Το έγκλημα τιμής που σόκαρε την Βρετανία



Ένα εγκλημα τιμής στην Βρετανία. Η άγρια δολοφονία μιας κοπέλας από την οικογένειά της και η νέα τηλεοπτική σειρά που θυμίζει την συγκλονιστική της ιστορία.

Η Μπανάζ είχε ήδη αντέξει δύο χρόνια ατελείωτων κακοποιήσεων και βιασμών από τον άντρα της. Δεν τον είχε διαλέξει ούτε τον είχε θελήσει, ενώ το γεγονός ότι ήταν 10 χρόνια μεγαλύτερός της έκανε τα πράγματα ακόμα χειρότερα. Ήταν αγράμματος και ένας άνθρωπος πολύ παλαιών αρχών. Η Μπανάζ πήρε την απόφαση να δραπετεύσει από αυτόν τον εφιαλτικό γάμο και να βρει καταφύγιο στην οικογένειά της. Ωστόσο αυτό που βρήκε εκεί ήταν ο θάνατος. Ήταν μόλις 20 ετών.

Πάνω απ’ όλα η τιμή

Η Μπανάζ Μαχμούντ είχε μεγαλώσει στη Μεγάλη Βρετανία ωστόσο η οικογένειά της ήταν Κούρδοι του Ιράκ. Όταν η Μπανάζ ήταν  δέκα ετών, το 1995, η οικογένειά της είχε μετακομίσει από την περιοχή Κουαλαντίζα του Ιράκ, όπου ζει η κουρδική φυλή Μιραβντάλε, η οποία υφίσταντο διώξεις.

Αν και η οικογένεια εγκαταστάθηκε στο νότιο Λονδίνο με τα πέντε κορίτσια και τον ένα γιο της, δεν έχασαν ποτέ την επαφή με την κουρδική κοινότητα που βρισκόταν στην περιοχή. Μάλιστα, ζούσαν πολύ κοντά με τα υπόλοιπα αδέρφια του «πατριάρχη» Μαχμούντ Μπαμπακίρ Μαχμούντ, ενώ έφεραν μαζί τους τα αυστηρά ήθη της πατρίδας και της φυλής τους.

Οι δύο από τις κόρες της οικογένειας είχαν ήδη παντρευτεί  σε κανονισμένους γάμους. Μια από αυτές, η Παϊμάν, παντρεύτηκε στα 16 της έναν άντρα 15 χρόνια μεγαλύτερό της. Η Μπεκάλ όμως, η οποία ήταν δύο χρόνια μεγαλύτερη από την Μπανάζ το είχε σκάσει από το σπίτι της οικογένειας το 2002 θέλοντας να γλιτώσει από έναν κανονισμένο γάμο. Κατέφυγε σε ένα κέντρο προστασίας καταγγέλλοντας ότι είχε υποστεί χρόνια κακοποιήσεων και απειλών όταν άρχισε να κάνει παρέα με ανθρώπους που δεν ενέκρινε η οικογένειά της ή όταν φορούσε πιο «δυτικά» ρούχα από αυτά που της επιτρεπόταν. Ανέφερε μάλιστα ότι ο πατέρας της είχε κάνει απόπειρα να την δολοφονήσει, ενώ τώρα απειλούσε να σκοτώσει την μητέρα και τις αδερφές της αν δεν επέστρεφε. Η Μπεκάλ δεν γύρισε ποτέ σπίτι της. Αναγκάστηκε να μένει κρυμμένη, να μετακομίζει συχνά και να βγαίνει από το σπίτι της μόνο φορώντας νικάμπ για να καλύπτει όλο το πρόσωπό της υπό τον φόβο μήπως την αναγνωρίσει κάποιος. Το γεγονός ότι ο Μαχμούντ Μπαμπακίρ Μαχμούντ δεν είχε καταφέρει να ελέγξει την κόρη του θεωρήθηκε ως αδυναμία του από την κοινότητα και κατά κάποιο τρόπο βίωνε την απομόνωση από αυτή.

