«Ο Μλάντιτς παρανόησε όταν αυτοκτόνησε η κόρη του»


Στα 23 της η κόρη του Ράτκο Μλάντις, Άννα έβαλε τέλος στη ζωή της με το αγαπημένο του πιστόλι. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι μετά από αυτό o Σέρβος εγκληματίας πολέμου βυθίστηκε στην παράνοια, κάποιοι άλλοι πως θα ακολουθούσε την ίδια πορεία, ακόμα και αν η κοπέλα ζούσε

 

«Η ζωή του Ράτκο Μλάντιτς έχει δύο φάσεις. Πριν και μετά τον θάνατο της Άννας. Από τη στιγμή που έχασε την κόρη του δεν κατάφερε ποτέ να επανέλθει. Ήταν ένας κατεστραμμένος άνθρωπος» λέει ένας αξιωματικός που πολέμησε υπό τις εντολές του Μλάντιτς. Κάποιοι πάνε ένα βήμα πιο πέρα, υποστηρίζουν ότι ο Μλάντιτς παρανόησε.

Ο ίδιος ο ηγέτης των Σέρβων της Βοσνίας,  Ράντοβαν Κάρατζιτς το είχε πει ξεκάθαρα σε μια σύσκεψη το 1995. Υποστήριξε ότι η αυτοκτονία της Άννας σε συνδυασμό με την πίεση του πολέμου τον διέλυσαν ψυχολογικά. «Ο Ράτκο είναι πλέον τρελός. Σας το λέω ως ψυχίατρος με μεγάλη εμπειρία. Απλά δεν άντεξε άλλο την πίεση και τρελάθηκε» είχε τονίσει ο Κάρατζιτς.

Παράφρονας ή όχι ο Μλάντιτς θα περάσει όλο το υπόλοιπο της ζωής του σε ένα κελί. Είναι το ελάχιστο τίμημα που πρέπει να πληρώσει για τα όσα έκανε στον πόλεμο της Γιουγκοσλαβίας και ιδιαίτερα στις επιχειρήσεις εθνοκάθαρσης στη Βοσνία. Η σφαγή στη Σρεμπρενίτσα θα φέρει για πάντα (και) την υπογραφή του ακόμα και αν ο ίδιος υποστηρίζει ότι δεν είχε καμία σχέση με τα όσα έγιναν. Τη στιγμή που σε ένα δωμάτιο του ξενοδοχείου «Φοντάνα« υποσχόταν στους εκπροσώπους του μουσουλμανικού πληθυσμού της πόλης ότι «δεν θα τους πειράζει κανείς» οι άντρες του προετοίμαζαν τις μαζικές εκτελέσεις ανδρών και αγοριών.

Όσοι έχουν γνωρίσει τον Μλάντιτς μιλούν για έναν αδίστακτο στρατιωτικό που «ερωτεύτηκε» το εθνικιστικό όραμα της Μεγάλης Σερβίας του Μιλόσεβιτς. Κανείς δεν ξέρει αν θα είχε ακολουθήσει διαφορετική πορεία αν η Άννα δεν είχε αυτοκτονήσει. Όλοι συμφωνούν όμως πως ο θάνατος της εξάλειψε κάθε ίχνος ανθρωπιάς που είχε μέσα του και τον οδήγησε σε ακόμα πιο σκοτεινά μονοπάτια.


H  Άννα

O Σέρβος στρατηγός  και η σύζυγος του Μπόσα (Μποσιλίκα) είχαν δύο παιδιά. Τον Ντάρκο και την Άννα. Ο Μλάντιτς είχε μεγάλη αδυναμία στην κόρη του και η Άννα ήταν περήφανη για τον πατέρα της. Τα πρώτα χρόνια του πολέμου τον στήριζε απόλυτα και θεωρούσε ότι το έργο του ήταν ηρωικό. Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό τον Ιούλιου του 1993 όταν η Μπόσα και η Άννα ταξίδεψαν με ελικόπτερο στην οροσειρά Τρεσκάβιτσα στη Βοσνία όπου είχε στήσει το αρχηγείο του ο Μλάντιτς. Είχαν και οι δύο γενέθλια εκείνη την ημέρα και ήθελαν να τα γιορτάσουν μαζί του. Η Άννα πόζαρε περήφανα δίπλα στον πατέρα της.

