρίζονται επίσημα οι σχέσεις ζευγαριών που απλώς συζούν και δεν έχουν επισημοποιήσει τη σχέση τους. Η Κένογιερ και ο Ράιλι δεν είχαν παντρευτεί ποτέ οπότε η Κένογιερ δεν θα μπορούσε να τον κληρονομήσει.