«Πλέον τα γενέθλια σου είναι την 4η Σεπτεμβρίου»



Δεκαοχτώ χρόνια μετά τη θηριωδία στο σχολείο του Μπεσλάν παρουσιάζουμε το εκπληκτικό άρθρο "The  School" που βραβεύτηκε με Πούλιτζερ. Μια λεπτομερής καταγραφή των γεγονότων, μια συγκλονιστική παρουσίαση των συναισθημάτων

*Μπορείτε να διαβάσετε το δεύτερο μέρος του άρθρου ΕΔΩ.

Την 1η Σεπτεμβρίου 2004 Τσετσένοι τρομοκράτες εισέβαλαν σε σχολείο της ρωσικής πόλης Μπεσλάν. Ήταν η πρώτη μέρα μετά τις διακοπές του καλοκαιριού και πολλοί γονείς είχαν πάει μαζί με τα παιδιά τους. Οι Τσετσένοι εκτελώντας τις εντολές του ηγέτη τους Σαμίλ Μπασάγεφ κράτησαν ομήρους πάνω από 1.100 άτομα, στην πλειονότητά τους μαθητές. Δύο μέρες μετά η ομηρία τελείωσε με ένα αδιανόητο μακελειό. 334 νεκροί μεταξύ των οποίων 186 παιδιά.

Στις 14 Μαρτίου 2007 το περιοδικό Esquire δημοσίευσε το άρθρο που είχε τίτλο "The School". Ήταν το αποτέλεσμα της έρευνας και της πένας του C.J. Chivers για το οποίο ο δημοσιογράφος-συγγραφέας κέρδισε βραβείο Πούλιτζερ. Πέραν από την λεπτομερή καταγραφή των γεγονότων ο Chivers κατάφερε να βάλει τον αναγνώστη στη θέση των ομήρων, να τον κάνει να νιώσει (στο μέτρο του δυνατού) όπως ένιωσαν. Δεκαπέντε χρόνια μετά το μακελειό στο Μπεσλάν το "The School" παραμένει η συγκλονιστική αφήγηση εκείνων των ημερών.

Το πρώτο μέρος του άρθρου The School:

1η Σεπτεμβρίου, απόγευμα: Στο γυμναστήριο

Ο Καζμπέκ Μισίκοφ κοίταζε την βόμβα να κρέμεται πάνω από την οικογένεια του. Ήταν μια απλή συσκευή, ένα πλαστικός κουβάς γεμισμένος με εκρηκτική πάστα, καρφιά και μεταλλικές μπίλιες. Πιθανότατα ζύγισε λιγότερο από τέσσερα κιλά. Η ύπαρξη αυτής της βόμβας είχε γίνει ο κεντρικός πυρήνας της ζωής του. Αν έσκαγε, ο Καζμπέκ το γνώριζε, θα έστελνε θραύσματα στα κεφάλια της γυναίκας, των δύο γιων του και στο δικό του επίσης. Θα τους σκότωνε όλους.

Καθ' όλη τη διάρκεια της ημέρας είχε απομνημονεύσει την βόμβα, μέχρι το μπλε ηλεκτρικό καλώδιο που την ένωνε με το δίκτυο των εκρηκτικών που είχαν δέσει γύρω τους οι τρομοκράτες, ώρες πριν. Τώρα τα μάτια του περιπλανήθηκαν, παρατήρησαν το πλήθος των πάνω από 1.100 ομήρων που είχαν πιάσει σήμερα το πρωί έξω από το σχολείο. Η πλειονότητα ήταν παιδιά, στοιβαγμένα με τους γονείς και τους δασκάλους τους στο γήπεδο του μπάσκετ.

Η θερμοκρασία είχε ανέβει όσο περνούσαν οι ώρες και η αυτοσχέδια φυλακή τους είχε πλημμυρίσει από μια αβάσταχτη οσμή, βρωμούσε από ούρα και φόβο. Πολλά παιδιά είχαν βγάλει τα ρούχα τους. Ιδρώτας έτρεχε στις γυμνές τους πλάτες.

Τα μάτια του τελικά σταμάτησαν σε αυτούς που τους είχαν αιχμαλωτίσει. Οι περισσότεροι τρομοκράτες είχαν φύγει από το γυμναστήριο για να πιάσουν θέσεις άμυνας στο κεντρικό κτίριο του σχολείου. Είχαν αφήσει πίσω μια μικρή ομάδα αντρών με αθλητικές φόρμες ή παντελόνια παραλλαγής. Ήταν οι φύλακες τους. Φορούσαν γιλέκα με σφαίρες και κρατούσαν καλάσνικοφ. Κάποιοι από αυτούς κρύβονταν πίσω από μάσκες του σκι αλλά με τη θερμοκρασία να ανεβαίνει οι περισσότεροι τις έβγαλαν και αποκάλυψαν τα πρόσωπα του. Ήταν νέοι. Κάποιοι είχαν την εικόνα έμπειρων μαχητών. Άλλοι έμοιαζαν αμόρφωτοι αλήτες, το είδος του εγκληματία που παρήγαγε η Τσετσενία και ο Βόρειος Καύκασος αυτή τη δεκαετία του πολέμου. Δύο ήταν γυναίκες και φορούσαν γιλέκα με εκρηκτικά.

Ο Καζμπέκ μελέτησε το γκρουπ, κράτησε στη μνήμη του τα όπλα, τη συμπεριφορά, τις σχέσεις που είχαν μεταξύ τους και την διαμόρφωση των βομβών του. Ένα διάγραμμα του έργου τους διαμορφώθηκε στο μυαλό του, ένας περίπλοκος χάρτης που δεν υπήρχε πουθενά αλλού. Μαζί του υπήρχε και ένα νοητό σχέδιο του σχολείου του οποίου είχε φοιτήσει ως παιδί. Αυτές ήταν χρήσιμες πληροφορίες, αν θα κατάφερνε να τις μοιραστεί. Ο Καζεμπέκ σκέφτηκε να δραπετεύσει ελπίζοντας ότι θα δώσει τις πληροφορίες στις Ειδικές Δυνάμεις που συγκεντρώνονταν απ' έξω, μια περιγραφή των βομβών και της άμυνας των τρομοκρατών. Ήδη συμπέραινε ότι η ομηρία θα τελειώσει με μάχη και ήξερε ότι όταν οι Ρώσοι στρατιώτες εισβάλουν σε αυτά τα δωμάτια η επίθεση τους θα είναι υπερβολική και χωρίς καμία ακρίβεια. Το ήξερε γιατί κάποτε ήταν και ο ίδιος μέλος του ρωσικού στρατού.

Αξιολόγησε τις επιλογές. Πώς μπορεί να ξεφύγει η οικογένειά μου; Διαφυγή; Παθητικότητα; Αντίσταση; Η σύζυγός του, η Ιρίνα Ντζούτσεβα, και οι γιοι τους, ο Μπατράζ, δεκαπέντε, και ο Ατσάμαζ, επτά, ήταν δίπλα του. Ο Καζμπέκ ήταν ένας ψηλός άντρας με χτενισμένα μαύρα μαλλιά και μουστάκι, και ο Μπατράζ, ο οποίος ψήλωνε επίσης, είχε αρχίσει να βγάζει γένια.

Ο Κάσβεκ του είχε πει να βγάλει το πουκάμισο του και φαινόταν το παιδικό του σώμα. Ήλπιζε ότι αυτό θα πείσει τους τρομοκράτες ότι, αντίθετα από τον πατέρα του, ο Μπατράζ δεν αποτελούσε απειλή και δεν θα τον τοποθετούσαν με τους άνδρες.

Το μυαλό του Κάζμπεκ ασχολούνταν με αυτούς τους αγωνιώδης υπολογισμούς, προσπαθώντας να προσδιορίσει τον καλύτερο τρόπο για να σώσει τα παιδιά του από μια φρίκη με πάρα πολλές μεταβλητές και πάρα πολλά άγνωστα σημεία. Πώς είναι καλύτερο να δράσουμε; Ναι, είχε πληροφορίες για να μοιραστεί. Αλλά ακόμα κι αν δραπέτευε, πίστευε ότι οι τρομοκράτες θα μπορούσαν να αναγνωρίσουν τη σύζυγό  και τους γιους του και να τους σκοτώσουν.

Είχαν ήδη πυροβολήσει αρκετούς ανθρώπους, συμπεριλαμβανομένου του Ρουσλάν Μπετρόζοφ ο οποίος δεν είχε κάνει τίποτα περισσότερο από το να μιλήσει. Όχι, σκέφτηκε ο Κάζμπεκ, δεν μπορούσε να τρέξει. Ήξερε επίσης ότι οποιαδήποτε εξέγερση από τους ομήρους θα έπρεπε να είναι γρήγορη και πλήρης. Υπήρχαν λίγοι τρομοκράτες στο γυμναστήριο, αλλά όπως είχε μετρήσει τουλάχιστον τριάντα ακόμη βρίσκονταν μέσα στο σχολείο. Πώς θα μπορούσαν όλοι αυτοί οι τρομοκράτες να καταβληθούν από ένα άοπλο πλήθος, ειδικά όταν ακόμα και πριν από τη τοποθέτηση των βόμβων είχαν δημιουργήσει ένα τεράστιο ψυχολογικό πλεονέκτημα; «Αν κάποιος από σας αντισταθεί», είχε προειδοποιήσει κάποιος, «θα σκοτώσουμε παιδιά και θα τον αφήσουμε ζωντανό». Δεν θα υπήρχε αντίσταση. Ποιος, άλλωστε, θα την οδηγούσε; Ήδη οι ενήλικοι άντρες αιχμάλωτοι πέθαιναν. Πολλοί είχαν εκτελεστεί. Οι περισσότεροι από τους άλλους ήταν στην κεντρική αίθουσα, γονατιστοί, με τα χέρια ενωμένα πίσω από τα κεφάλια τους.

Ο Καζμπέκ ήταν τυχερός. Οι τρομοκράτες δεν τον είχαν παρατηρήσει την τελευταία φορά που πέρασαν. Είχε γλιτώσει την εκτέλεση.

Τώρα το μυαλό του εργαζόταν μεθοδικά. Δεν ήθελε να καταλάβει κανείς τι σχεδίαζε να κάνει. Αργά, σχεδόν ανεπαίσθητα, το χέρι του κινήθηκε στο πάτωμα προς το μπλε σύρμα. Ο Καζμπέκ ήταν 43 ετών. Όταν ήταν νέος ήταν στο σοβιετικό μηχανικό.

Ήξερε πώς λειτουργούσαν οι βόμβες. Ήξερε επίσης πώς να τις απενεργοποιεί. Η βόμβα από πάνω του ήταν μέρος ενός απλού συστήματος, ενός ανοικτού ηλεκτρικού κυκλώματος, το οποίο ήταν συνδεδεμένο με μια μπαταρία αυτοκινήτου. Εάν οι τρομοκράτες έκλειναν το κύκλωμα, το ρεύμα θα έρεε από τη μπαταρία μέσω των καλωδίων και θα ενεργοποιούσε τις βόμβες. Αλλά αν ο Καζμπέκ τραβούσε το καλώδιο μέσα στη μόνωση του, το ρεύμα δεν θα μπορούσε να κυκλοφορήσει. Ήξερε ότι αν το κύκλωμα έσπαζε τότε η βόμβα πάνω από την οικογένειά του δεν θα έσκαγε. Ο Καζμπέκ είχε ξοδεύσει μεγάλο μέρος της ημέρας αναδιπλώνοντας το σύρμα εμπρός και πίσω και είχε κάνει μια μικρή τσάκιση. Ήταν πλέον θέμα χρόνου.

Σήκωσε το καλώδιο. Το τσάκιζε μπρος και πίσω, το δούλευε και κοίταζε απευθείας στους άντρες που θα τον σκότωναν αν ήξεραν τι κάνει. Θα αποσυνέδεε την βόμβα. Ήταν ένα βήμα και κάθε βήμα μετρούσε. Το μυαλό του συνέχισε να δουλεύει. Πώς θα ξεφύγει η οικογένεια μου;

9.10 π.μ.: Η αυλή του σχολείου

Το πρωινό σημάδευε μια νέα σχολική χρονιά στο Σχολείο Νο 1 στο Μπεσλάν. Οι μαθητές που επέστρεφαν είχαν παραταχθεί σε μορφή πετάλου δίπλα στο κτίριο με τα  κόκκινα τούβλα. Φορούσαν στολές. Το κορίτσια με σκούρα φορέματα και τα αγόρια με σκούρα παντελόνια και λευκά πουκάμισα. Ο καιρός προβλεπόταν ζεστός. Μια μέρα πριν η διοίκηση είχε ανακοινώσει ότι το πρόγραμμα θα μεταφερθεί μια ώρα νωρίτερα, στις εννέα το πρωί που ήταν σχετικά πιο δροσερά. Οι μαθητές με λουλούδια, σοκολάτες και μπαλόνια περίμεναν για την ετήσια παρουσίαση όταν τα παιδιά της πρώτης τάξης θα περάσουν μπροστά από τους συμμαθητές τους στην αρχή της σχολικής τους ζωής

Η Ζαλίνα Λεβίνα πήρε θέση πίσω από το βήμα και χαιρέτησε τους γονείς. Το Μπεσλάν είναι μια βιομηχανική και γεωργική πόλη περίπου τριάντα πέντε χιλιάδων κατοίκων στην πεδιάδα κάτω από την κορυφογραμμή του Καυκάσου, μέρος της ρωσικής δημοκρατίας της Βόρειας Οσετίας και ένα από τα λίγα μέρη στην περιοχή με κάποιες θέσεις εργασίας. Προς το παρόν όμως η εργασία  φαινόταν να έχει ξεχαστεί. Οι γονείς είχαν έρθει για να γιορτάσουν. Η Ιρίνα Ναντιλκόγεβα κάθισε μαζί με την τετράχρονη κόρη της, Αλάνα  και κοίταξε τον γιο της τον επτάχρονο  Καζμπέκ στο σχηματισμό της δεύτερης τάξης.

