17 Νοέμβρη: Η δολοφονία του αστυφύλακα Χρήστου Μάτη


Η ληστεία στην τράπεζα στα Πετράλωνα που οδήγησε στη δολοφονία του 28χρονου αστυνομικού. Οι καταθέσεις αυτών που συμμετείχαν και το όπλο που αποτέλεσε στοιχείο για την εξάρθρωση της οργάνωσης

Η απεργία πείνας του Δημήτρη Κουφοντίνα επανέφερε στο προσκήνιο τη δράση της «17 Νοέμβρη». Από τον Δεκέμβριο του 1975 έως και τον Ιούλιο του 2000 η τρομοκρατική οργάνωση πραγματοποίησε δεκάδες επιθέσεις και δολοφόνησε συνολικά 23 άτομα. Ένα από τα θύματα της ήταν και ο αστυφύλακας Χρήστος Μάτης ο οποίος απλά έτυχε να είναι φρουρός στην τράπεζα που επέλεξε να χτυπήσει η οργάνωση. Η υπόθεση της δολοφονίας του 28χρονου αστυνομικού είχε συγκλονίσει την ελληνική κοινωνία και ήταν ουσιαστικά η δεύτερη «παράπλευρη απώλεια» (είχε σκοτωθεί και ο οδηγός του Τζόρτζ Τσάντες,  Νίκος Βελούτσος τον Νοέμβριο του 1983)  των επιθέσεων της «17 Νοέμβρη». Ο αρχικός σχεδιασμός ήταν να ακινητοποιηθεί ο φρουρός. Θα ακολουθούσε ο τραγικός θάνατος του φοιτητή Θάνου Αξαρλιάν στις 14 Ιουλίου 1992 από θραύσματα ρουκέτας που είχε στόχο τον τότε υπουργό Οικονομικών, Γιάννη Παλαιοκρασά (ο οποίος επέζησε).

Έβδομη επιχείρηση, πρώτη ληστεία

Η ληστεία στα Άνω Πετράλωνα ήταν μόλις η έβδομη «επιχείρηση» της οργάνωσης και η πρώτη με στόχο τη ληστεία χρημάτων. Είχε προηγηθεί η δολοφονία του σταθμάρχη  της CIA στην Αθήνα, Ρίτσαρντ Γουέλς στις 23 Δεκεμβρίου 1975, η δολοφονία του βασανιστή της Χούντας, Ευάγγελου Μάλλιου στις 14 Δεκεμβρίου 1976, η δολοφονία του υποδιοικητή των ΜΑΤ Παντελή Πέτρου και του σωματοφύλακα και οδηγού του Σωτήρη Σταμούλη στις 16 Ιανουαρίου 1980, η απόπειρα δολοφονίας των χωροφυλάκων Αργυρόπουλου και Τατζημπίρου στις 8 Νοεμβρίου 1983, η δολοφονία του Τζορτζ Τσάντες, πλοίαρχου του αμερικάνικου πολεμικού ναυτικού και του οδηγού του Νίκου Βελούτσου στις 15 Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου και η απόπειρα δολοφονίας του Αμερικάνου αρχιλοχία Ρόμπερτ Τζάντ στις 3 Απριλίου 1984.

Στόχος της ληστείας ήταν το υποκατάστημα της Εθνικής Τράπεζας στα Άνω Πέτράλωνα (Τριών Ιεραρχών 119). Η οργάνωση χρειαζόταν χρήματα και έτσι αποφασίστηκε από την ηγετική ομάδα να χτυπήσουν για πρώτη φορά μια τράπεζα.

Το σχέδιο

Η ληστεία θα γινόταν το πρωί της 24ης Δεκεμβρίου. Συνολικά θα συμμετείχαν έξι μέλη της οργάνωσης. Ο Δημήτρης Κουφοντίνας είχε στείλει τον Πάτροκλο Τσελέντη να ελέγξει την τράπεζα και την περιοχή. Πιθανότατα είχε κάνει και ο ίδιος την αυτοψία του. Δεν έχει αποσαφηνιστεί πώς αλλά η οργάνωση γνώριζε ότι το όνομα του φρουρού ήταν Χρήστος αλλά και λεπτομέρειες για τη λειτουργία της τράπεζας. 