Όταν η Μπενάζ έφτασε στα 16 της είχε έρθει η ώρα της να παντρευτεί. Ο πατέρας της τής βρήκε έναν άντρα δέκα χρόνια μεγαλύτερό της, ο οποίος καταγόταν από την ίδια περιοχή με την οικογένεια. Κατά τη διάρκεια του γάμου της δεν άργησαν να ξεκινήσουν οι κακοποιήσεις, οι βιασμοί και η καταπάτηση κάθε δικαιώματός της. Η οικογένεια της γνώριζε πολύ καλά όσα ζούσε στον γάμο της η Μπανάζ, ωστόσο της είπαν ότι αν άφηνε τον άντρα της θα ντρόπιαζε την οικογένειά της και αυτό δεν μπορούσαν να το επιτρέψουν.  

Όταν οι αδερφές της είχαν δει τις πληγές στο σώμα της, η οικογένεια της Μπανάζ μίλησε στον σύζυγό της και αυτός παραδέχτηκε με καμάρι τα πάντα. «Ναι χτυπάω την κόρη σας, επειδή δεν σέβεται. Και ναι την αναγκάζω να κάνουμε σεξ, αλλά μόνο όταν λέει όχι». Η οικογένεια δεν πτοήθηκε από την παραδοχή του συζύγου της και την ανάγκασε να πάει σε αυτόν ξανά και ξανά ώστε να προσπαθήσει σκληρά να είναι καλύτερη σύζυγος. Τελικά, ύστερα από δύο χρόνια κακοποιήσεων, η Μπανάζ δεν άντεξε και το ‘σκασε από τον άντρα της. Επέστρεψε στο πατρικό της τον Ιούλιο του 2005. Ταυτόχρονα ξεκίνησε σχέση με έναν άντρα που γνώρισε και αγάπησε, τον Ραχμάτ Σουλεμανί.

Ο Ραχμάτ ήταν οικογενειακός φίλος, ωστόσο οι γονείς της Μπανάζ δεν τον θεωρούσαν κατάλληλο για σύζυγο της κόρης τους.  «Γίναμε στενοί φίλοι και στην αρχή όλα ήταν απλώς φιλικά. Όσο όμως μαθαίναμε περισσότερα ο ένας για τον άλλο, τα συναισθήματά μας γίνονταν πιο ισχυρά», θα πει αργότερα ο Ραχμάτ.

Ο Ραχμάτ προσπάθησε να πείσει τον πατέρα της  Μπανάζ να τους επιτρέψει να παντρευτούν αλλά αυτός του ξεκαθάρισε ότι δεν επρόκειτο να συμβεί κάτι τέτοιο. Μάλιστα, όπως του είπε ακόμα κι αν αυτός συμφωνούσε ο αδερφός του και τα άλλα μέλη της κοινότητας δεν θα επέτρεπαν αυτόν τον γάμο.

Το χτύπημα για την συντηρητική οικογένεια ήταν διπλό και δεν γινόταν να το αφήσουν να περάσει έτσι. Η Μπανάζ μεταφέρθηκε σε ένα σπίτι συγγενών στο Σέφιλντ και κλειδώθηκε εκεί για δύο περίπου εβδομάδες, όπου υπέστη συνεχείς ξυλοδαρμούς. Ωστόσο λίγο καιρό μετά, η οικογένεια έμαθε ότι η Μπανάζ και ο Ραχμάτ συνέχιζαν να έχουν σχέση παρόλο που τους το είχαν απαγορεύσει. Κάποιος είδε το ζευγάρι να δίνει ένα φιλί έξω από ένα σταθμό του μετρό και τελικά αυτό το φιλί αποτέλεσε την θανατική τους καταδίκη.

Ο θείος της Μπανάζ, Αρί Αγκά Μαχμούντ, ο οποίος είχε αναλάβει τον ρόλο του αρχηγού της ευρύτερης οικογένειας Μαχμούντ, συγκάλεσε «συμβούλιο πολέμου» στο σπίτι του. Εκεί αποφασίστηκε ότι οι δύο εραστές θα έπρεπε να πεθάνουν ώστε να ξεπλύνουν την ντροπή που είχαν φέρει στην οικογένεια Μαχμούντ και την κουρδική κοινότητα.