Η Αΐντα Αρτσεγκόβα είχε δύο γιους στη συγκέντρωση. Η Ζαλίνα κρατούσε στο σπίτι την δυόμιση ετών εγγονή της Αμίνα. Δεν είχε προγραμματίσει να παραβρίσκεται αλλά το παιδί είχε ακούσει μουσική και βλέποντας τα παιδιά να πηγαίνουν προς το σχολείο είπε "Γιαγιά πάμε να χορέψουμε." Η Ζαλίνα έβαλε ένα τζιν φόρεμα και μπήκε στο κύμα των ανθρώπων. Έκανε ήδη ζέστη. Τα παιδιά της πρώτης τάξης ήταν έτοιμα να προχωρήσουν. Το σχολικό έτος είχε αρχίσει.

Οι τρομοκράτες εμφανίστηκαν από το πουθενά. Ένα στρατιωτικό φορτηγό σταμάτησε κοντά στο σχολείο και άνδρες πήδηξαν από την καρότσα. Πυροβολούσαν και φώναζαν: "Allahu akhbar!". Κινήθηκαν με ταχύτητα και βεβαιότητα, σαν να είχαν προβάρει κάθε βήμα. Οι πρώτοι έτρεξαν μεταξύ του σχηματισμού και της πύλης του σχολείου, εμποδίζοντας τη διαφυγή. Δεν υπήρχε σχεδόν καμία αντίσταση. Ο Ρουσλάν Φράγεφ, ένας ντόπιος που είχε έρθει με αρκετά μέλη της οικογένειάς του, έβγαλε ένα πιστόλι και άρχισε να πυροβολεί. Σκοτώθηκε.

Οι τρομοκράτες έμοιαζαν να βρίσκονται παντού. Η Ζαλίνα είδε έναν άνθρωπο με μάσκα να τρέχει με ένα όπλο στα χέρια. Μετά κι άλλον. Και έναν τρίτο.
Πολλοί μαθητές στο σχηματισμό είχαν τις πλάτες τους στους ένοπλους, αλλά η μία πλευρά όχι. Καθώς η Ζαλίνα κοιταζε μπερδεμένη οι συγκεκριμένοι μαθητές έτρεξαν. Ο σχηματισμός διαλύθηκε. Πολλά μπαλόνια έφυγαν στον ουρανό καθώς τα παιδιά τα άφηναν. Η αίσθηση τάξης που υπήρχε μετατράπηκε σε χάος.

Η Ντζέρα Κουντζάγεβα, επτά ετών, είχε επιλεγεί για έναν συγκεκριμένο ρόλο. Ένας μεγαλύτερος θα την κουβαλούσε στους ώμους και θα χτυπούσε το κουδούνι ώστε να ξεκινήσει η σχολική χρονιά. Ο πατέρας της, Ασλάν, είχε πληρώσει τον Καρέν Μντιναράντζε να βιντεοσκοπήσει το γεγονός. Η Ντζέρα φορούσε ένα μπλε φόρεμα, λευκή ποδιά και δύο λευκές κορδέλες στα μαλλιά και ήταν στους ώμους του συμμαθητή της όταν έφτασαν οι τρομοκράτες. Τους έπιασαν αμέσως.

Για πολλούς ομήρους η αναγνώριση της κατάστασης ήρθε αργά. Η Αΐντα Αρτσεγκόβα σκέφτηκε ότι ήταν αντιτρομοκρατική άσκηση. Το Μπεσλάν βρίσκεται 950 μίλια νότια της Μόσχας σε μια ζώνη που έχει αποσταθεροποιηθεί από τον πόλεμο της Τσετσενίας. Οι ασκήσεις της αστυνομίας ήταν καθημερινότητα. "Είναι άσκηση;" ρώτησε έναν τρομοκράτη που πέρασε δίπλα της. Σταμάτησε και της είπε: "Τι είσαι, ηλίθια;"

Οι τρομοκράτες μάζεψαν το πανικοβλημένο πλήθος σε μια πίσω αυλή. Ένα μέρος από το οποίο δεν υπήρχε διαφυγή. Η Ζαλίνα έτρεξε μαζί με άλλες γυναίκες να κρυφτεί στο κτίριο όπου βρισκόταν ο καυστήρας. Δεν υπήρχε άλλη πόρτα. Ήταν παγιδευμένοι. Η είσοδος άνοιξε και ένας άντρας με φόρμα στάθηκε μπροστά της. "Βγείτε έξω ή θα αρχίσω να πυροβολώ" είπε.

Ο Ζαλίνα δεν κινήθηκε. Σκέφτηκε ότι θα ικετεύσει για έλεος. Η εγγονή της ήταν μαζί της και σκέφτηκε ότι ένα μωρό πρέπει να σημαίνει ότι θα την αφήσουν. Πάγωσε μέχρι που έμεινε μόνο αυτή και η Αμίνα. Ο τρομοκράτης την κοίταξε και είπε: "Χρειάζεσαι ιδιαίτερη πρόσκληση; Θα σε σκοτώσω ακριβώς εδώ".


Άφωνη από τον φόβο βγήκε έξω και πήγε στην μάζα των ανθρώπων που ήταν τόσο υπάκουοι σαν να είχαν εξημερωθεί. Οι τρομοκράτες οδήγησαν το πλήθος σε μια πόρτα. Ο κόσμος δεν μπορούσε να μπει σίγουρα και κάποιοι άντρες έσπασαν παράθυρα και έδιναν από εκεί τα παιδιά. Ήδη φαινόταν ότι υπήρχαν ντουζίνες τρομοκράτες. Είχαν κάνει μια γραμμή στο χολ και οδηγούσαν τον κόσμο στα γυμναστήριο. "Είμαστε από την Τσετσενία. Αυτή είναι μια ομηρία. Είμαστε εδώ για να ξεκινήσουμε την απόσυρση των στρατευμάτων και την απελευθέρωση της Τσετσενίας" είπε ένας.

Καθώς ο κόσμος μπήκε στο γήπεδο του μπάσκετ περισσότεροι τρομοκράτες εμφανίστηκαν. Ένας πυροβόλησε στο ταβάνι και είπε: "Όλοι κάντε ησυχία. Είστε πλέον όμηροι. Ηρεμήστε. Σταμάτησε τον πανικό και κανείς δεν θα πάθει κακό. Θα γνωστοποιήσουμε τα αιτήματα μας και αν γίνουν αποδεκτά και υλοποιηθούν τότε θα αφήσουμε τα παιδιά να φύγουν".

Απαγορεύονταν οι συζητήσεις χωρίς άδεια. Κάθε ομιλία έπρεπε να γινόταν στα ρώσικα και όχι στα οσετικά για να καταλαβαίνουν και οι τρομοκράτες. Οι όμηροι έδωσαν τα κινητά, τις φωτογραφικές μηχανές και τις κάμερες τους. Κάθε προσπάθεια αντίδρασης θα αντιμετωπίζονταν με μαζικές εκτελέσεις που θα συμπεριελάμβαναν γυναίκες και παιδιά.

Όταν ο τρομοκράτης τελείωσε, ο Ρουσλάν Μπετρόζοφ, ένας πατέρας που είχε φέρει τον γιο του στο σχολείο, σηκώθηκε και μετέφρασε τις οδηγίες στα οσετικά. Ήταν ένας σοβαρός άντρας, 44 ετών που φάνηκε να έχει τον έλεγχο της συμπεριφοράς του. Οι τρομοκράτες τον άφησαν να μιλήσει. Όταν τελείωσε ένας από αυτούς τον πλησίασε. "Τελείωσες;" τον ρώτησε. "Είπες όλα όσα ήθελες να πεις;". Ο Ρουσλάν έγνεψε. Ο τρομοκράτης τον πυροβόλησε στο κεφάλι και τον σκότωσε.



9:20 π.μ.: Στο γραφείο του Διευθυντή

Η Ιρίνα Ντζούτσεβα, σύζυγος του Καζμπέκ Μισίκοφ καθόταν δίπλα στο γραφείο αγκαλιάζοντας τον Ατσαμάζ, τον γιο της που θα πήγαινε στην πρώτη τάξη. Ήταν ήσυχος και ντυμένος σαν τζέντλεμαν με μαύρο κοστούμι και λευκό πουκάμισο. Η Ιρίνα μπορούσε να νιώσει τον φόβο του. Κρύφτηκαν ανάμεσα σε χαρτιά και τετράδια και άκουγαν τι συνέβαινε στο διάδρομο. Πόρτες άνοιγαν και έκλειναν με δύναμη. Άκουγαν πυροβολισμούς. Ο Ατσαμάζ κρατούσε ένα μπαλόνι. "Ήταν ο μπαμπάς και ο Μπατίκ;" ρώτησε "σκοτώθηκαν;".

Τα παιδιά της πρώτης τάξης και οι γονείς τους στέκονταν στην κεντρική είσοδο και ήταν από τους πρώτους που είδαν την επίθεση. Η Ιρίνα είχε γυρίσει πίσω στο σχολείο και έτρεξε στον διάδρομο με τα τακούνια και τον γιο της στο χέρι όταν ξεκίνησαν οι πυροβολισμοί. Άκουσε κραυγές και είδε ένα παράθυρο να θρυμματίζεται. Γυαλιά έπεσαν στο πάτωμα. Ο διάδρομος ήταν μακρύς και οι πατημασιές τους αντηχούσαν καθώς περνούσαν κάθε πόρτα, την είσοδο του γυμναστηρίου την καφετέρια και τις τουαλέτες. Στο τέλος του χολ ανέβηκαν τις σκάλες στην αίθουσα διδασκαλίας και κρύφτηκαν, μαζί με άλλες μητέρες και μαθητές, πίσω από μια σκούρα κουρτίνα στην σκηνή. Μπαλόνια είχαν φτάσει στο ταβάνι. Αφίσες διακοσμούσαν τον τοίχο. Πίσω από την κουρτίνα υπήρχε μια πόρτα. Την έσπρωξαν και μπήκαν σε ένα γραφείο γεμάτο βιβλία. Σύντομες ιστορίες από Ρώσους συγγραφείς. Μέθοδοι διδασκαλίας. Λογοτεχνία. Η Ιρίνα κοίταξε τους άλλους: τέσσερις ενήλικες και έξι παιδιά. Ήταν πλέον αποκομμένοι και μπορούσαν μόνο να μαντέψουν τι συνέβαινε έξω. Έκατσαν ακίνητοι περιμένοντας να σωθούν.

Μετά από μισή ώρα κάποιος έσπρωξε την πόρτα. Ένα παιδί ρώτησε γεμάτο ελπίδα: "Είσαι δικός μας;". Η πόρτα άνοιξε. Τρεις τρομοκράτες στέκονταν μπροστά τους. Τα μούσια τους κρέμονταν κάτω από τις μάσκες. "Ο Θεός απαγορεύει να είμαστε δικοί σας" είπε ένας. Τους πήγαν στο γυμναστήριο όπου οι τρομοκράτες πυροβολούσαν το ταβάνι.

Εκεί αντιμετώπισαν μια σκηνή πέρα από την φαντασία τους. Σχεδόν όλοι οι μαθητές ήταν αιχμάλωτοι. Μια μάζα εξαθλιωμένης ανθρώπινης ζωής παγιδευμένη σαν να ήταν κάτω από ένα κιβώτιο. Παιδικές κραυγές γέμιζαν τον αέρα. Το γυμναστήριο είχε περίπου 26 μέτρα μήκος και 14 πλάτος. Οι μεγάλες του πλευρές είχαν από τέσσερα παράθυρά 3 επί 3 μέτρα  από αδιαφανές πλαστικό. Το φως ερχόταν μέσα σαν μια λάμψη. Μια πλατιά λωρίδα αίματος σημάδευε την περιοχή όπου είχε συρθεί το πτώμα του Μπετρόζοφ.

Η Ιρίνα έτρεξε με τον Ατσαμάζ σε μια γωνία και βρήκαν τον Μπαρτράζ, τον μεγαλύτερο της γιο.
Κατάλαβε ότι οι ζωές τους θα γίνουν ένας μοχλός σε μια μάχη θέλησης κατά του Κρεμλίνου. Η ελπίδα βασιζόταν στις διαπραγματεύσεις ή στις δυνάμεις ασφαλείας της Ρωσίας, που δεν ήταν γνωστές για την τακτική τους ακρίβεια ή τον σεβασμό στη ζωή των πολιτών. Την τελευταία φορά που μια Τσετσενική ομάδα είχε καταλάβει εκατοντάδες ομήρους, σε ένα θέατρο στη Μόσχα το 2002, οι Ρώσοι κομάντος επιτέθηκαν με δηλητηριώδη αέρια. Τουλάχιστον 129 όμηροι έχασαν τη ζωή τους.

Δύο νεαρές γυναίκες που φορούσαν γιλέκα με εκρηκτικά περιπλανιούνταν φορώντας μαύρα και με τα πρόσωπα τους καλυμμένα με βέλο. H Ιρίνα άρχισε να τρέμει.

Η Ρωσία έχει μια διαρκή ικανότητα να παράγει φρικτά κοινωνικά φαινόμενα. Οι shahidka ήταν το τελευταίο δημιούργημα. Γυναίκες ισλαμίστριες μάρτυρες που έσπερναν τον φόβο κατά τη διάρκεια του δεύτερου Τσετσενικού πολέμου. Τα ρωσικά μίντια της έλεγαν "μαύρες χήρες", γυναίκες που οδηγήθηκαν στο ακραίο Ισλάμ και την εκδίκηση από την απώλεια των νέων ανδρών της Τσετσενίας. Οι όμηροι παρατήρησαν μια ασυμφωνία: Το μαύρο πέπλο που φορούσε μια shahidka πλαισίωνε τα όμορφα βγαλμένα φρύδια που όπως φαίνεται ανήκαν σε μια έφηβη που είχε επισκεφθεί ένα κέντρο αισθητικής.