Σύμφωνα με το σχέδιο, ο Κουφοντίνας ντυμένος αστυνομικός θα έμπαινε στην τράπεζα κρατώντας γλυκά. Θα πλησίαζε τον Χρήστο Μάτη, θα του ευχόταν για την επερχόμενη γιορτή του και θα του έδινε το κουτί. Ο αστυφύλακας θα το έπαιρνε και ο Κουφοντίνας θα τον ακινητοποιούσε και θα τον αφόπλιζε. Τα άλλα μέλη θα προχωρούσαν στην ληστεία και θα αποχωρούσαν όλοι μαζί χωρίς θύματα και χωρίς πυροβολισμούς για να μην προκαλέσουν περαιτέρω πανικό.

Η δολοφονία και οι καταθέσεις

Αφού έγινε η απαιτούμενη προεργασία το σχέδιο προχώρησε κανονικά. Τα μέλη συναντήθηκαν σε ένα στενό κοντά στην τράπεζα. Ο Κουφοντίνας φόρεσε καπέλο και μπουφάν αστυνομικού. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ιδιοκτήτη του ζαχαροπλαστείου απ' όπου αγοράστηκαν τα γλυκά στο σχέδιο συμμετείχε και μια γυναίκα. Συγκεκριμένα στην κατάθεση του είχε υποστηρίξει: «Διατηρώ ζαχαροπλαστείο επί της οδού Ιεραρχών 93. Καθημερινά μεταβαίνω πεζός από το σπίτι μου στο κατάστημα ακολουθώντας την ίδια διαδρομή. Φτάνοντας στη διασταύρωση των οδών Τριών Ιεραρχών και Θερικλειδών κοιτάζοντας δεξιά, είδα μια γυναίκα άγνωστη με γυρισμένη την πλάτη και σε βάθος 3-4 μέτρων περίπου να παραδίδει ένα κουτί γλυκών διαστάσεων 0,25 Χ 0,25 εκατοστών, που ήταν περιτυλιγμένο με κόκκινο χαρτί, σε έναν αστυφύλακα με στολή, ο οποίος κοίταζε προς την οδό Τριών Ιεραρχών. Εγώ συνέχισα τον δρόμο μου, πέρασα την τράπεζα που έγινε η ληστεία, είδα τον φρουρό - αστυνομικό, τον οποίο γνώριζα, να κάθεται στην πολυθρόνα, που ήταν αριστερά της εισόδου. Περνώντας λίγο πιο πάνω από το απέναντι βενζινάδικο, με φώναξε ο βενζινάς κ. Τσάκαλος και γυρίζοντας αριστερά να τον χαιρετήσω πήρε το μάτι μου τον αστυφύλακα που είχα δει με το πακέτο στα χέρια να εισέρχεται στην είσοδο της τράπεζας. Άλλα άτομα να μπαίνουν μαζί του δεν θυμάμαι να είδα. Τον αστυφύλακα τον θυμάμαι γιατί φορούσε στολή. Συνέχισα τον δρόμο και πήγα στο μαγαζί, όπου σε λίγα λεπτά έμαθα ότι έγινε η ληστεία». Δεν αποσαφηνίστηκε ποτέ αν πράγματι συμμετείχε και κάποια γυναίκα.

Την εξέλιξη της ληστείας και της δολοφονίας του αστυφύλακα από τον Δημήτρη Κουφοντίνα περιέγραψε σε κατάθεση του ο Χριστούδολος Ξηρός. Χαρακτηριστικά είχε πει: «Στη ληστεία αυτή εκτός από μένα συμμετείχαν ο «Αλέκος», ο «Λουκάς», ο «Νικήτας», ο «Αποστόλης» και ο «Κόμης», αν θυμάμαι καλά. Ο «Αποστόλης» , που αναφέρω, ήταν τούρκος υπήκοος, οικονομικός πρόσφυγας στην Ελλάδα. Τα στοιχεία ταυτότητός του ήταν Ozturk Yavuz, τορναδόρος στο επάγγελμα, ο οποίος πέθανε προ ετών από έμφραγμα. Ο «Λουκάς» ντυμένος με στολή αστυνομικού εισήλθε πρώτος στην τράπεζα και κατευθύνθηκε προς το μέρος του ένοπλου αστυνομικού φρουρού. Εγώ με τον «ταινία» μπήκαμε ταυτόχρονα στον χώρο των ταμείων και οι άλλοι δύο, ο «Νικήτας» και ο «Κόμης», κινήθηκαν προς το μέρος των πελατών της τράπεζας, ενώ ο «Αποστόλης» παρέμεινε εκτός της τράπεζας και μαρσάριζε τη μηχανή. Ο «Λουκάς» (Δημήτρης Κουφοντίνας) πυροβόλησε τον αστυνομικό και αφού πήραμε τα χρήματα απομακρυνθήκαμε από την τράπεζα».