Αριστερά ο πατέρα και δεξιά ο θείος


Η Μπανάζ έμαθε γι’ αυτό το σχέδιο. Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι είτε της το είπε εμπιστευτικά η μητέρα της σε μια προσπάθεια να την σώσει είτε το άκουσε η ίδια η κοπέλα σε ένα τηλεφώνημα της μητέρας της με τον θείο της. Η Μπανάζ κατέφυγε αμέσως στην αστυνομία και κατήγγειλε ότι ο θείος της απειλούσε να την σκοτώσει. Στις 12 Δεκεμβρίου 2005 παρέδωσε μάλιστα στην αστυνομία του Γουίμπλετον μια επιστολή στην οποία απαριθμούσε όσους πίστευε ότι εμπλέκονταν στο σχέδιο της δολοφονίας της. Σημείωνε μάλιστα ότι «αυτοί με τα νούμερα 2,3,4 και 5 έχουν πει ότι είναι έτοιμοι και πρόθυμοι να σκοτώσουν εμένα και τον φίλο μου».


Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, η αστυνομία κατέφτασε σε ένα καφέ στο Γουίμπλετον. Λίγο πριν, η  Μπανάζ είχε εισβάλει σε αυτό σε κατάσταση πανικού και υποστήριξε ότι ο πατέρας της είχε προσπαθήσει να την σκοτώσει. Η Μπανάζ ήταν φανερό ότι είχε πιει, ωστόσο ο ίδιος της ο πατέρας της είχε δώσει μπράντι πριν προσπαθήσει να την σκοτώσει. Σύμφωνα με την ίδια, ο πατέρας της την ανάγκασε να πιει ποτό στο σπίτι της γιαγιάς της και αυτή όταν κατάλαβε τι θα συμβεί έφυγε περνώντας μέσα από μια τζαμαρία με αποτέλεσμα να κοπεί παντού και να είναι γεμάτη αίματα.  Οι υπάλληλοι της καφετέριας και οι νοσηλευτές που έφτασαν εκεί την περιέγραψαν ως «τρομοκρατημένη» και σε «αλλόφρονα κατάσταση». Ωστόσο, η αστυνομικός που έφτασε στο σημείο δεν την πίστεψε και την χαρακτήρισε «μελοδραματική» και «χειριστική». Μάλιστα ήθελε να την κατηγορήσει για το σπάσιμο της τζαμαρίας. Η Μπανάζ από το νοσοκομείο μίλησε στον φίλο της, Ραχμάτ, για όσα είχαν συμβεί κι αυτός τα κατέγραψε όλα σε βίντεο στο κινητό του παραδίδοντας στη συνέχεια την «κατάθεσή» της στην αστυνομία. Η αστυνομία δεν έκανε τίποτα περισσότερο.

Χωρίς να έχει πουθενά να πάει, η Μπανάζ δέχθηκε να συναντήσει την οικογένειά της σε ένα McDonald's κι εκεί ο πατέρας της ζήτησε συγγνώμη λέγοντας ότι δεν θα έπρεπε να έχει ακούσει τον αδερφό του. Υποσχέθηκε στην κόρη του ότι δεν θα της συνέβαινε τίποτα και ότι θα ήταν ασφαλής στο σπίτι τους. Έτσι, η Μπανάζ γύρισε στο σπίτι του πατέρα της.

Στις 22 Ιανουαρίου τρεις άντρες επιχείρησαν να απαγάγουν τον Ραχμάτ. Ανάμεσα σε αυτούς βρίσκονταν και άντρες τους οποίους η Μπανάζ είχε κατονομάσει στην επιστολή της στην αστυνομία. Το ζευγάρι κατήγγειλε το περιστατικό στην αστυνομία και η Μπανάζ επρόκειτο να πάει για δεύτερη κατάθεση στο αστυνομικό τμήμα στις 24 Ιανουαρίου 2006, ωστόσο δεν εμφανίστηκε ποτέ.

Η εξαφάνιση

Ο Ραχμάτ στις 25 Ιανουαρίου 2006 δεν μπορούσε να βρει πουθενά την αγαπημένη του. Γνωρίζοντας την ιστορία της πήγε κατευθείαν στην αστυνομία καταγγέλλοντας την εξαφάνισή της. Η αστυνομία πήγε στο πατρικό της σπίτι όπου οι γονείς της προσπάθησαν να δώσουν στους αστυνομικούς μια τελείως διαφορετική εικόνα. Σύμφωνα με αυτούς η Μπανάζ ήταν ελεύθερη να μένει συχνά εκτός σπιτιού και υποστήριξαν ότι δεν θεωρούσαν ότι η κοπέλα έχει εξαφανιστεί, αλλά ότι έχει πάει σε φίλους. Ο πατέρας της παρουσιάστηκε σαν ένας χαλαρός τύπος δίνοντας μια τελείως διαφορετική εικόνα από αυτή που πραγματικά ίσχυε και η αστυνομία δεν προχώρησε σε περαιτέρω έρευνες.