Δύο τρομοκράτες μπήκαν στο δωμάτιο με σακίδια και άρχισαν να ξεφορτώνουν εξοπλισμό: σύρμα και καλώδιο σε ξύλινα καρούλια, βόμβες διαφόρων μεγεθών, συμπεριλαμβανομένων αρκετών από πλαστικές φιάλες αναψυκτικού και δύο ορθογώνια κουτιά στο μεγέθους χαρτοφύλακα. Με την πένσα και τους κόφτες σύρματος έπιασαν δουλειά συναρμολογώντας ένα εκρηκτικό σύστημα . Το πλάνο τους έγινε ξεκάθαρο. Πολλές μικρές βόμβες θα ήταν δεμένες μαζί και θα τοποθετούνταν πάνω από το πλήθος και μια σειρά μεγαλύτερων εκρηκτικών θα τοποθετούνταν στο πάτωμα. Οι αιωρούμενες βόμβες εξυπηρετούσαν δύο σκοπούς: Ήταν πηγή που προκαλούσε μαζικό φόβο και ανάγκαζε τους ομήρους που βρίσκονται από κάτω να είναι υπάκουοι. Επιπλέον η ανύψωση εξασφάλιζε ότι, αν οι βόμβες εκραγούν, θα έριχναν κάτω τα θραύσματα και δεν θα επέτρεπαν να υπάρχει κάλυψη. Ουσιαστικά όλοι θα δέχονταν χτυπήματα από τις βίδες, τα μπουλόνια, τα ρουλεμάν και τα καρφιά που βρίσκονταν μέσα στις βόμβες. Οι τρομοκράτες ανέθεσαν στους ψηλότερους ομήρους, όπως ο Καζμπέκ, να τοποθετήσουν τις βόμβες. Η επιλογή τους να τις βάλουν ψηλά έδειξε ότι διέθεταν σατανική  εφευρετικότητα.

Τράβηξαν καλώδια από το ένα στεφάνι μπάσκετ στο άλλο και κρέμασαν βόμβες με άγκιστρα. Ο Καζμπέκ κατάλαβε ότι οι τρομοκράτες είχαν εσωτερική πληροφόρηση. Όχι μόνο είχαν βάλει τα στεφάνια στον σχεδιασμό τους αλλά και τα καλώδια και τα σύρματα ήταν κομμένα στο σωστό μέγεθος, σαν να γνώριζαν τις διαστάσεις πριν φτάσουν. Οι βόμβες ήταν προσαρμοσμένες στις ανάγκες του χώρου.

Το βάρος έφερε της βόμβες να κρέμονται πάνω από τα κεφάλια των παιδιών. "Μην τις αγγίζεται" προειδοποίησε ένας τρομοκράτης και μετά ζήτησε από τον Καζμπέκ και άλλους να τραβήξουν τα καλώδια. Ο θανάσιμος ιστός σηκωνόταν ψηλότερα και ψηλότερα μέχρι που τέντωσε και δεν μπορούσε κανείς να το φτάσει.

Ήταν σαν μια σειρά από χριστουγεννιάτικα φώτα μόνο που κάθε γλόμπος ήταν μια βόμβα. Οι τρομοκράτες στέκονταν στον πυροκροτητή και το σύστημα ήταν συνδεδεμένο με μια μπαταρία. Αν ο τρομοκράτης άφηνε το πόδι του, ο Καζμπέκ το ήξερε, το κύκλωμα θα έκλεινε, το ρεύμα θα έρρεε, οι βόμβες θα έσκαγαν.

Απόγευμα: Στην κεντρική αίθουσα

O Ασλάν Κουντζάγεφ κουβαλούσε μια καρέκλα στο μακρύ μπλε χολ υπό το βλέμμα των φρουρών του. Βιαζόταν να ολοκληρώσει αυτό που του είχαν αναθέσει. Τον είχαν βάλει σε μια ομάδα εργασίας ενήλικων ανδρών που δημιούργησαν οι τρομοκράτες και τον διέταξαν φράξει τα παράθυρα της τάξης. Οι τρομοκράτες ανησυχούσαν ότι οι ρωσικές Ειδικές Δυνάμεις θα επιτεθούν. Οι όμηροι αποδείχθηκαν μια χρήσιμη πισίνα για να αντλήσουν χέρια εργασίας. Ο Ασλάν φορούσε λευκό παντελόνι, ένα λευκό πουκάμισο και λευκά παπούτσια. Ήταν 33, ψηλόλιγνος με κοντά καστανά μαλλιά. Καθώς έσπρωξε την καρέκλα, ένας τρομοκράτης με μπαντανά έστρεψε ένα πιστόλι Makarov 9 χιλιοστών στο πρόσωπό του. Ο Άσλαν σταμάτησε. "Έχεις κοντά μαλλιά", είπε ο τρομοκράτης. "Είσαι μπάτσος;". Ο Ασλάν κούνησε το κεφάλι του. "Όχι" είπε "όχι".

Ο τρομοκράτης του είπε να αδειάσει τις τσέπες του και ο Ασλάν του έδειξε το πορτοφόλι του, χρήματα και κλειδιά. Ήταν ιδιοκτήτης ενός καταστήματος με οικοδομικά υλικά. Τίποτα πάνω του δεν έλεγε αστυνομικός. Ο τρομοκράτης του έγνεψε να επιστρέψει στη δουλειά.


Όταν τα παράθυρα είχαν πλέον μπλοκαριστεί, οι άντρες πήραν εντολή να καθίσουν στο χολ με τα χέρια πίσω από τα κεφάλια τους. Πλέον οι τρομοκράτες εμφανίζονταν ως ξεχωριστές προσωπικότητες. Οι όμηροι άρχισαν να τους κατανοούν. Υπήρχαν οι ηγέτες και αυτοί που τους ακολουθούσαν οι οποίοι ήταν οργανωμένοι σε ομάδες. Κάποιοι ειδικεύονταν στα εκρηκτικά. Άλλοι ήταν φύλακες ελέγχοντας τους ομήρους στο γυμναστήριο. Η μεγαλύτερη ομάδα ήταν στο κεντρικό κτίριο: μια διμοιρία που ετοιμαζόταν να αντιμετωπίσει μια ρωσική επίθεση. Ήρθαν με πακέτα τροφίμων, καφέ και γλυκά καθώς και υπνόσακους, μάσκες αερίου και κουτιά πρώτων βοηθειών. Ο καθένας είχε ένα όπλο και ένα γιλέκο που ήταν γεμάτο με πυρομαχικά. Κάποιοι είχαν χειροβομβίδες. Μερικοί είχαν εκτοξευτές χειροβομβίδων 40 χιλιοστών τοποθετημένους κάτω από τις κάννες των όπλων τους.

Ο Ασλάν άρχισε να κατανοεί τη δομή της διοίκησης. Όλοι τους αναφέρονταν σε έναν σβέλτο μυώδη άνδρα με μια θαμνώδη κοκκινωπή γενειάδα τον οποίο αποκαλούσαν "ο συνταγματάρχης". Περπατούσε στον διάδρομο με έναν ξιπασμένο βήμα, στο ξυρισμένο του κεφάλι φορούσε έναν μαύρο σκούφο αποπνέοντας το σκοτεινό χάρισμα του καπετάνιου ενός πειρατικού καραβιού. Ήταν γεμάτος ενέργεια και δύναμη και έμοιαζε αναμμένος από χαρά.  Κάτω από αυτόν ήταν οι μεσαίοι διοικητές, συμπεριλαμβανομένου ενός Σλάβου ο οποίος χρησιμοποίησε το όνομα Αμπντουλάχ και ήταν αυτός που είχε βάλει το πιστόλι στο πρόσωπο του Ασλάν. Ο Άσλαν με έκπληξη ένιωσε εντυπωσιασμένος από την πειθαρχία και την επιδεξιότητά τους. Είχαν καταλάβει το σχολείο, το έζωσαν με βόμβες και το έκαναν οχυρό μέσα σε μισή μέρα. "Πες τι θέλεις για αυτούς τους μπάσταρδους, αλλά δεν είναι ανόητοι", σκέφτηκε. "Ξέρουν τι κάνουν".

Αυτός και δύο άλλοι όμηροι διατάχτηκαν να σηκωθούν και τους κατέβασαν στη βιβλιοθήκη, όπου τους δόθηκαν τσεκούρια και αξίνες και τους είπαν να διαλύσουν τα πατώματα. Ο Ασλάν αναρωτήθηκε εάν οι τρομοκράτες είχαν μια κρυψώνα όπλων κάτω από τις σανίδες, αλλά δεν μπορούσε να δει τίποτα στην τρύπα που είχε κάνει και τον οδήγησαν πάλι πίσω να καθίσει. Εγκλωβισμένος στο διάδρομο, όλο και πιο κουρασμένος ο Ασλάν συνειδητοποίησε ότι είχε φτάσει το τέλος της ζωής του. Άρχισε να σκέφτεται. Σιγά σιγά έκανε μια ανασκόπηση των γεγονότων που τον έκαναν αυτό που είναι: ο γάμος του, η γέννηση των δύο κοριτσιών του, η επιτυχία της επιχείρησής του. Ένιωσε τη λύπη του που δεν είχε ακόμη ένα γιο. Ένας Οσετός έπρεπε να έχει ένα γιο. Κάποιες στιγμές τρόμαζε από κοντινές βολές όπλου αλλά δεν μπορούσε να πει από πού είχαν προέλθει. Επέστρεψε στην ονειροπόληση του. Σκέφτηκε: "Τι θα πουν στην κηδεία μου;".

Νωρίς το απόγευμα: Στο γυμναστήριο

Ο τρομοκράτης είχε κουραστεί από την Λαρίσα Κουντζίεβα. Φώναζε ακόμα και όταν είχε διατάξει να κάνουν ησυχία. Ήταν καθαρή και όμορφη με έναν απόλυτο καυκάσιο τρόπο. Με όμορφο δέρμα, σκούρα μαλλιά και καστανά μάτια. Μια εμφάνιση που γινόταν πιο έντονη από τη μαύρη μπλούζα και τη μαύρη της φούστα. Δεν έμοιαζε για 38 χρονών. Ο τρομοκράτης ήταν ένας από τους νεαρούς που φρουρούσαν τους ομήρους. Φορούσε μάσκα. Περπάτησε προς το μέρος της για να την κάνει να ησυχάσει. Για πάντα.

Η Λαρίσα πέρασε τις πρώτες ώρες της αιχμαλωσίας προσέχοντας τον Βαντίμ Μπολόγεφ, έναν πατέρα που τον είχαν πυροβολήσει κοντά στον δεξί του ώμο. Ήταν ξαπλωμένος στο παρκέ χωρίς να ακούγεται. Το λευκό του πουκάμισο είχε γίνει κατακόκκινο. Γινόταν πιο αδύναμος. "Γιατί σε πυροβόλησαν" τον ρώτησε. "Αρνήθηκα να γονατίσω" είπε.

Η Λάρισα τον προέτρεψε να ξαπλώσει και να βάλει την τσάντα της κάτω από το κεφάλι του. Έλεγξε την πληγή του. Το οστό είχε καταστραφεί. Το αίμα έρεε ελεύθερα. Προσπάθησε να χρησιμοποιήσει μια ζώνη ως τουρνικέ αλλά δεν μπορούσε να την τοποθετήσει. Ο ιδρώτας έτρεχε στο μέτωπο του. Ο γιος του, ο Σαρμάτ έξι ετών, κάθισε δίπλα του με ένα λευκό πουκάμισο και μαύρο γιλέκο, βλέποντας τον πατέρα του να φεύγει.

Η Λαρίσα δεν ήθελε να πάει στο σχολείο εκείνη την ημέρα. Ο εξάχρονος γιος της Ζάουμπρεκ ξεκινούσε την πρώτη τάξη και ζήτησε από την Μαντίνα, την 19χρονη κόρη της, να τον φέρει. Ο άντρας της είχε πεθάνει τον Απρίλιο από καρκίνο στο στομάχι. Ήταν σε πένθος και δεν ένιωθε καμία διάθεση να γιορτάσει. Όταν όμως τους είδε να φεύγουν η Λαρίσα κοίταξε το πλήθος που πήγαινε προς το σχολείο. "Πήγαινε μαζί τους", μια φωνή της είπε και έτρεξε στο μπαλκόνι. "Περιμένετε με" τους φώναξε.

Τώρα έγερνε πάνω από τον άντρα που αιμορραγούσε δίνοντας αγώνα για να τον σώσει. Η κόρη της ήταν εγγεγραμμένη σε ιατρική ακαδημία. "Είσαι μελλοντικός γιατρός", ψιθύρισε η Λάρισα. "Τι να κάνω;"

«Δεν υπάρχει τρόπος να τον σώσεις», είπε η Madina. "Η αρτηρία του είναι κατεστραμμένη. Χρειάζεται επέμβαση."

Η Λάρισα αισθάνθηκε οργή. Δεν θα τον άφηνε να πεθάνει. Φώναξε σε έναν τρομοκράτη στο δωμάτιο. "Χρειαζόμαστε νερό και επιδέσμους" είπε. Κανείς δεν απάντησε. Φώναξε ξανά. Παραβίαζε τους κανόνες. Ο τρομοκράτης πλησίασε. "Γιατί φωνάζεις;" είπε.

«Χρειάζομαι επιδέσμους", απάντησε.

"Είσαι το πιο γενναίο άτομο εδώ, ή το πιο έξυπνο" είπε "Θα το ελέγξουμε". Η φωνή του έγινε πιο δυνατή: "Σήκω πάνω".

Ο Μπολόγεφ την έπιασε από το πουκάμισο. "Μην πας" της είπε. Η Λαρίσα ελευθερώθηκε, σηκώθηκε και ο τρομοκράτησε την έσπρωξε σε μια γωνία όπου βρίσκονταν οι φωτογραφικές μηχανές και τα κινητά που είχαν μαζέψει από τους ομήρους.

"Τι κάνεις;" του είπε. Την διέταξε να γονατίσει. "Όχι" απάντησε. Για κάτι τέτοιο πυροβόλησαν τον Μπολόγεφ. "Σου είπα" φώναξε "να γονατίσεις". "Όχι" απάντησε.

Για μια στιγμή κοίταξαν το ένας τον άλλο, ο τρομοκράτης και η μητέρα κλειδωμένη σε μια νοητική μάχη. Κοίταξε τη μάσκα του. Διέκρινε φακίδες κοντά στα μάτια του. Κυριάρχησε πανικός στο γυμναστήριο. Οι όμηροι είχαν δει τη δολοφονία του Μπετρόζοφ.  Ήρθε η σειρά της Λάρισας. Ο τρομοκράτης σήκωσε το καλάσνικοφ, πέρασε το στήθος, το πρόσωπο και σταμάτησε στο μέτωπο της. Πίεσε την κάννη στο φρύδι της. Η Λαρίσα ένιωθε τον μεταλλικό κύκλο πάνω στο δέρμα της.
Ο Μπολόγεφ στηρίχτηκε στον αγκώνα του. Τα παιδιά της Λάρισας κοίταζαν. Σήκωσε το χέρι, άρπαξε την κάννη και την έδιωξε από το μέτωπο της. "Τι είδους παράσταση παίζεις εδώ, και μπροστά σε ποιον;" φώναξε "υπάρχουν γυναίκες και παιδιά εδώ που φοβούνται ήδη".