Οι αυτόπτες μάρτυρες

Δύο μάρτυρες που βρίσκονταν στην τράπεζα την ώρα της ληστείας και της δολοφονίας, αναγνώρισαν στο πρόσωπο του ατόμου που φορούσε ψεύτικη στολή αστυνομικού τον Δημήτρη Κουφοντίνα. Ωστόσο στην πλειονότητά τους οι μάρτυρες της υπόθεσης υποστήριξαν ότι το άτομο που πυροβόλησε τον Μάτη ήταν κάποιος δίπλα στον «αστυνομικό», ντυμένος με πολιτικά.

Στην κατάθεσή του ο κ. Παύλος Νικολαΐδης, υπάλληλος του OTE, ο οποίος εκείνη την ημέρα είχε πάει νωρίς το πρωί στην τράπεζα για προσωπική δουλειά, αφού περιγράφει την είσοδο των δραστών στην τράπεζα αναφέρει: «O συγχωρεμένος καθόταν στην καρέκλα. Τότε τον πλησίασε ο ψεύτικος αστυνομικός του είπε «Χρήστο χρόνια πολλά» και του άφησε γλυκά. O Χρήστος πήγε να σηκώσει το όπλο, έπεσε ο ψεύτικος αστυνομικός πάνω του και μετά ήρθε και ο δεύτερος με τα πολιτικά. Δεν ξέρω αν του πήραν το όπλο του ή πυροβόλησαν με άλλο όπλο. Με την αντίσταση που έφερε ο Χρήστος ακούστηκε πυροβολισμός και έπεσε κάτω. Στο πρόσωπο του ψεύτικου αστυνομικού αναγνώρισα τον κ. Κουφοντίνα» τόνισε.

Σχεδόν βέβαιη ότι το άτομο που ήταν ντυμένος αστυνομικός είναι ο Δημήτρης Κουφοντίνας, κατέθεσε και η τότε προϊσταμένη εσωτερικής διαδικασίας του υποκαταστήματος της ETE κ. Αγγελική Γκιλιπάθη. «Είμαι σίγουρη ότι αυτός που ήταν ντυμένος με τα πολιτικά πυροβόλησε. Αυτή τη στιγμή δεν μπορώ να αναγνωρίσω το πρόσωπό του. Τον άλλον όμως που ήταν ντυμένος αστυφύλακας από φωτογραφίες που είδα στην τηλεόραση λέω ότι ενδεχομένως να ήταν ο Κουφοντίνας. Μπορεί να είναι αυτός, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα…». 

Από τις μαρτυρίες γίνεται σαφές ότι το σχέδιο να πάρει το κουτί με τα γλυκά ο 28χρονος αστυφύλακας και να ακινητοποιηθεί δεν λειτούργησε. Δεν έπιασε το κουτί καθώς πιθανότατα υποψιάστηκε ότι κάτι δεν πάει καλά. Ακολούθησε συμπλοκή του Κουφοντίνα με τον Χρήστο Μάτη. Ο αστυφύλακας πυροβολήθηκε εξ επαφής στο κεφάλι και πέθανε επί τόπου.


Το περίστροφο που τον σκότωσε ήταν ένα 38άρι περίστροφο τύπου Smith & Wesson (με τον αύξοντα αριθμό 971379) το οποίο σύμφωνα με όσα ανακοίνωσε η Αστυνομία ( 12/07 2002) κατασχέθηκε μεταξύ άλλων ευρημάτων στη γιάφκα της οδού Πάτμου 84 στα Κάτω Πατήσια. Το ίδιο όπλο χρησιμοποιήθηκε από τη 17Ν σε άλλες έξι προπαρασκευαστικές τρομοκρατικές δράσεις. Ο Κουφοντίνας φεύγοντας πήρε μαζί του και το υπηρεσιακό περίστροφο του Χρήστου Μάτη. Βρέθηκε στην τσάντα του Σάββα Ξηρού το βράδυ της έκρηξης στον Πειραιά στις 29 Ιουνίου 2002.  Ήταν το πρώτο στοιχείο που ανακάλυψε η Αστυνομία και συνέδεε τον Σάββα Ξηρό με τη «17 Νοέμβρη».