Ωστόσο, ο Ραχμάτ δεν το έβαλε κάτω και ζητούσε συνεχώς από την αστυνομία να ερευνήσουν την εξαφάνισή της. «Κυριολεκτικά τους παρενοχλούσα. Αλλά ήξερα βαθιά μέσα μου ότι η Μπανάζ είχε ήδη φύγει», λέει ο Ραχμάτ. Σύμφωνα με τους αστυνομικούς αν δεν ήταν ο Ραχμάτ και η επιμονή του δεν θα είχαμε μάθει ποτέ τι συνέβη στην Μπανάζ.

Η αστυνομία τελικά άρχισε να παίρνει συνεντεύξεις από τον πατέρα και τον θείο της κοπέλας, ενώ έλεγξαν και τα σπίτια τους. Όπως αποδείχτηκε υπήρξαν αρκετές ανακολουθίες στις καταθέσεις τους, ενώ οι αναλύσεις από τα τηλεφωνικά αρχεία του Ραχμάτ αποδείκνυαν ότι ο πατέρας της Μπανάζ δεν ήταν αυτός ο «χαλαρός τύπος» όπως ήθελε να παρουσιάζεται ο ίδιος. Την ίδια στιγμή, η αστυνομία ανακάλυψε τις καταγγελίες που είχε κάνει κατά καιρούς η Μπανάζ και τη λίστα με τα ονόματα αυτών που σχεδίαζαν να την σκοτώσουν.


Η υπόθεση σύντομα ανατέθηκε στο Τμήμα Ανθρωποκτονιών και Σοβαρών Εγκλημάτων της Μητροπολιτικής Αστυνομίας και επικεφαλής τέθηκε η Καρολίν Γκουντ. Αρχικά, η Γκουντ θεωρούσε ότι η Μπανάζ κρατούνταν κάπου αιχμάλωτη και προσπαθούσε να την εντοπίσει. Εξέδωσε εντάλματα έρευνας σε διάφορες ιδιοκτησίες σε όλη τη χώρα, αλλά η Μπανάζ δεν ήταν  πουθενά. Το τηλέφωνό της ήταν ανενεργό από τις 23 Ιανουαρίου, ενώ δεν είχε γίνει καμία κίνηση στον τραπεζικό της λογαριασμό.

Σύντομα ο πατέρας και ο θείος της Μπανάζ μαζί με άλλους πιθανούς υπόπτους συνελήφθησαν. Κανένας από αυτούς δεν συνεργαζόταν με την αστυνομία, ενώ η δουλειά των αρχών εμποδιζόταν από μέλη της ιρακινοκουρδικής κοινότητας που προσπαθούσαν να προστατέψουν τους δράστες προσφέροντας ψεύτικα άλλοθι.

Παρά την συνεχή παρεμπόδιση των αρχών, στις 4 Φεβρουαρίου 2006 διατάχθηκε η σύλληψη του Μοχάμεντ Μαρίντ Χάμα, ενός ξαδέρφου της Μπανάζ. Ο Ραχμάτ τον είχε αναγνωρίσει ως έναν από αυτούς που τον απήγαγαν και που είχε απειλήσει να σκοτώσει τον ίδιο και την κοπέλα. Ωστόσο, η αστυνομία δεν μπορούσε ακόμα να ανακαλύψει κανένα ίχνος της Μπανάζ, νεκρής ή ζωντανής.

Η αποκάλυψη

Τελικά, ο ίδιος ο Χάμα πρόσφερε στις αρχές αυτό που αναζητούσαν.  Σε ένα τηλεφώνημα που έκανε από τη φυλακή, το οποίο και καταγράφηκε μυστικά,  άρχισε να καυχιέται για όσα έκανε στην Μπανάζ μαζί με τους συνεργούς του.

«Περιέγραφε την δολοφονία της σε έναν συγγενή και έδιναν συγχαρητήρια ο ένας στον άλλο για το πόσο άντρες ήταν. Και περιέγραφαν τον φόνο με τις πιο ανατριχιαστικές λεπτομέρειες», δηλώνει η Καρολίν Γκουντ.