Ο τρομοκράτης σταμάτησε. Σκεπτόμενη γρήγορα, προσπάθησε να τον πείσει ότι οι Οσετοί δεν είναι εχθροί των Τσετσένων. Ένα δύσκολο έργο, δεδομένου ότι η εχθρότητα μεταξύ των Οσετών, ενός χριστιανικού λαού με προϊστορία πίστης στη Μόσχα και των ισλαμιστών Τσετσένων και των Ινγκούς είναι βαθιά. "Τα παιδιά σας βρίσκονται στα νοσοκομεία μας", είπε. "Οι γυναίκες σας γεννούν εδώ".
"Όμως οι γυναίκες και τα παιδιά μας" απάντησε ο τρομοκράτης "Είναι τα μπάσταρδα του Καντίροφ"
Η λέξη ήταν σαν κεντρί. Καντίροφ, το επώνυμο των πρώην επαναστάτη που τα βρήκε με τη Ρωσία και έγινε συνεργάτης του Κρεμλίνου. Οι αυτονομιστές τον απεχθάνονταν με ένα μίσος που κρατάς μόνο για προδότες. Η Λαρίσα πάγωσε. Ο Αμπντουλάχ έτρεξε από την άλλη πλευρά του γυμναστηρίου. Μπήκε ανάμεσα τους. "Τι συμβαίνει εδώ;" ρώτησε.

"Αυτός ο τύπος θέλει να με εκτελέσει γιατί ζήτησα νερό και επιδέσμους για τον τραυματία", του απάντησε. Ο Αμπντουλάχ εξέτασε και τους δύο; τον νεαρό με το όπλο και την γυναίκα που τον κοιτούσε έντονα. "Δεν υπάρχει τίποτα για εσένα εδώ" της είπε "πήγαινε πίσω, κάτσε κάτω και σκάσε".

Του έδειξε το χέρι του που αιμορραγούσε. "Το χέρι σου είναι δεμένο. Δώσε μου μερικούς από αυτούς τους επιδέσμους" του είπε.

"Δεν με καταλαβαίνεις" της απάντησε "δεν υπάρχει τίποτα για εσένα εδώ. Γύρνα, κάτσε και σκάσε".
Η Λαρίσα επέστρεψε στη θέση της. Τα παιδιά της την κοιτούσαν, ο Μπολόγεφ ξάπλωσε πάλι. Τα χείλη του είχαν γίνει μοβ, το μέτωπο του ήταν γεμάτο ιδρώτα. Ο θάνατος του δεν θα μπορούσε να είναι μακριά. Ήταν οργισμένη.



Απόγευμα: Στο γυμναστήριο

Η Ζαλίνα Λεβίνα δεν μπορούσε να παρηγορήσει την εγγονή της, Αμίνα, και δεν ήξερε τι να κάνει. Είχε βγάλει τη ροζ φούστα και το κόκκινο πουκάμισο από το ιδρωμένο σώμα του παιδιού αλλά δεν ήταν αρκετό. Η Αμίνα συνέχισε να κλαίει τρομοκρατώντας την Ζαλίνα. Οι τρομοκράτες γίνονταν πιο ευερέθιστοι και οι απειλές τους πολλαπλασιάζονταν. "Κάντε τα μπάσταρδα σας να σκάσουν αλλιώς θα τα ηρεμήσουμε εμείς γρήγορα" είχε πει ένας. Η Ζαλίνα ανησυχούσε ότι θα πυροβολήσουν το παιδί.

Η Ζαλίνα γνώριζε την Τσετσενία από πρώτο χέρι, έχοντας ζήσει στην πρωτεύουσα της Γκρόζνι, πριν καταρρεύσει η Σοβιετική Ένωση. Θυμήθηκε τις οροσειρές της και την καλή ατμόσφαιρα. Η πόλη είχε βιομηχανία, πανεπιστήμιο, ινστιτούτο πετρελαίου, τσίρκο, γήπεδο ποδοσφαίρου και σειρές διαμερισμάτων σε δρόμους με δέντρα. Θυμήθηκε επίσης τη βιαιότητα της. Ο εθνικισμός είχε αναδυθεί εκ νέου καθώς η λαβή της Μόσχας εξασθενούσε. Οι παλιές εχθρότητες επανεμφανίστηκαν. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, πριν από τον πρώτο πόλεμο της Τσετσενίας, μια ομάδα Τσετσένων είχε κλέψει το αυτοκίνητο του γαμπρού της. "Σας δίνουμε ένα μήνα για να φύγετε", είπε κάποιος, "ή θα επιστρέψουμε και θα κάψουμε το σπίτι σας". Η οικογένεια κατέφυγε στο Μπεσλάν, εξήντα χιλιόμετρα μακριά, απέναντι από αυτό που θα γινόταν ένα στρατιωτικό μέτωπο. Η Ζαλίνα πίστευε ότι είχε δραπετεύσει από τον πόλεμο.

Τώρα η Αμίνα συνέχιζε να κλαίει και το άγχος της Ζαλίνα μεγάλωνε. Φαινόταν ότι δεν υπήρχε κάποιος λόγος να ελπίζει. Οι τρομοκράτες ζητούσαν την απόσυρση ομοσπονδιακών στρατευμάτων από την Τσετσενία και, αν οι όμηροι ήξεραν κάτι για τον Βλάντιμιρ Πούτιν, τον πρόεδρο της Ρωσίας, είναι ότι ήταν απίθανο να το κάνει. Η επιτυχία του Πούτιν στηρίχθηκε εν μέρει στη φήμη του για σκληρότητα. Δεν ήταν κάποιος που θα έκανε παραχωρήσεις, σίγουρα όχι στους αυτονομιστές, για τους οποίους η περιφρόνησή του ήταν γνωστή σε όλους.

Καθώς περίμεναν, οι όμηροι ήταν σε τραγική κατάσταση λόγω της ζέστης. Το γυμναστήριο ήταν πάρα πολύ γεμάτο και δεν επέτρεπε μεγάλες κινήσεις. Αναγκάζονταν να απλώνουν τα πόδια τους με τη σειρά. Άλλοι κάθονταν πλάτη με πλάτη. Οι τρομοκράτες από την μεριά τους διέταζαν κάποιες φορές να βάλουν τα χέρια στο κεφάλι με τα δάχτυλα ανοιχτά, σαν αυτιά κουνελιών. Άλλες φορές, όταν το γυμναστήριο γινόταν θορυβώδες από τα κλάματα των παιδιών, επέλεγαν έναν όμηρο , τον έβαζαν να σταθεί και έπειτα προειδοποιούσαν: Σκάστε ή θα τον πυροβολήσουμε. Αλλά η σιωπή, όπως η απόσυρση των ομοσπονδιακών, ήταν μια σχεδόν αδύνατη απαίτηση. Τα παιδιά δεν μπορούν να μείνουν ήσυχα για πολλή ώρα.

Η Αμίνα έκλαιγε συνεχώς. "Πρέπει να σώσω αυτό το παιδί" σκέφτηκε η Ζαλίνα. Άνοιξε το φόρεμα της και έβαλε τη θηλή της στο στόμα της Αμίνα. Η Ζαλίνα ήταν 41 ετών και όχι η μητέρα του παιδιού. Όμως σκέφτηκε ότι ίσως η Αμίνα, που ήταν αρκετά μικρή, θα ηρεμήσει από μια θηλή, οποιαδήποτε θηλή, ακόμα και μια χωρίς γάλα. Γυμνή και ιδρωμένη η Αμίνα πήρε τη θηλή και άρχισε να ρουφάει. Η αναπνοή της έγινε πιο αργή, το σώμα της χαλάρωσε. Κοιμήθηκε. "Μείνε ακίνητη" σκέφτηκε η Ζαλίνα "μείνε ακίνητη".

Απόγευμα: Στο γυμναστήριο

Η ανυπακοή της Λάρισα Κουντζίγεβα την έκανε γνωστή στους τρομοκράτες και ώρες απ' όταν λίγο έλειψε να την πυροβολήσουν, παρατήρησε έναν που την κοίταζε. Δεν φορούσε μάσκα και συχνά έστρεφε τα μάτια του προς αυτή. Ήταν λίγο πιο κοντός από δύο μέτρα, πάνοπλος και σχολαστικός. Με μια σοβαρότητα που οι άλλοι τρομοκράτες φαινόταν να σέβονται. Το παντελόνι παραλλαγής του ήταν σιδερωμένο. Οι μπότες δεμένες σφιχτά. Είχε μια προσεγμένη γενειάδα και από τα μάτια του έβλεπες ότι δεν ήταν αιμοδιψής, όπως οι άλλοι. Η Λαρίσα σκέφτηκε ότι πρέπει να είναι περίπου 30 ετών, αρκετά μεγάλος για να πολεμάει σαν αντάρτης εδώ και δέκα χρόνια. Ήταν διαπραγματευτής και περνούσε πολλές φορές μιλώντας στο κινητό τηλέφωνο με τους Ρώσους έξω. Μεταξύ των κλήσεων τα μάτια του κοιτούσαν τη Λάρισα.

Η οργή της δεν είχε καταλαγιάσει. Συνέχιζε να βοηθά των Μπολόγεφ πιέζοντας πανιά στο τραύμα του. Κάθε φορά μούσκευαν από το αίμα που γινόταν κολλώδες και πηχτό από τη ζέστη. Η Λαρίσα ήξερε έναν άντρα που το αίμα του μύριζε τόσο άσχημα όσο ο υπόνομος ενός χασάπη. Φώναξε ξανά για βοήθεια, για νερό, για επιδέσμους αλλά κανείς δεν άκουσε. Καθώς πέθαινε ο Μπολόγεφ ζήτησε τις κόρες του και οι Λαρίσα τις φώναξε. Οι τρομοκράτες την τιμώρησαν βάζοντας δίπλα της μια shahidka που κρατούσε ένα πιστόλι και είχε οδηγίες να την πυροβολήσει αν έκανε πάλι θόρυβο. Ο Μπολόγεφ έγινε πιο αδύναμος και ζήτησε τον γιο του Σαρμάτ. Τους ζήτησε να πει τα ονόματα και τις διευθύνσεις των συγγενών του. Ήξερε ότι πεθαίνει και ήθελε το παιδί να κάνει πρόβες για τους διασώστες σε περίπτωση που τον βρουν μόνο του.

Καθώς ο Μπολόγεφ χλόμιασε και έτρεμε ο Αμπντουλάχ διέταξε να τον μεταφέρουν. "Που τον πας;" ρώτησε η Λαρίσα. "Στο νοσοκομείο" απάντησε.

Ήξερε ότι δεν είναι αλήθεια και εξοργίστηκε. Αργότερα καθώς η θερμοκρασία ανέβαινε πήγε μια ομάδα παιδιών στο μπάνιο. Επιστρέφοντας κάθισε κοντά σε αυτόν που την κοίταζε. Υπήρχε μια επαφή εδώ και σκόπευε να την εκμεταλλευτεί.

"Είσαι ίσως το μοναδικό άτομο που μπορεί να μας πει κάτι για τη μοίρα μας" του είπε.

Την κοίταξε από κοντά για πρώτη φορά. Είχε πλύνει το αίμα του Μπολόγεφ. "Θα μείνετε εδώ μέχρι και τα τελευταία ομοσπονδιακά στρατεύματα να φύγουν από την Τσετσενία" της είπε.

"Αυτό δεν γίνεται σε μια μέρα" του απάντησε.

"Όταν οι διαπραγματεύσεις ξεκινήσουν θα έχετε τα πάντα. Φαγητό, νερό. Τα πάντα" τόνισε.

Καθόταν με το όπλο και το κινητό. Ένας υπόγειος μαχητής που ήρθε στο φως. Άνθρωποι σαν αυτόν ζούσαν στις σκιές της Ρωσίας, περιμένοντας. Προσεύχονταν και εμφανίζονταν όταν χρειαζόταν να σκοτώσουν. Κάποτε ήταν μια σταθερή παρουσία στην τηλεόραση αλλά τώρα εξαφανίστηκαν μέσα στην επανάσταση τους. Τώρα οι ζωές των ομήρων ήταν στον έλεγχο του.

"Ποιο είναι το όνομα σου;", τον ρώτησε.

"Άλι", είπε. Δεν ήταν ένα όνομα συνηθισμένο στα βουνά.

"Είναι όνομα ή ψευδώνυμο;"

"Βλέπω ότι είσαι σοφή γυναίκα", της απάντησε.

"Απάντησε μου. Ο άνθρωπος πρέπει να έχει όνομα. Αυτό είναι που τον ξεχωρίζει από ένα ζώο", του είπε.

"Είναι ψευδώνυμο. Τώρα είμαι ο Άλι. Παλιότερα ήμουν ο Μπάισανγκουρ"

"Και το πραγματικό σου όνομα;" τον ρώτησε.

"Δεν το χρειάζομαι πλέον. Δεν υπάρχει ούτε ένα πρόσωπο που να έχει μείνει ζωντανό που θα με καλούσε με το όνομα μου", της απάντησε.

Ο Μπάισανγκουρ - ένας θρυλικός Τσετσένος πολεμιστής που είχε αγωνιστεί κατά της Ρωσίας τον 19ο αιώνα, μέρος μιας γενιάς που λατρευόταν από τους αυτονομιστές. Ο πιο γνωστός από αυτούς τους μαχητές ήταν ο Ιμάμ Σαμίλ, του οποίου το όνομα πέρασε από γενιές στον Σαμίλ Μπασαγέφ, τον διοικητή των αυτονομιστών με το ένα πόδι που η τακτική της τρομοκρατίας τον έκανε τον πιο καταζητούμενο άνθρωπο. Ο Μπασάγεφ σχεδίαζε ομηρίες  Βασιάεφ και στρατολόγησε shahidkas. Οι τρομοκράτες στο γυμναστήριο προετοιμάστηκαν υπό τις εντολές του. Η κληρονομιά του Μπάισανγκουρ ήταν πιο αγνή. Ο Σαμίλ είχε συλληφθεί και αποδέχθηκε την χάρη από τον Τσάρο. Ο Μπάισανγκουρ πολέμησε μέχρι τον θάνατο του.