Ο Πάτροκλος Τσελέντης, ο οποίος με τη συμμετοχή του στη συγκεκριμένη ληστεία πήρε το βάπτισμα του πυρός στην οργάνωση στην κατάθεση του ανέφερε: «Μία μέρα ο Κουφοντίνας μού ζήτησε να πάω να δω πού είναι η τράπεζα στα Πετράλωνα και πώς είναι οι γύρω δρόμοι. Όταν το έκανα, με τσεκάρισε. Την ημέρα που έγινε το γεγονός συναντήθηκα με τον Κουφοντίνα σε ένα στενάκι και μου έδωσε ένα περίστροφο. Τα όπλα τα έφερνε και τα μοίραζε ο «Λουκάς» μέσα σε μία τσάντα και ο ίδιος πάλι τα έπαιρνε. Περίμενα λίγο πριν την τράπεζα. Τον είδα να βγάζει ένα μπουφάν, να φοράει ένα καπέλο αστυνομικού και να μπαίνει μέσα μαζί με τον "Μανώλη" (Χριστόδουλο Ξηρό) και τον "Ανδρέα" (σ.σ.: ο κωδικός αυτός δεν ανήκει σε κανέναν από τους συλληφθέντες). Εγώ μπήκα και κάθησα στην είσοδο της τράπεζας. Δεν είχαμε σκοπό να πυροβολήσουμε τον αστυνομικό-φρουρό. Μετά από λίγα λεπτά, ενώ δεν άκουσα πυροβολισμό, είδα τους δικούς μου να βγαίνουν έξω. Νομίζω ότι όλοι μπήκαμε σε ένα κλειστό φορτηγάκι. Ήταν όλοι αναστατωμένοι. Άκουσα τον Κουφοντίνα, ο οποίος έλεγε ότι: "Του είπα πολλές φορές να μείνει ακίνητος και αυτός μού επιτέθηκε". Έδωσα το δικό μου όπλο και μετά με άφησαν στο ύψος της Χαμοστέρνας και έφυγα. Στο σπίτι έμαθα ότι στην τράπεζα είχε δολοφονηθεί ο Χρήστος Μάτης. Ο θάνατός του μας είχε συγκλονίσει όλους και ιδιαίτερα τον Κουφοντίνα».

H προκήρυξη που αμφισβητείται

Ο Χρήστος Μάτης είχε γεννηθεί στο Θεσπρωτικό Ηπείρου και υπηρετούσε στην Ασφάλεια Αθηνών. Δεν ήταν παντρεμένος. Είχε συνολικά πέντε αδέλφια. Στη ληστεία τα μέλη της «17 Νοέμβρη» πήραν συνολικά 7,5 εκατ. δραχμές. Αναφορά στη δολοφονία του αστυφύλακα γίνεται σε προκήρυξη του Ιουλίου 2002 που φέρει την υπογραφή της οργάνωσης αλλά ο Δημήτρης Κουφοντίνας υποστηρίζει ότι «δεν γράφτηκε από μέλη της 17 Νοέμβρη». Σε αυτή αναφέρεται χαρακτηριστικά:  «Ο νεαρός Θάνος Αξαρλιάν ήταν και είναι η σκιά που θα μας ακολουθεί μέχρι να τον συναντήσουμε... Ήταν η μεγαλύτερη ατυχία στην πορεία της Οργάνωσης και το μεγαλύτερο βάρος στις ψυχές μας. Αλλά και άλλα άτομα όπως ο Σωτήρης Σταμούλης, ο Νίκος Βελούτσος, ο Γιάννης Βάρης, ο Γιάννης Γεωργακόπουλος, ο Γιώργος Ρουσέτης και ο Χρήστος Μάτης ήταν θύματα πολέμου. Κανείς δεν ήθελε το θάνατο τους, αλλά δυστυχώς δε γινόταν αλλιώς».

Η οργάνωση χτύπησε πάλιμ δύο μήνες μετά τη ληστεία μετά φόνου στα Άνω Πετράλωνα. Στις 21 Φεβρουαρίου 1985 δολοφόνησε στο Κολωνάκι τον Νίκο Μομφεράτο, εκδότη της εφημερίδας Απογευματινή και τον οδηγού του Παναγιώτη Ρουσσέτη.