«Βίασαν πρωκτικά την Μπανάζ και αυτή έκανε εμετό και ήταν πάρα πολύ φοβισμένη. Τύλιξαν ένα καλώδιο γύρω από τον λαιμό της τρεις φορές και ήταν τόσο σφιχτό που άρχισε να κόβει το δέρμα της. Περιέγραψε πώς είχε βάλει τα πόδια του στην πλάτη της και πίεζε και πίεζε το καλώδιο. Μπορείτε να φανταστείτε τον τρόμο; Πήρε πάνω από μισή ώρα για να πεθάνει», αναφέρει η Γκουντ. Η Μπανάζ όχι μόνο ήταν νεκρή αλλά είχε υποφέρει αφάνταστα πριν από τον θάνατό της με κάθε είδους βασανιστήρια.

Ωστόσο, το πτώμα της Μπανάζ παρέμενε άφαντο και η αστυνομία άρχισε να ελέγχει τα τηλεφωνικά αρχεία δύο από των μελών της οικογένειας. Ο Χάμα (ΦΩΤΟ) ρωτούσε σε ένα τηλεφώνημα έναν φίλο του «αν ο καταψύκτης είχε τοποθετηθεί ξανά πάνω από το πτώμα» και οι αστυνομικοί κατάλαβαν αμέσως πού έπρεπε να ψάξουν.


Έτσι, οδηγήθηκαν σε ένα σπίτι στα Δυτικά Μίντλαντς. Στις 28 Απριλίου 2006, τρεις περίπου μήνες μετά την δολοφονία της, οι αρχές εντόπισαν το πτώμα της μέσα σε μια βαλίτσα που είχε τοποθετηθεί κάτω από έναν καταψύκτη. Η αναφορά του Χάμα στον καταψύκτη έκανε την Γκουντ να καταλάβει πού ακριβώς βρισκόταν το πτώμα καθώς είχε δει το σημείο ξανά. Ωστόσο, η βαλίτσα ήταν θαμμένη δίπλα σε έναν τρύπιο σωλήνα και το πτώμα ήταν σε τόσο προχωρημένη αποσύνθεση και σαπισμένο που δεν μπορούσαν να πάρουν δείγματα DNA.

Όπως έγινε στη συνέχεια γνωστό, το πρωί της 24ης Ιανουαρίου 2006, οι γονείς της Μπανάζ έφυγαν από το σπίτι για να πάνε την μικρότερη κόρη τους στο σχολείο και για ψώνια αφήνοντας την κοπέλα να κοιμάται. Ο Μοχάμεντ Μαρίντ Χαμά,  ο Μοχάμεντ Σαλέχ Αλί και ο  Ομάρ Χουσέιν  - τρία ξαδέρφια της - έφτασαν στο σπίτι λίγο μετά. Οι τρεις τους βασάνιζαν για περισσότερο από δύο ώρες την Μπανάζ μέχρι που τελικά την στραγγάλισαν με το καλώδιο. Τοποθέτησαν το πτώμα της σε μια βαλίτσα και το μετέφεραν στο σπίτι που βρέθηκε τρεις μήνες μετά στα Δυτικά Μίντλαντς, όπου το έθαψαν στον κήπο.

Ο Χάμα μέσα από τα τηλεφωνήματά του είχε μιλήσει ξεκάθαρα για την εμπλοκή  στη δολοφονία του θείου Αρί Αγκά Μαχμούντ και των ξαδελφών του Μοχάμεντ Σαλέχ Αλί, Ομάρ Χουσέιν και Ντάνα Αμίν. Την 1η Μαΐου ο θείος της Μπανάζ, Αρί Αγκά Μαχμούντ κατηγορήθηκε για ανθρωποκτονία, ενώ ακολούθησε ο πατέρας της τον Αύγουστο. Τα δύο από τα ξαδέρφια, ο Μοχάμεντ Σαλέχ Αλί και ο Ομάρ Χουσέιν, είχαν ήδη διαφύγει για το Ιράκ, ώστε να βρουν προστασία. Τελικά η Σκότλαντ Γιαρντ θα κατάφερνε να εντοπίσει και τους δύο, τον πρώτο το 2007 και τον δεύτερο το 2009 με την Βρετανία να προχωρά σε μια ιστορική συμφωνία έκδοσής τους από το Ιράκ, κάτι που δεν είχε γίνει ποτέ ξανά.