"Αρκετά χρόνια πριν", είπε ο Άλι, "καθώς η Ρωσία προσπαθούσε να καταπνίξει την επανάσταση τους έστειλε αεροπλάνο από αυτή την περιοχή για να βομβαρδίσουν ένα τσετσενικό χωριό. Δεν υπήρχαν άντρες εκεί που έπεσαν οι βόμβες όμως το χωρίο δεν ήταν άδειο. Ήταν γεμάτο οικογένειες". Αυτές οι βόμβες, είπε, έσκασαν πάνω στη γυναίκα και τα πέντε παιδιά του. Όλοι όσοι τον αγαπούσαν ήταν νεκροί. Κοίταξε την Λαρίσα και της είπε: "Η γυναίκα μου έμοιαζε ακριβώς σαν κι εσένα. Ούτε οι δίδυμες δεν μοιάζουν τόσο".

Η Λαρίσα χρειαζόταν πληροφορίες και πίεσε: "Ποιο είναι το όνομα του χωριού σου;" ρώτησε.
"Δεν χρειάζεται να το ξέρεις. Δεν ξέρεις τι συμβαίνει στην Τσετσενία" της είπε.

30 Αυγούστου, λίγο μετά την αυγή: Τσετσενία

Ο δρόμος προς Γκρόζνι εκτείνεται προς τα νότια κατά μήκος μιας πεδιάδας προς την λαμπερή και χιονισμένη κορυφογραμμή του Καυκάσου, ένα περιβάλλον τόσο ελκυστικό που αν η ιστορία του ήταν διαφορετική θα ήταν ίσως μια παραμυθένια χώρα. Καθώς συνεχίζεται ο δρόμος, διασχίζοντας τον στροβιλιζόμενο ποταμό Τέρεκ, εμφανίζονται φρούρια και σημεία ελέγχου, πρώτα περιστασιακά και στη συνέχεια πιο συχνά, από τα οποία ηλιοκαμένοι Σλάβοι στρατιώτες κοιτάζουν κουρασμένα. Η Τσετσενία είναι μια κουκίδα στην απεραντοσύνη της Ρωσίας. Αλλά το Κρεμλίνο την εποφθαλμιά και την φοβάται και έχει γεμίσει με στρατιώτες και αστυνομικούς τα σύνορά της. Την έχει ζώσει με σώματα ασφάλειας και αρνείται την πρόσβαση σε ξένους. Είναι μια ζώνη πολέμου και μια περιοχή της οποίας η εσωτερική λειτουργία είναι σε μεγάλο βαθμό άγνωστη.

Λίγο έξω από την πρωτεύουσα, το έδαφος γίνεται απότομο και σημαδεμένο από χαρακώματα πυροβολικού από όπου, πριν από καιρό, οι ρωσικές ταξιαρχίες έριχναν τις βολές τους. Η πόλη πέρα από αυτούς τους λόφους είναι ένα ερείπιο, ένας σωρός από μπάζα και κατεστραμμένα κτίρια. Πολλοί από τους κατοίκους μένουν στα συντρίμμια των σπιτιών τους. Στα χρόνια της πρόσφατης σύγκρουσης, λίγα μέρη έχουν δει μια τέτοια πληθώρα φρίκης και μετά εξαφανίστηκαν τόσο εύκολα από το δημόσιο λόγο. Αφού η Τσετσενία κήρυξε την ανεξαρτησία της το 1991 ώθησε τη Ρωσία να εισβάλει τρία χρόνια αργότερα. Οι Τσετσένοι έγιναν πηγή γοητείας για τη Δύση. Ήταν άνθρωποι που συνδύαζαν τις ορεινές παραδόσεις με τη σύγχρονη ζωή. Ένας ισλαμικός λαός που μιλούσε τη γλώσσα του, δεμένος με αρχαίους κώδικες τιμής και φιλοξενίας που επιζητούσε την ανεξαρτησία, που πολέμησε μοίρες τεθωρακισμένων μπροστά στα σπίτια του. Το σύμβολό τους ήταν ο λύκος αλλά δεν ήταν οι ισχυροί. Ντόπιοι που κέρδιζαν αψιμαχίες εναντίον μιας παγκόσμιας δύναμης με λίγα μόνο με τουφέκια και τη δύναμη της θέλησης.

Ανεξαρτήτως αυτών των στιγμών στρατιωτικής επιτυχίας, οι αποσχιστικές τάσεις των Τσετσένων οδήγησαν σχεδόν στην καταστροφή τους. Η Ρωσία και οι αντάρτες υπέγραψαν κατάπαυση του πυρός το 1996 και ο ρωσικός στρατός αποχώρησε, αφήνοντας πίσω μια κυβέρνηση υπό την ηγεσία των επαναστατών. Η ανεξαρτησία και η αυτοκυβέρνηση της Τσετσενίας είχαν γεννηθεί. Το αποτέλεσμα ήταν καταστροφικό. Η νέα κυβέρνηση, η οποία κληρονόμησε τεράστια προβλήματα και είχε μικρή βοήθεια ή έσοδα, εγκαταλείφθηκε σε μεγάλο βαθμό από το Κρεμλίνο, το οποίο φάνηκε να ποντάρει στην αποτυχία της. Χωρίς πείρα και επιμονή στις εσωτερικές διαμάχες, απέδειξε ότι δεν μπορεί να κυβερνήσει και έδειξε μια ανοχή σε αρχαίες ερμηνείες του Ισλαμικού Νόμου φτάνοντας στο σημείο να δείχνει στην τηλεόραση δημόσιες εκτελέσεις. Το έγκλημα αυξήθηκε, η διαφθορά ήταν ανεξέλεγκτη και οι απαγωγές για λύτρα έγιναν τόσο συχνές που έμοιαζαν σαν ένας εγκεκριμένος τρόπος εργασίας.

Όποια και αν είναι τα πλεονεκτήματα του συμβατικού πορτραίτου του Τσετσένου επαναστάτη, ο πόλεμος και οι παράνομες δραστηριότητες ώθησαν πολλούς από αυτούς εκτός πλαισίου σε μια ζωή κακοποιού και οργανωμένου εγκλήματος. Οι κάτοικοι της Τσετσενίας περίμεναν την αυτονομία για να βελτιώσουν την παρτίδα τους. Αλλά ο εθνικισμός οδήγησε στους πολέμαρχους και οι πολέμαρχοι σε ακόμα πιο σκοτεινές συνεργασίες. Μερικοί εξέχοντες διοικητές, συμπεριλαμβανομένου του Σαμίλ Μπασαγέφ, συνενώθηκαν με διεθνή ισλαμικά κινήματα που είχαν ριζώσει στο Πακιστάν και το Αφγανιστάν, κατευθύνοντας τη Δημοκρατία ακόμα πιο βαθιά στην απομόνωση και προσελκύοντας ξένους τζιχαντιστές στις πλαγιές του Καυκάσου. Με την ευλογία του Μπασαγέφ, ένας σκοτεινός Άραβας διοικητής με το όνομα Ιμπν αλ Κατάμπ  που είχε πολεμήσει στο Αφγανιστάν και το Τατζικιστάν άνοιξε στρατόπεδα εκπαίδευσης στα βουνά. Οι νεοσύλλεκτοι έφθασαν στον Καύκασο από την Τσετσενία και αλλού, ιδιαίτερα από την κοντινή Ινγκουσετία, από την Τουρκία, την Κεντρική Ασία και την Αραβία. Εκπαιδεύονταν στα όπλα, τις τακτικές μάχης και την κατασκευή βόμβων. Υπό την εξουσία των μαχητών, η αυτόνομη Τσετσενία αναγνωρίστηκε από μία μόνο ξένη κυβέρνηση: τους Ταλιμπάν του Αφγανιστάν.

Με την ώθηση του πρωθυπουργού Πούτιν, ο οποίος σύντομα θα γινόταν πρόεδρος, η Ρωσία έστειλε τον στρατό της στην Τσετσενία το 1999. Αυτή τη φορά πολέμησε αδιάκριτα. Με ελάχιστο σεβασμό στη ζωή ή την περιουσία, ο στρατός της περικύκλωσε το Γκρόζνι και σφυροκόπησε την πρωτεύουσα με ρουκέτες, πυροβολικό και αεροσκάφη, κατεδαφίζοντας την πόλη γύρω από τους αντάρτες. Χωριά και πόλεις καταστράφηκαν σε έναν βαθμό που δεν είχε παρατηρηθεί ξανά μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι εικόνα του Γκρόζνι έφερε συγκρίσεις με τη Βαρσοβία το 1944. Η πόλη έπεσε νωρίς το 2000 και ο Πούτιν, πρόεδρος πια, δήλωσε ότι η μάχη τελείωσε. Μια νέα πολιτική διαμορφώθηκε. Η Ρωσία θα συγκέντρωνε στρατεύματα και εξοπλισμό και θα παρείχε χρήματα, οδηγίες και πολιτική υποστήριξη. Αλλά η τοπική διοίκηση έπρεπε να παραδοθεί στους Τσετσένους που θεωρούνταν αρκετά πιστοί, μια φόρμουλα που προερχόταν από τη θεσμική μνήμη μιας εξασθενημένης αυτοκρατορίας. Ο διορισμός πληρεξουσίων συνοδευόταν από ένα μήνυμα που γινόταν πιο κενό όσο περισσότερο επαναλαμβανόταν στην κρατική τηλεόραση: Δεν υπάρχει πόλεμος. Έχουμε κερδίσει.

Δεν υπάρχουν επαληθευμένοι αριθμοί θυμάτων για τους πολέμους της Τσετσενίας, αλλά όλοι συμφωνούν ότι ο αριθμός ήταν τεράστιος. Οι νεκροί Τσετσένοι ήταν από δεκάδες χιλιάδες έως και πάνω από διακόσιες χιλιάδες. Πέρα από τους αριθμούς των θυμάτων τα χρόνια της βίας και οι αγριότητες κατέστησαν σαφές ότι, ως δημόσια πολιτική, λίγα θα μπορούσαν να είναι λιγότερο σοφά από τις εκτεταμένες δολοφονίες στην Τσετσενία, όπου η παράδοση ζητά να πλένεται το αίμα με αίμα. Οι Τσετσένοι δεσμεύονται από τον adat, έναν προφορικό κώδικα που αναγκάζει τις οικογένειες να εκδικηθούν τη δολοφονία των συγγενών τους. Μέχρι τη στιγμή που ο πρόεδρος Πούτιν ανακοίνωσε τη νίκη, είχε χαθεί αίμα για αρκετές γενιές. Είχαν αναμειχθεί  όχι μόνο οι φυλετικές τάσεις για εκδίκηση και ανεξαρτησία αλλά και ο ρατσισμός και το στρατιωτικό Ισλάμ.

Ο πόλεμος που δεν υπήρχε, συνεχίστηκε. Ανίκανοι να υπερασπιστούν το Γκρόζνι συμβατικά, οι αντάρτες σχημάτισαν ομάδες, κρύβονταν ανάμεσα στον τοπικό πληθυσμό και στις κοντινές δημοκρατίες της Ρωσίας και ταξίδευαν μεταξύ Αζερμπαϊτζάν, Γεωργίας και Τουρκίας, όπου η τσετσενική διασπορά είναι μεγάλη. Οι ισλαμικές αναταραχές επεκτάθηκαν μέσω του εδάφους της Ρωσίας στον Καύκασο και υπόγειοι θύλακες με συνδέσεις με τους Τσετσένους σχηματίστηκαν σε τουλάχιστον έξι από τις εσωτερικές δημοκρατίες της περιοχής. Ένας ρυθμός εμφανίστηκε. Σχεδόν καθημερινά οι αυτονομιστές ή οι σύμμαχοί τους οργάνωναν μικρές επιθέσεις ή τοποθετούσαν νάρκες και περιστασιακά θα συγκεντρώνονταν για μεγάλες επιδρομές. Απαντώντας στην επεκτεινόμενη εξέγερση, οι Ρώσοι αποφάσισαν να την εξολοθρεύσουν, να επιτεθούν σε σπίτια για να αναζητήσουν νεαρούς άνδρες. Προέκυψαν καταγγελίες για βιασμούς, βασανιστήρια, ληστείες και απαγωγές. Η μακάβρια κερδοσκοπία συμπεριλάμβανε ακόμα και πώληση  σορών στις οικογένειες των νεκρών για να μπορέσουν τους θάψουν.  

Η τρομοκρατία ήταν μέρος του αγώνα των αυτονομιστών πριν από τον πρώτο πόλεμο. Το ντεμπούτο του Μπασάγεφ ήταν μια αεροπειρατεία το 1991. Η τακτική των μαζικών ομηριών άρχισε το 1995. Αλλά καθώς οι θάνατοι αυξήθηκαν και οι αυτονομιστές οδηγήθηκαν ακόμα περισσότερο στο περιθώριο, στράφηκαν περισσότερο στην τρομοκρατία και στη συνέχεια στις επιθέσεις αυτοκτονίας. Οι αντάρτες κατέστρεψαν την έδρα κυβέρνησης της Τσετσενίας με ένα φορτηγό-βόμβα το 2002 και το 2004 δολοφόνησαν τον πρόεδρο που υποστήριξε το Κρεμλίνο. Στο κέντρο ήταν ο Μπάσάγεφ, σαρδόνιος και κουτσός. Η τρομοκρατική του ομάδα το Riyadus-Salakhin Reconnaissance and Sabotage Battalion of Chechen Martyrs συμπεριελάμβανε εθνικιστές από τον Καύκασο και αλλοδαπούς μεταξύ των οποίων Άραβες και μερικοί Ευρωπαίοι.

Από εθνικιστής έγινε μηδενιστής και ο Μπασαγιέφ κατέστησε σαφές ότι πίστευε ότι όλοι οι Ρώσοι πολίτες ήταν δίκαιοι στόχοι. Αφού δεκάδες όμηροι πέθαναν στο θέατρο της Μόσχας υποστήριξε ότι η Ρωσία έπαιρνε αυτό που άξιζε. "Αποδείχθηκε ότι αυτοί ήταν αθώοι πολίτες που είχαν πάει στο θέατρο για αναψυχή", έγραψε. "Σε αυτό το πλαίσιο, πρέπει να αναρωτηθείτε: Ποια είναι τα περισσότερα από τρεις χιλιάδες παιδιά ηλικίας κάτω των δέκα που πέθαναν κατά τη διάρκεια των τριών ετών του βάρβαρου και αιματηρού πολέμου στην Τσετσενία; Ποια είναι τα περισσότερα από τέσσερις χιλιάδες παιδιά που έχασαν τα πόδια τους, τα χέρια, τα μάτια, τα οποία κατέληξαν παράλυτα. Ποιοι είναι οι τριάντα πέντε χιλιάδες αγνοούμενοι που έχουν απαχθεί από τα σπίτια τους ή που συνελήφθησαν στους δρόμους από τους Ρώσους κατακτητές και των οποίων η μοίρα παραμένει μυστήριο. Ποιοι είναι οι διακόσιες χιλιάδες δολοφονημένες γυναίκες; Ποιοι είναι οι διακόσιες χιλιάδες σκοτωμένοι,  γυναίκες, ηλικιωμένοι, άρρωστοι, παιδιά και άντρες;  Ποιοι είναι αυτοί; "
Το αίμα συναντά αίμα. Αυτοί ήταν οι κανόνες του πολέμου του Μπασάγεφ. Και αυτή τη φορά δεν έστειλε τρομοκράτες σε θέατρο. Τους διέταξε να πάνε σε ένα σχολείο.



Απόγευμα: Το δωμάτιο των εκτελέσεων

Κάποια στιγμή μετά τις 5.00 μ.μ. ενώ καθόταν με άλλους άντρες ομήρους στο χολ ο Ασλάν Κουντζάγεφ κρυφάκουσε τους τρομοκράτες που άκουγαν τις ειδήσεις στο ραδιόφωνο. Ο εκφωνητής συζητούσε για την υπόθεση και ο Ασλάν κατάλαβε ότι ο κόσμος ξέρει ότι οι μαθητές του Μπεσλάν ήταν όμηροι. Ήταν η πρώτη του γεύση από τον έξω κόσμο από τότε που ομηρία τους είχε περιβάλει, και του έδωσε μια αόριστη αίσθηση ότι θα τους βοηθούσαν.

Λίγα λεπτά αργότερα ο συνταγματάρχης εμφανίστηκε και τον διέταξε μαζί με τον Άλμπερτ Σιντάκοφ και έναν άλλο όμηρο να πάνε στο κάτω μέρος του χολ. Η βόλτα τους σταμάτησε σε μια αίθουσα διδασκαλίας στον δεύτερο όροφο, όπου οκτώ νεκροί άντρες, διαλυμένοι από σφαίρες κείτονταν σε μια λίμνη αίματος.  Ένα πορτραίτο του Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, του επαναστατικού ποιητή που κρεμόταν σε έναν τοίχο είχε δεχθεί σφαίρες. Ο Ασλάν κατάλαβε. Κατά τη διάρκεια της ημέρας, έπαιρναν τους άντρες σε μικρές ομάδες. Αυτοί που δεν είχαν επιστρέψει είχαν έρθει εδώ και τους πυροβόλησαν. Καθώς ο ίδιος και οι άλλοι κάθισαν κάτω, τα δάχτυλα τους ενώθηκαν πίσω από τον λαιμό. Οι τρομοκράτες είχαν συνειδητοποιήσει ότι η δουλειά της ενίσχυσης της άμυνας του σχολείου είχε ολοκληρωθεί. Οι άνδρες όμηροι ήταν πλέον αναλώσιμοι. Τους είχαν σφαγιάσει.

"Ανοίξτε το παράθυρο και πετάξτε αυτά τα πτώματα έξω" είπε ο Συνταγματάρχης. Ο Άσλαν και ο Άλμπερτ ανέβασαν το πρώτο σώμα στο περβάζι και το έσπρωξαν. Πήγαν στο επόμενο. Αυτός είναι λοιπόν ο τρόπος με τον οποίο ο Ασλάν θα περάσει τα τελευταία λεπτά της ζωής του: Όταν το όγδοο σώμα έπεσε στο χορτάρι, ήξερε ότι αυτός και ο Άλμπερτ θα εκτελούνταν. Ο χρόνος ήταν ελάχιστος. Κοίταξε γύρω στο δωμάτιο. Ο συνταγματάρχης είχε φύγει. Τους φρουρούσε μόνος ένας τρομοκράτης. Ο Ασλάν κατάλαβε ότι οι τρομοκράτες δεν θα έβγαζαν οι ίδιοι τα σώματα, από φόβο για τους ελεύθερους σκοπευτές. Αυτός και ο Αλβέρτος ήταν πολύτιμοι για λίγα λεπτά ακόμα.

Έσπρωξαν δύο ακόμα από τους γεμάτους σφαίρες άντρες, συμπεριλαμβανομένου ενός που φαινόταν να είναι ακόμα ζωντανός. Ο Ασλάν έσκυψε και προσποιήθηκε ότι θέλει να κάνει εμετό. Ο τρομοκράτης είχε βγάλει τη γεμιστήρα από το καλάσνικοφ και τη γέμιζε ξανά σφαίρα-σφαίρα.  "Ας πηδήξουμε από το παράθυρο", ψιθύρισε ο Άσλαν στον Άλμπερτ. Ο Άλμπερτ ήταν σιωπηλός. "Ας πηδήσουμε", ψιθύρισε ξανά. "Πώς;" Είπε ο Άλμπερτ κοιτάζοντας αναστατωμένος.

Ο Ασλάν συνειδητοποίησε ότι εάν πηδούσε θα το έκανε μόνος του. Το τουφέκι του φρουρού δεν είχε σφαίρες. Αυτό ήταν. Έσκυψε σε ένα ακόμα πτώμα και έτρεξε προς το ματωμένο περβάζι. Έπεσε μπρούμυτα και έσπρωξε τον εαυτό του έξω. Το ύψος ήταν περίπου έξι μέτρα και έπεσε πάνω στα πτώματα. Ένα κόκαλο στο πόδι του έσπασε. Κινήθηκε παράλληλα με τον τοίχο του σχολείου μειώνοντας τη γωνία που θα είχε για να τον πυροβολήσει ο τρομοκράτης και άρχισε να σέρνεται μακριά από το παράθυρο. Ανησυχούσε ότι ο τρομοκράτης θα έριχνε μια χειροβομβίδα. Ένας πυροβολισμός ακούστηκε.

Η μάσκα του τρομοκράτη εμφανίστηκε στο παράθυρο. Ο τοίχος ήταν χοντρός κάτι που έκανε δύσκολο στον τρομοκράτη να σκύψει και να δει μακριά. Επέλεξε να προσπαθήσει. Πυροβόλησε. Σφαίρες χτύπησαν κοντά στον Ασλάν. Κομμάτια χώματος και γρασιδιού αναπήδησαν δίπλα του. Πέρασε στη γωνία του κτιρίου. Μπροστά του υπήρχε ένα πάρκινγκ. Σύρθηκε χρησιμοποιώντας τα οχήματα για να μην τον βλέπουν από το παράθυρο. Ο τρομοκράτης δεν ήξερε πού ήταν και πυροβολούσε τα αυτοκίνητα, έψαχνε.

Ο Ασλάν άκουσε φωνές. Στην άκρη των κοντινών κτιρίων, οι ντόπιοι με την αστυνομία και τους στρατιώτες του έκαναν νοήματα να τους πλησιάσει. Ήταν τόσο κοντά, αλλά μια στιγμή από το θάνατο. Η αστυνομία είχε ενημερωθεί ότι εάν έβλαπταν έναν τρομοκράτη θα εκτελούνταν όμηροι ως αντίποινα. Συνέχισαν να πυροβολούν. Περισσότερες σφαίρες χτύπησαν τα αυτοκίνητα. Ένας στρατιώτης έριξε μια χειροβομβίδα καπνού, ελπίζοντας να αποκρύψει την οπτικό πεδίο του τρομοκράτη. Έριξε ένα καπνογόνο το οποίο έφυγε σε λάθος πορεία. Κάποιος έριξε ένα άλλο, και ένα τρίτο, και ένα σύννεφο ανέβηκε μεταξύ του Ασλάν και του βασανιστή του. Σύρθηκε με όλη του την ταχύτητα και έφτασε σε ένα χαντάκι στο σιδηρόδρομο μπροστά από το σχολείο. Μπήκε μέσα και έμεινε εκεί ακίνητος μέσα στη λάσπη. Τα λευκά του ρούχα ήταν καλυμμένα με λεκέδες από χορτάρι και αίμα. Ο Ασλάν ήταν έξω. Η σύζυγός του, δύο κόρες και η πεθερά του ήταν ακόμα μέσα.

Απόγευμα: Στο κεντρικό χολ και στο δωμάτιο εκτελέσεων

Ο Κάρεν Μντιναράντζε δεν θα έπρεπε να είναι εδώ. Γονάτισε στο χολ με τα χέρια πίσω από το κεφάλι του. Άντρες όμηροι ήταν παραταγμένοι με τον ίδιο τρόπο στα δεξιά του. Στα αριστερά του ήταν ένας λεπτός ηλικιωμένος. Πιο πέρα στεκόταν μια που τους παρακολουθούσε. Η τύχη του Κάρεν ήταν περισσότερο από κακή. Δεν ήταν κάτοικος του Μπεσλάν. Ήταν ένας κάμεραμαν που προσλήφθηκε για να βιντεοσκοπήσει την κόρη του Ασλάν, Ντζέρα, κατά τη διάρκεια του ρόλου της ως κωδωνοκρούστρια. Δεν ήθελε τη δουλειά, αλλά ο Ασλάν επέμενε και τελικά ενέδωσε. Είχε κεντράρει το κορίτσι στον φακό του όταν έφτασαν οι τρομοκράτες. Μέχρι στιγμής ήταν ανέγγιχτος, αλλά ένιωθε μια έντονη δυσφορία. Ο Κάρεν ήταν αλλεργικός στη γύρη και πολλά παιδιά είχαν έρθει στο σχολείο με λουλούδια και τα είχαν μεταφέρει στο γυμναστήριο όταν είχαν συλληφθεί. Τα μάτια του είχαν κοκκινίσει. Η αναπνοή του ήταν δύσκολη. Ένιωσε την τύχη του να τελειώνει. Περίπου στις 3:00 μ.μ. ένας τρομοκράτης τον διέταξε να πάει στο χολ. Παρόλο που φαινόταν δυνατός, χτισμένος σαν παλαιστής, η αλλεργία τον είχε εξαντλήσει. Η κόπωση τον κατέβαλε πλήρως όταν ήρθε το σούρουπο.


Η γυναίκα που βρισκόταν κοντά του εξερράγη!

Δεν υπήρξε προειδοποίηση. Το ένα δευτερόλεπτο στέκονταν εκεί, μια γυναίκα με κολλημένο το πρόσωπο ντυμένη στα μαύρα. Το επόμενο δεν ήταν, αφού είχε σκάσει μέσα σε μια ηχηρή λάμψη. Τα εκρηκτικά την έκοψαν σε κομμάτια, ρίχνοντας το κεφάλι και τα πόδια της στην τάξη της γεωγραφίας. Μεγάλο μέρος της σάρκας της βρισκόταν κολλημένο κατά μήκος των τοίχων. Θραύσματα και θερμότητα βγήκαν από το γιλέκο χτυπώντας τους άνδρες στο διάδρομο καθώς και έναν άλλο τρομοκράτη που τους φρουρούσε. Ήταν πεσμένος στο πάτωμα.  Μια άλλη shahidka ήταν επίσης διάτρητη μα θραύσματα.  Έπεσε και αίμα έτρεχε από τη μύτη της.

Ο Κάρεν αισθάνθηκε τη θερμότητα και κομμάτια να τον χτυπούν στην αριστερή πλευρά. Το αριστερό του μάτι είχε κλείσει. Όμως ο ηλικιωμένος που βρισκόταν δίπλα του είχε απορροφήσει το μεγαλύτερο μέρος από τα θραύσματα δημιουργώντας μια ασπίδα που γλίτωσε τον Κάρεν από τα χειρότερα. Το αριστερό του μάτι κατέρρευσε. Ήταν για λίγο αναίσθητος αλλά επανήλθε και άρχισε να κινείται παράλληλα με τον τοίχο. Πίστεψε ότι πέθαινε και έβαλε τις παλάμες του στο πρόσωπο και το κεφάλι του. Το βλέφαρο του είχε σκιστεί και είχε θραύσματα στο πρόσωπο του και τον αριστερό μηρό. Η θερμότητα είχε κάψει τα μαλλιά του τα οποία ένιωθε σαν σύρμα. Κάποιος του έδωσε ένα μαντήλι να σκουπίσει το πρόσωπο του. "Αν πεθάνω πες στην μητέρα και τη σύζυγο μου ότι τις αγαπώ παρά πολύ" είπε στον άντρα.

Επόπτευσε τον γεμάτο φρίκη χώρο. Ο λεπτός άνθρωπος δίπλα του, ο οποίος τον είχε προστατεύσει, ανέπνεε με διακοπές. Οι γοφοί και τα πόδια του βρίσκονταν στην λάθος κατεύθυνση σαν η σπονδυλική του στήλη να είχε γυρίσει και να είχε σπάσει.  Ο Κάρεν ήξερε ότι ήταν στα τελευταία λεπτά της ζωής του. Ο τραυματισμένος τρομοκράτης ακουμπούσε σε μια πόρτα που είχε βγει από τους μεντεσέδες και ο Αμπντουλάχ γονατισμένος δίπλα του διάβαζε με ρυθμό μια προσευχή στα αραβικά. Κάποιος του έδωσε μια σύριγγα. Την έκαναν στον τρομοκράτη, έμεινε ακίνητος και τον απομάκρυναν.