Τιμωρία και μετά θάνατον

Ακόμα και αφού βρέθηκε το πτώμα της Μπανάζ και ήρθε στο φως ο τραγικός τρόπος με τον οποίο είχε δολοφονηθεί, η οικογένεια της τής επιφύλασσε ακόμα μια τιμωρία. Σχεδιάζοντας την κηδεία της είπαν στην αστυνομία ότι θα την κήδευαν στο τζαμί του Ρίτζεντς Παρκ. Ωστόσο, την ημέρα της κηδείας πήγαν σε ένα άλλο τζαμί στο Τούτινγκ.

«Μας είπαν επίτηδες ψέματα για να μην είμαστε παρόντες στην κηδεία. Όταν τελικά το μάθαμε και φτάσαμε στο Τούτινγκ ήταν φανερό ότι εκεί δεν είχαν κάνει σχέδια για κηδεία», περιγράφει η ντεντέκτιβ Γκουντ.

«Η οικογένεια πήγε εκεί χωρίς καμία προειδοποίηση. Είχαν μπει μέσα στο τζαμί για προσευχές και άφησαν την σορό της κόρης τους σε έναν παράδρομο. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι τελικά της έκαναν κηδεία επειδή εμφανιστήκαμε εμείς εκεί», συνεχίζει η Γκουντ.

Η Μπανάζ τελικά κηδεύτηκε, αλλά η οικογένειά της δεν έβαλε στον τάφο της το όνομά  της ούτε κάτι που να υποδηλώνει ποιος είναι θαμμένος εκεί. Τελικά, στις 26 Ιουνίου 2006 με πρωτοβουλία και έξοδα του Οργανισμού για τα Δικαιωμάτων των Γυναικών του Ιράκ και του Κουρδιστάν(IKWRO), αστυνομικών και του εισαγγελέα που είχε αναλάβει την υπόθεσή της, Ναζίρ Αφζάλ, τελέστηκε για την Μπανάζ μνημόσυνο και τοποθετήθηκε στον τάφο της μια γρανιτένια στήλη με το όνομά της.

Η ώρα της δικαιοσύνης

Η πρώτη δίκη για τον φόνο της Μπανάζ ξεκίνησε στις 5 Μαρτίου 2007 και διήρκησε 14 εβδομάδες. Εκεί εμφανίστηκαν τόσο ο φίλος της, Ραχμάτ Σουλεϊμανί, όσο και η αδερφή της Μπεκάλ, η οποία το είχε σκάσει πριν από χρόνια από το σπίτι των γονιών της. Η Μπεκάλ εμφανίστηκε στο δικαστήριο φορώντας νικάμπ ώστε να προστατεύσει την ταυτότητά της και το έβγαλε μόνο για τους ενόρκους πίσω από ένα παραβάν.

Ο Σουλεϊμανί και η Μπεκάλ μίλησαν για τις ατελείωτες κακοποιήσεις και τα μαρτύρια που είχε υποστεί η Μπανάζ από την οικογένειά της. Και οι δυο στη συνέχεια έγιναν προστατευόμενοι μάρτυρες, άλλαξαν όνομα και διεύθυνση κατοικίας και προσπάθησαν να χαθούν από την κοινότητα των Κούρδων του Ιράκ.

Τον Ιούνιο του 2007 ο πατέρας και ο θείος της Μπανάζ κρίθηκαν ομόφωνα ένοχοι για την δολοφονία της και καταδικάστηκαν σε ισόβια με ελάχιστη εκτίσιμη ποινή τα 20 και 23 χρόνια αντίστοιχα. Ο Μοχάμεντ Χάμα, ο οποίος δήλωσε ένοχος για την δολοφονία, καταδικάστηκε σε ισόβια με ελάχιστη εκτίσιμη ποινή τα 17 χρόνια.

Ύστερα από την έκδοση των Μοχάμεντ Σαλέχ Αλί (αριστερά στη ΦΩΤΟ) και  Ομάρ Χουσέιν (δεξιά στη ΦΩΤΟ) από το Ιράκ οι δυο τους καταδικάστηκαν τον Νοέμβριο του 2010 από βρετανικό δικαστήριο και καταδικάστηκαν να εκτίσουν τουλάχιστον 22 και 21 χρόνια στη φυλακή αντίστοιχα.


Τέλος, τον Δεκέμβριο του 2013, ο Ντάνα Αμίν κρίθηκε ένοχος και καταδικάστηκε σε οχτώ χρόνια φυλακή καθώς βοήθησε να ξεφορτωθούν το πτώμα της.

Η αποτυχία της αστυνομίας

Η δολοφονία της Μπανάζ δεν ήταν κάτι ξαφνικό. Η κοπέλα είχε καταφύγει πολλές φορές στην αστυνομία καταγγέλλοντας είτε την βία που δεχόταν από τον σύζυγό της είτε τις απειλές από την οικογένειά της, ωστόσο κανείς δεν είχε κάνει τίποτα.

Τους τελευταίους πέντε μήνες πριν από την δολοφονία της είχε πάει πέντε φορές στην αστυνομία, ωστόσο κανείς δεν την είχε προστατέψει ακόμα κι αφού έδωσε τη λίστα με αυτούς που είχαν πει ότι θα την σκοτώσουν.  Μάλιστα, μετά από μια καταγγελία της, χρειάστηκαν τρεις μήνες μέχρι να γίνει αναφορά για τα όσα είχε καταθέσει. Δύο εβδομάδες, αφού η Μπανάζ την υπέγραψε, δολοφονήθηκε.

Μάλιστα σε ένα βίντεο από κατάθεσή της που δόθηκε στην δημοσιότητα επτά χρόνια μετά την δολοφονία της, η Μπανάζ περιγράφει όσα ζούσε στα χέρια του συζύγου της και λέει ξεκάθαρα ότι «αν κάτι μου συμβεί στο μέλλον να ξέρετε ότι θα φταίνε αυτοί» αναφερόμενοι φυσικά στην οικογένεια και την κοινότητα της.

Η Μπανάζ ακούγεται να λέει ότι η οικογένειά της έχει εξαγριωθεί επειδή αποφάσισε να πάρει διαζύγιο από έναν άντρα που της φερόταν σαν ήταν πόρνη και την μεταχειριζόταν σαν να ήταν «το παπούτσι του που το φορούσε όποτε και όπως ήθελε». Η ίδια λέει πως προσπάθησε να τον εγκαταλείψει πολλές φορές, αλλά επέστρεφε κάθε φορά επειδή την ανάγκαζε η οικογένειά της παρά τα ολοφάνερα βασανιστήρια που περνούσε. Όπως λέει τον αγαπούσαν «σαν να ήταν  Ντέιβιντ Μπέκαμ των γαμπρών».

Ακόμα, αναφέρει ότι ο σύζυγός της μια φορά είχε απειλήσει να την μαχαιρώσει αφού τον ανέφερε με το όνομά του μπροστά σε καλεσμένους τους. Όπως της είπε αυτό έδειχνε έλλειψη σεβασμού. «Σκεφτόταν σαν ήταν 50 χρόνια πίσω. Του εξηγούσα ότι ζούμε στην Βρετανία. Είχα σοκαριστεί επειδή ήταν απλώς ένα όνομα, δεν μπορούσε να βλάψει».

Στο βίντεο η Μπανάζ υπόσχεται ότι θα έρθει ξανά σε επαφή με την αστυνομία αν νιώσει ότι είναι σε κίνδυνο. Η κάμερα την καταγράφει να φεύγει από το δωμάτιο. Λίγο καιρό μετά ήταν νεκρή.

Η ιστορία της Μπανάζ και η ενδελεχής έρευνα της ντεντέκτιβ Καρολίν Γκουντ αποτυπώνεται σε μια μίνι σειρά δύο επεισοδίων του ITV με τον τίτλο «Honour» που κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες και έφερε ξανά στο προσκήνιο την συγκλονιστική της ιστορία. Η αδερφή της Μπανάζ, Μπεκάλ, μίλησε μέσω μιας πηγής στην δημιουργό της σειράς, Γκουίνεθ Χιουζ, και της αποκάλυψε ότι αφού είδε τη σειρά επηρεάστηκε πάρα πολύ και δεν μπορούσε να κοιμηθεί καθώς όσα διαδραματίζονται είναι πολύ κοντά στην αλήθεια. Η Μπεκάλ μέσω της πηγής είχε βοηθήσει την Χιούζ κατά τη διάρκεια της έρευνάς της για την σειρά δίνοντάς της αναλυτικές πληροφορίες.

Όσο για τον φίλο της Μπανάζ, Ραχμάτ Σουλεϊμανί, αυτός δεν μπόρεσε να δει τη σειρά. Έβαλε τέλος στη ζωή του δέκα χρόνια μετά την δολοφονία της Μπανάζ.

Σχόλια