Μετά από λίγα λεπτά ένας τρομοκράτης απευθύνθηκε στους τραυματίες. «Πηγαίνετε στον δεύτερο όροφο και θα σας παράσχουμε ιατρική βοήθεια», είπε. Ο Κάρεν στάθηκε με όσους ήταν ακόμα ικανοί και κουτσαίνοντας πήγε στην αίθουσα της ρωσικής λογοτεχνίας. Είδε τους νεκρούς στοιβαγμένους στο πάτωμα. Οι τραυματισμένοι άνδρες έλαβαν μια εντολή: "Ξαπλώστε".

Η ζωές τους τελείωσαν σε μια στιγμή. Ένας μασκοφόρος τρομοκράτης προχώρησε μπροστά, φώναξε: "Allahu akhbar!" και πυροβόλησε από απόσταση πέντε μέτρων στρέφοντας την κάννη του αριστερά και δεξιά. Ο αέρας γέμισε με τις κραυγές τους και τις θρυμματισμένες σφαίρες που χτυπούσαν τη σάρκα. Οι άνδρες έπεσαν. Σφαίρες χτυπούσαν τους τοίχους. Στο τέλος οι όμηροι έμειναν ακίνητοι και ο τρομοκράτης άφησε τη σκανδάλη. Τράβηξε μια καρέκλα προς την πόρτα και την καβάλησε κρατώντας το ζεστό όπλου του. Άκουγε. Μια κραυγή βγήκε από τη σωρό των σωμάτων. Πυροβόλησε ξανά. Έμεινε για λίγα λεπτά παρακολουθώντας, ακούγοντας. Το δωμάτιο έμοιαζε ακίνητο. Η νύχτα ήταν ζεστή. Σηκώθηκε και έφυγε.

Νύχτα: Στο Παλάτι του Πολιτισμού

Έξω από το σχολείο, οι τοπικές και ομοσπονδιακές αρχές της Ρωσίας δυσκολεύονταν να αντιδράσουν στην κρίση με την ομηρία, της οποίας η κλίμακα και η αγριότητα τους είχε καταβάλει.
Αν και ο κεντρικός αστυνομικός σταθμός του Μπεσλάν ήταν σχεδόν δίπλα στο σχολείο, οι αξιωματικοί του δεν είχαν καταφέρει να οργανώσουν μια συντονισμένη προσπάθεια για να βοηθήσουν τις γυναίκες και τα παιδιά. Ομοσπονδιακοί στρατιώτες από τον 58ο Στρατό του Βλαντικαφκάζ, πρωτεύουσα της Βόρειας Οσετίας, είχαν φτάσει στο Μπεσλάν κατά τη διάρκεια της ημέρας, ενώθηκαν με κομάντο από την πρώην KGB, μέλη των φημισμένων μονάδων γνωστών ως Alpha και Vympel. Μέχρι στιγμής όμως, το περισσότερο που είχαν πετύχει ήταν να δημιουργήσουν μια αποδιοργανωμένη περίμετρο, μια ζώνη με αβέβαιες εντολές και αβέβαιη διοίκηση. Οι υπεύθυνοι μάλιστα φάνηκαν τόσο αδαείς στις τακτικές που το εξωτερικό όριο της ζώνης ήταν εντός της εμβέλειας των μικρών όπλων των τρομοκρατών και οι οικογένειες των ομήρων που βρίσκονταν εκεί ήταν εκτεθειμένες στις χειροβομβίδες των 40mm που έριχναν οι τρομοκράτες. Οι αξιωματούχοι έμοιαζαν να μην αντιλαμβάνονται πώς πρέπει να γίνει ένας σωστός εφοδιασμός. Δεν τοποθετήθηκε πυροσβεστικός εξοπλισμός. Υπήρχαν λίγα ασθενοφόρα. Πολλοί από τους στρατιώτες ήταν ελαφρά εξοπλισμένοι, χωρίς τα κράνη ή την θωράκιση σώματος που θα χρειάζονταν σε μια μάχη σε τόσο κοντινές αποστάσεις.

Λίγο πιο πέρα από το παράθυρο που πήδηξε ο Ασλάν Κιντζάγεφ, σε μικρή απόσταση από τον χώρο των εκτελέσεων, σχηματίστηκε μια αγρυπνία. Οι συγγενείς συγκεντρώθηκαν στο Παλάτι του Πολιτισμού, μια διάσημη σοβιετική κινηματογραφική αίθουσα, παρηγορώντας ο ένας τον άλλο και ανησυχώντας για την πιθανότητα μιας ρωσικής επίθεσης. Ήταν μια ζωντανή εικόνα του φόβου. Μερικοί ήταν μουδιασμένοι. Μερικοί ήταν απελπισμένοι. Εκατοντάδες περπατούσαν. Πολλοί είχαν την αποκαρδιωμένη ηρεμία της απελπισίας, άνθρωποι των οποίων οι ζωές των οικογενειών τους διακυβεύονταν αλλά δεν είχαν καμία επιρροή σε ό,τι θα ερχόταν στη συνέχεια. Σποραδικά ακούγονταν πυροβολισμοί που προκαλούσαν ένα μαζικό τίναγμα. Κάποιες γυναίκες έκλαιγαν.
Κάθε λίγες ώρες, οι Ρώσοι και οι ντόπιοι αξιωματούχοι έφευγαν από το κτίριο της διοίκησης, περπατούσαν μπροστά από το άγαλμα του Λένιν και ενημέρωναν τις οικογένειες στο Παλάτι. Κάθε φορά τους διαβεβαίωναν πως έκαναν ό,τι μπορούσαν. Και κάθε φορά έλεγαν ότι οι τρομοκράτες είχαν περίπου 300 ομήρους, το οποίο ήταν ψέμα.



Βράδυ: Στο δωμάτιο εκτελέσεων

Ο Κάρεν Μντιναράτζε βρισκόταν μέσα σε μια λίμνη αίματος. Ήταν σκοτάδι. Το δωμάτιο ήταν ήσυχο. Ο τρομοκράτης πυροβόλησε χωρίς να σημαδέψει βασιζόμενος ότι το πολυβόλο του θα πετύχαινε όλους τους συγκεντρωμένους άντρες. Όμως, δεν είχε πετύχει έναν. Καθώς οι σφαίρες σκότωναν τους πάντες γύρω του, ο Κάρεν έπεσε πίσω από έναν άντρα που πρέπει να ζύγιζε 130 κιλά. Ο άντρας είχε χτυπηθεί, ο Κάρεν όχι. Επέζησε από την εκτέλεση του. Αφού ο δήμιος έφυγε είχε χάσει την αίσθηση του χρόνου. Είδε την καρέκλα στην πόρτα και το ανοιχτό παράθυρο και ήθελε να πηδήξει έξω όμως άκουσε βήματα και φοβήθηκε.

Ο τρομοκράτης επέστρεψε με δύο ακόμα ομήρους και τους διέταξε να πετάξουν τα πτώματα. Σήκωναν τα σώματα στο περβάζι και τα έσπρωχναν έξω. Ο σωρός μεγάλωνε στο γρασίδι από κάτω. Τρία πτώματα είχαν μείνει όταν πήγαν στον Κάρεν.  Δεν ήξερε τι να κάνει. Σκέφτηκε ότι οι δύο άνδρες θα εκτελεστούν όταν τελειώσουν τη δουλειά και σκέφτηκε ότι θα τον εκτελέσουν αν ανακάλυπταν ότι είναι ζωντανός. Αλλά ήξερε ότι δεν μπορούσε να πέσει από το παράθυρο. Ήταν έξι μέτρα ύψος.  Οι άντρες έσκυψαν για να τον σηκώσουν. Ένιωσε ένα ζευγάρι χέρια στον σβέρκο του και χέρια να σφίγγουν τους αστραγάλους τους. Γύρισε μπροστά και σηκώθηκε όρθιος. Η ανάσα των αντρών κόπηκε. Ο Κάρεν στεκόταν στα πόδια του.

Ο τρομοκράτης του είπε να πλησιάσει και τον κοίταξε, τα μάτια του κινούνταν κάτω από τη μάσκα και φαινόταν να σκανάρει το σώμα του Κάρεν. "Περπατάς υπό τον Αλάχ" του είπε. "Τώρα πετάξτε τα υπόλοιπα σώματα και θα σας πω τι θα κάνετε μετά" τόνισε.

Δύο σώματα απέμεναν. Το έναν ήταν του βαρύ άντρα πίσω από το οποίο είχε πέσει ο Κάρεν. Τον σήκωσε από τη ζώνη και οι άλλοι δύο έπιασαν τα χέρια και τα πόδια και τον έσπρωξαν έξω. Εμφανίστηκε ένας ακόμα τρομοκράτης και έδειχναν τον Κάρεν με ενθουσιασμό. Κατάλαβε ότι είχαν αποφασίσει να μην τον σκοτώσουν. Οι τρεις όμηροι κατέβηκαν στο κάτω όροφο, πλύθηκαν και οδηγήθηκαν στο γυμναστήριο.

Ο Κάρεν κάθισε. Το κεφάλι του ήταν ματωμένο και δεν έβλεπε από το δεξί του μάτι, τα ρούχα έσταζαν αίμα. Μια γυναίκα που ήταν δίπλα του ψιθύρισε: "Σε χτύπησαν με το κοντάκι του όπλου;". Λιποθύμησε...

2 Σεπτεμβρίου, πριν στην αυγή: Στις τουαλέτες

Η Ζαλίνα Λεβίνα ξύπνησε τα μεσάνυχτα. Η βροχή έπεφτε. Πολλά από τα παιδιά κοιμούνταν. Οι τρομοκράτες δεν τους είχαν αφήσει να πάνε για μπάνιο για ώρες, αλλά τώρα το γυμναστήριο ήταν πιο ήσυχο και ήθελε να προσπαθήσει ξανά. Το μπάνιο δεν ήταν συνδεδεμένο με βόμβες. Σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να κρύφτει εκεί με την εγγονή της. Κανένας από τους τρομοκράτες δεν την σταμάτησε, και κουβάλησε  την Αμίνα στο δωμάτιο και κάθισαν. Η γειτόνισσα της Φατίμα Τσκάγιεβα ήταν ήδη εκεί, κρατώντας το μωρό της, την Αλιόνα, ενώ η βροχή χτυπούσε έξω.

Ψιθυρίζοντας στο σκοτάδι, η Φατίμα είπε για σημάδια διαφωνίας στις τάξεις των τρομοκρατών. Οι shahidkas, είπε, φαινόταν να εξαπατήθηκαν, σαν να μην γνώριζαν ότι οι στόχοι ήταν παιδιά. Μια από αυτές είχε χρησιμοποιήσει το μπάνιο το βράδυ, είχε περίοδο και ήταν αναστατωμένη.

Τώρα, η Φατίμα είπε, οι shahidkas ήταν νεκρές σκοτώθηκαν σε μια έκρηξη ώρες πριν. Η Φατίμα είπε επίσης ότι μερικοί από τους τρομοκράτες φαινόταν να τους συμπονούν. Η άλλη κόρη της, η Κριστίνα, δέκα ετών, της οποίας η καρδιά ήταν αδύναμη είχε λιποθυμήσει νωρίτερα. Ο Αμπντουλάχ πήρε το κορίτσι και του έδωσε ένα χάπι για την πίεση και τον καρδιακό πόνο. Τίποτε από αυτά δεν είχε σημασία για τη Ζαλίνα που αναρωτιόταν για τη δική της κόρη. Τι θα σκεφτόταν για το γεγονός ότι έφερε την Αμίνα στο σχολείο; Η Αμίνα δεν ήταν μαθήτρια. Δεν υπήρχε λόγος να βρίσκεται εδώ. Πρέπει να σώσω αυτό το παιδί, σκέφτηκε.

Κάτω από ένα γραφείο είδε μια ξεραμένη τσίχλα. Η Ζαλίνα την έβγαλε, το έκανε μπαλίτσα και το έβαλε στο στόμα της. Το δούλεψε με τα δόντια της και το μαλάκωσε με το σάλιο της.  Μια απαλή γεύση ζάχαρης απλώθηκε στη γλώσσα της. Ήταν φαγητό. Συνέχισε να το πιέζει και να το γυρνά μέσα στο στόμα της. Η τσίχλα απορρόφησε περισσότερο σάλιο και μαλάκωσε. Ήταν έτοιμο. Το έβγαλε από το στόμα της και το έδωσε στο παιδί που είχε στα χέρια της.

Πρωί: Στο γυμναστήριο

Ο Συνταγματάρχης εισέβαλε στο γυμναστήριο. Οι διαπραγματεύσεις, τόνισε, κατέπεσαν. Η Ρωσία δεν ανταποκρινόταν και έλεγε ψέματα ότι μόνο 354 όμηροι βρίσκονταν στον χώρο. «Ο πρόεδρός σου είναι δειλός», μουρμούρισε. "Δεν απαντά στο τηλέφωνο."

Για τους λόγους αυτούς, είπε, είχε ανακοινώσει απεργία. Δεν θα υπήρχε πλέον νερό και φαγητό για τους ομήρους. Τα προνόμια μπάνιου παύουν. Οι τρομοκράτες είπαν στους διαπραγματευτές της Ρωσίας, ότι σε ένδειξη αλληλεγγύης με τον σκοπό τους, οι όμηροι συμφώνησαν με αυτούς τους όρους.

Αργά το πρωί: Στο γυμναστήριο

Ο Αμπντουλάχ τράβηξε σε μια άκρη την Λάρισα Κουντζίγεβα, την επιβλητική παρουσία σε ένα γυμναστήριο γεμάτος φόβο. Ήθελε να μάθει ποια ήταν. Τσετσένα ίσως ή μήπως μέλος κάποιας άλλης ισλαμικής εθνότητας των ορεινών φυλών του Καυκάσου;

"Έχεις το διαβατήριό σου μαζί σου;" ρώτησε.

"Γιατί να φέρω το διαβατήριό μου σε ένα σχολείο;" είπε.

"Είσαι Ινγκουζ;" ρώτησε.

"Όχι", είπε.

"Ποιο είναι το επίθετό σου;"

"Κουντζίγεβα"

Κοίταξε τα μαύρα ρούχα της. "Γιατί ντύθηκες έτσι;" ρώτησε.

"Γιατί το επέλεξα", είπε. Η ανυπακοή της ήταν σχεδόν αντανακλαστική.

Ο Αμπντουλάχ προχώρησε με την προσφορά του. Οι shahidkas ήταν νεκρές, αλλά είχαν μια εκρηκτική ζώνη. Αυτή η όμηρος, η οποία μπορούσε να κοιτάξει την κάννη του εκτελεστή χωρίς να υποχωρεί ήταν υποψήφια να την φορέσει.

«Θα απελευθερώσουμε τα παιδιά σας και αν έχεις συγγενείς, θα τους απελευθερώσουμε επίσης», είπε. "Αλλά για να γίνει αυτό θα πρέπει να φορέσεις τη ζώνη με τα εκρηκτικά και ένα πέπλο και να γίνεις μια από τις βομβίστριες αυτοκτονίας μας."

Η Λάρισα αναρωτήθηκε για της shahidkas. "Πού πήγαν οι δικές σου;" ρώτησε.

«Χθες οι στρατιώτες σας προσπάθησαν να εισβάλουν στο κτίριο και πέθαναν», είπε. Ήταν ψέμα.

"Φοβάμαι ότι μπορεί να χαλάσω τα πάντα - δεν είμαι μουσουλμάνα", είπε. "Πόσο χρόνο έχω για να αποφασίσω;".

"Έχεις χρόνο", είπε. "Κάτσε και σκέψου το".

Επέστρεψε στα παιδιά της. Οι γυναίκες δίπλα της ήταν περίεργες. Η θερμοκρασία είχε αυξηθεί ξανά. Το πλήθος ήταν αδύναμο. "Τι ήθελε;" ρώτησε μια γυναίκα. Η Λάρισα τους είπε. «Κάν'το», είπε η γυναίκα. "Ίσως μας αφήσουν να φύγουμε".

Απόγευμα: Στο γυμναστήριο

Ο Καζμπέκ Μισίκοφ αισθάνθηκε το σύρμα να ξεχωρίζει ανάμεσα στα δάχτυλά του. Η δουλειά έγινε. Στο εσωτερικό της μόνωσης, το καλώδιο είχε σπάσει. Αλλά η τυχαία επαφή, όπως ήξερε, θα μπορούσε ακόμα να επιτρέψει σε μια σπίθα να περάσει και έπρεπε να είναι σίγουρος ότι οι δύο άκρες δεν θα μπορούσαν να συναντηθούν τυχαία. Αυτό απαιτούσε ένα τελικό άγγιγμα και ο Καζμπέκ έπιασε το μπλε πλαστικό σε κάθε πλευρά και το πίεσε δημιουργώντας απόσταση ανάμεσα στα κομμένα άκρα στο εσωτερικό.

Τώρα παρουσιάστηκε ένα νέο πρόβλημα. Από την πίεση το πλαστικό της μόνωσης είχε αλλάξει χρώμα. Ήταν προφανές ότι υπήρχε θέμα. Οι τρομοκράτες είχαν επανειλημμένα επιθεωρήσει τα καλώδια και τις βόμβες και, αν το έκαναν πάλι, θα ανακάλυπταν το τέχνασμα του.

Ένιωσε μια ανησυχία. Αυτός και η σύζυγός του τα είχαν καταφέρει ως τώρα και είχαν συμφωνήσει σε ένα σχέδιο: Αν οι Ρώσοι επιτεθούν, η Ιρίνα θα βοηθούσε τον Μπαρτράζ, τον μεγαλύτερο γιο τους, και ο Καζμπέκ θα βοηθούσε τον Ατσαμάζ. Ο Ατσαμάζ ήταν εξαντλημένος και αφυδατωμένος. Ο Καζέκ συχνά κοίταζε τα μάτια του και μερικές φορές φαίνονταν σβησμένα.  Αλλά είχε βρει έναν τρόπον να τον βοηθήσει να αντέξει. Άλλοι ενήλικες του είχαν πει ότι είναι δυνατόν να πιεις μικρές ποσότητες ούρων. Ο Καζμπέκ είχε συγκεντρώσει τα ούρα τους. "Θέλω μια Κόκα-Κόλα," είπε ο Atsamaz όταν του είπε να πιει.

"Όταν φύγουμε, θα σας αγοράσω ένα κιβώτιο Κόκα-Κόλες" είπε ο Κάζμπεκ. Το αγόρι ήπιε.
Τώρα ο Καζμπέκ θα τους έβαζε σε νέο κίνδυνο καθώς έπρεπε να πάρει ένα ακόμα ρίσκο. Όταν ένας τρομοκράτης πέρασε δίπλα του, του μίλησε ευγενικά. "Το καλώδιο περνάει από τον διάδρομο. Μπερδεύονται σε αυτό. Ούτε εσύ ούτε εμείς θέλουμε να εκραγεί" του είπε.

"Τι μπορούμε να κάνουμε;" απάντησε ο τρομοκράτης.

"Αν είχαμε ένα καρφί θα μπορούσαμε να το κρεμάσουμε" απάντησε ο Καζμπέκ.

Ο τρομοκράτησε γύρισε με ένα σφυρί κι ένα καρφί. Ο Καζμπέκ σηκώθηκε και κάρφωσε το καρφί στον τοίχο. Σήκωσε το καλώδιο και το τύλιξε γύρω από το καρφί κρύβοντας το σημείο που είχε αλλοιωθεί το χρώμα. O Καζμπέκ είχε πετύχει. Κάθισε πάλι με την οικογένεια του κάτω από την αποσυνδεδεμένη βόμβα.



Απόγευμα: Στο μπάνιο

 H Ζαλίνα Λέβινα και η Φατίμα Τσκάγεβα κρύβονταν στο μπάνιο με τα μικρά τους παιδιά. Οι ώρες περνούσαν και όλο και περισσότερες μανάδες με τα μωρά τους έμπαιναν μέσα ψάχνοντας ανακούφιση από τη ζέστη. Το μέρος είχε γίνει παιδικός σταθμός. Ο Αμπντουλάχ πέρασε και τους είπε ειρωνικά: "Ίσως έχουμε κάτι να σας πούμε". Η Φατίμα ικέτευε για πληροφορίες. Γέλασε. Δύο ώρες μετά τους έδωσε ένα στοιχείο. "Αν τον αφήσουν να μπει μέσα ίσως θα αφήσουμε τα μωρά που θηλάζουν να φύγουν" είπε. Το μυαλό της Ζαλίνα γύριζε. Ποιος θα ερχότανΠερίπου στις 3.00μ.μ. ένας άντρας που δεν είχαν ξαναδεί πέρασε την πόρτα.

Ήταν ψηλός με ωραίο σώμα, με ένα παχύ μουστάκι και γκρίζα μαλλιά. Φορούσε ένα καθαρό γκρίζο αθλητικό μπουφάν. Τον αναγνώρισαν αμέσως: Ο Ρουσλάν Αούσεφ, ο πρώην πρόεδρος της Ινγκουσετίας, μια δημοκρατία που συνορεύει με την Τσετσενία, και ένας παρασημοφορημένος σοβιετικός βετεράνος από το Αφγανιστάν. Ο Αούσεφ ήταν σεβαστός τόσο από τον λαό του όσο και από τους αυτονομιστές της Τσετσενίας. Όμως είχε εκδιωχθεί από τον Πούτιν και αντικατασταθεί από έναν πιστό στο καθεστώς, μέλος της  KGB. Έτσι η καριέρα του Αούσεφ τελείωσε.

Η Ζαλίνα ένιωσε ελπίδα. Ο Αούσεφ, σκέφτηκε. Θα μας αφήσουν να φύγουμε. Χειροκροτήματα ακούστηκαν στο γυμναστήριο. Ο Αούσεφ σταμάτησε μπροστά τους κι ένας τρομοκράτης του έδειξε. "Εδώ είναι οι γυναίκες και τα παιδιά που θηλάζουν" του είπε.

"Ξέρετε ποιος είμαι" ρώτησε ο Αούσεφ.

"Φυσικά," είπε μια μητέρα. Γύρισε και έφυγε. Οι γυναίκες σηκώθηκαν κρατώντας τα μωρά τους, τρέμοντας από προσμονή. Ήταν αιχμάλωτες για περισσότερο από τριάντα ώρες, χωρίς φαγητό, με λίγο νερό και χωρίς ύπνο. Υπήρξαν πυροβολισμοί και εκρήξεις. Τα μωρά τους δεν θα μπορούσαν να αντέξουν άλλο. Σύντομα ίσως άρχιζαν να πεθαίνουν. Ο Αμπντουλάχ στάθηκε στην πόρτα. «Θα σας απελευθερώσουμε», είπε. "Αν όμως δείξετε τις φωτογραφίες μας στην αστυνομία, θα το μάθουμε αμέσως και θα σκοτώσουμε πενήντα ομήρους, θα είναι στη συνείδησή σας".

"Τώρα," είπε, και έδειξε ένα μωρό που θηλάζει με μια γυναίκα. Τους είπε να ξεκινήσουν.  

Η Φατιμά ήταν κοντά στην πόρτα. Δεν κινήθηκε. «Άσε με να πάρω όλα τα παιδιά μου» παρακάλεσε υπενθυμίζοντας στον Αμπντουλάχ και τα άλλα δυο, συμπεριλαμβανομένης της Κριστίνα, με την αδύναμη καρδιά. "Την βοήθησες εσύ ο ίδιος", είπε. "Άσε μας όλους να φύγουμε."

"Όχι", είπε.

"Αφήστε τα παιδιά να βγουν. Εγώ θα μείνω".

"Οχι"

Η Φατιμά τώρα έκλαιγε. "Τότε άσε την Κριστίνα να φύγει με το μωρό μου" ικέτευσε. Ο θυμός του Αμπντουλάχ ήταν φανερός. "Σου είπα, σκύλα, όχι", είπε. "Τώρα δεν θα απελευθερώσω κανέναν εξαιτίας σας."

Κοίταξε τις άλλες γυναίκες. "Όλοι πίσω στο γυμναστήριο", είπε. Ο πανικός διαπέρασε τη Ζαλίνα. Σηκώνοντας την εγγονή της, προσπέρασε τον Αμπντουλάχ. Αντί να στρίψει αριστερά για το γυμναστήριο, έστριξε δεξιά, προς το κύριο σχολείο. Είχε αποφασίσει. Φεύγω, σκέφτηκε. Ας με πυροβολήσουν στην πλάτη.

Ένας άλλος τρομοκράτης την εμπόδισε. "Πού πηγαίνεις;" της είπε.

Έστρεψε το κεφάλι της στον Αμπντουλάχ. "Μου επέτρεψε", είπε, και πέρασε. Η κύρια αίθουσα ήταν λίγα μέτρα μακριά. Η διαδρομή όμως φαινόταν ένα χιλιόμετρο. Η Ζαλίνα πέρασε από την πόρτα και είδε τον Αούσεφ στην έξοδο στο τέλος του χολ. Κινήθηκε προς αυτό και της έκανε σήμα να συνεχίσει.

Η Ζαλίνα περπατούσε ξυπόλητη με γρήγορους ρυθμούς, με το μάγουλο της Αμίνα κολλητά στο δικό της. Η καρδιά της σφυροκοπούσε. Θα την πυροβολούσαν; Δεν κοίταξε πίσω. Ο διάδρομος ήταν γεμάτος με κομμάτια από γυαλί. Δεν το αισθάνθηκε να τρυπούν τα πόδια της. Πίσω της ακολούθησαν οι άλλες γυναίκες. Μια αλυσίδα μανάδων και μωρών έβγαινε έξω, είκοσι έξι άτομα συνολικά.

Η Ζαλίνα επικεντρώθηκε στην πόρτα. Πέρασε τον Αούσεφ, ο οποίος στάθηκε με τον συνταγματάρχη. «Σας ευχαριστώ πολύ», είπε. Η έξοδος ήταν φραγμένη με τραπέζια, και ένας τρομοκράτης τα έσπρωξε και άνοιξε την πόρτα. Ο αέρας και το φως μπήκαν μέσα. Η Ζαλίνα βγήκε έξω.

Πίσω της στο διάδρομο, η Φατίμα Τσκογιεβα έκλαιγε γοερά καθώς μετέφερε την Αλιόνα, το μωρό της. Δεν μπορούσε να προχωρήσει άλλο. Με λυγμούς έδωσε το μωρό σε έναν τρομοκράτη με μαύρο μπλουζάκι και μάσκα. Είχε δύο ακόμη παιδιά εδώ. Είχε αποφασίσει να μείνει. Ο τρομοκράτης έφερε την Αλιόνα κάτω στο χολ όπου βρισκόταν ο Αούσεφ και του την έδωσε. Οι κραυγές της Φατίμα "τρύπησαν" τον διάδρομο. Έξω η Ζαλίνα έτρεξε με την Αμίνα πέρα ​​από το μέρος όπου είχε γίνει η συγκέντρωση την προηγούμενη μέρα. Πεταμένα  λουλούδια βρίσκονταν στο έδαφος. Ένας άνθρωπος φώναξε από μια στέγη. «Υπάρχουν ελεύθεροι σκοπευτές», είπε. "Τρέξε".

Η γραμμή με τις γυναίκες ακολούθησε και μαζί πλησίασαν την περίμετρο. Ένας σταθμός βοήθειας περίμενε με φάρμακα, φαγητό και νερό. Η Ζαλίνα δεν ήξερε τίποτα για αυτό. Έστριψε για να πάει στο διαμέρισμα της που ήταν μέσα στην περίμετρο. Έφτασε στην είσοδο, ανέβηκε τις σκάλες και στάθηκε στην πόρτα. Δεν είχε κλειδί. Χτύπησε. Ήταν λάθος να πάρει την Αμίνα στο σχολείο, ήταν λάθος που τους πήραν ομήρους. Οι τρομοκράτες όμως την πέρασαν για μητέρα της. Ήταν το δικό τους λάθος που βγήκε. Ήταν ελεύθερες. Η Αμίνα ήταν ζωντανή. Ποιος είχει το κλειδί; Κατέβηκε τις σκάλες μέχρι την είσοδο. Τέσσερις στρατιώτες την πλησίασαν. "Δώσε μου το παιδί" είπε ένας απλώνοντας τα χέρια του. Η Αμίνα είδε την παραλλαγή κι άρχισε να ουρλιάζει. "Μην την αγγίζετε" φώναξε η Ζαλίνα "Κανείς δεν θα την αγγίξει"...

*Μπορείτε να διαβάσετε το δεύτερο μέρος του άρθρου ΕΔΩ.