H κοπέλα σπούδασε φαρμακευτική και έκανε ταξίδια. Όλα συνηγορούν πως η άποψη για τα όσα έκανε ο πατέρας της άρχισε να αλλάζει στα τέλη του 1993. Έμαθε για τα εγκλήματα στη Βοσνία, τις εκκαθαρίσεις και τις εκτελέσεις ακόμα και παιδιών.

Η αυτοκτονία και οι θεωρίες

Στις 24 Μαρτίου 1994 η Άννα βρισκόταν στο πατρικό της σπιτι στη συνοικία Μπάνοβο Μπρντο του Βελιγραδίου, μαζί με τον αδελφό της και τη μητέρα της. Πήρε το αγαπημένο πιστόλι του Ράτκο Μλάντιτς (με αυτό θα ρίξω όταν θα μου κάνεις εγγονάκι, της είχε πει) και σημάδεψε το κεφάλι της. Αυτοκτόνησε σε ηλικία 23 ετών. Ακόμα και σήμερα δεν είναι ξεκάθαροι οι λόγοι που την οδήγησαν να βάλει τέλος στη ζωή της.

Η μια εκδοχή αναφέρει πως τους τελευταίους μήνες η Άννα δεχόταν αφόρητη πίεση λόγω των εγκλημάτων του πατέρα της. Είχε μάθει, από φίλους, ανατριχιαστικές λεπτομέρειες και δεν άντεξε να είναι «η κόρη του τέρατος»όπως έγραψαν εφημερίδες της εποχής (φυσικά όχι σερβικές).

Μια άλλη εκδοχή μιλά για ερωτική απογοήτευση με παρέμβαση και του ίδιου του Μλάντιτς. Η κοπέλα είχε σχέση με τον Ντράγκαν Στόικοβιτς, ο οποίος πολέμησε με τις σερβικές δυνάμεις και σκοτώθηκε σε μια μάχη. Πληροφορίες ανέφεραν ότι ο Μλάντιτς δεν ενέκρινε τη σχέση και αντιπαθούσε τον Στόικοβιτς γιατί ήταν μαλθακός και ασκούσε έντονη κριτική στις τακτικές του στρατηγού. Σύμφωνα με κάποιες φήμες ήταν ο Μλάντιτς που κανόνισε να μετατεθεί ο Στόικοβιτς στο μέτωπο της Βοσνίας ώστε να είναι μακριά από την κόρη του.

Τέλος η θεωρία που ασπαζόταν και ασπάζεται ο Μλάντιτς είναι πως η κόρη του δεν αυτοκτόνησε. Υποστηρίζει ότι δολοφονήθηκε από το σερβικό οργανωμένο έγκλημα. «Πέθανε στα χέρια Σέρβων» έχει δηλώσει.


Η επίσκεψη στον τάφο της

Μετά τη φυλάκιση του ο Μλάντιτς ζητούσε μόνιμα να επισκεφθεί τον τάφο της Άννας. «Είτε θα πάω στον τάφο, είτε θα μου φέρετε το φέρετρο της εδώ» έλεγε στον δικηγόρο του. Μετά από συνεχή αιτήματα και πιέσεις του δόθηκε άδεια. Στις 30 Μαΐου 2011, συνοδευόμενος από αστυνομικούς, ο Μλάντιτς επισκέφθηκε τον τάφο της κόρης του στο Βελιγράδι. Άφησε ένα μπουκέτο λουλούδια και άναψε το καντήλι. Στάθηκε για λίγο αμίλητος κοιτάζοντας την γκρίζα μαρμάρινη πλάκα με το όνομα της κόρης του και έφυγε.

Επίλογος

Το να πει κανείς ότι ο Μλάντιτς θα δρούσε διαφορετικά αν δεν είχε βιώσει την τραγωδία με την κόρη του είναι εντελώς αυθαίρετο. Η εικόνα του πάντως στο Διεθνές Δικαστήριο είναι ενός ανθρώπου που είτε αδυνατεί, είτε αρνείται να αποδεχθεί τα όσα διέταξε να κάνουν οι στρατιώτες του. Ο θάνατος της Άννας τον σημάδεψε βαθιά, ίσως και να τον οδήγησε στην παράνοια. Πριν από αυτόν όμως τον είχε ήδη συνεπάρει η παράνοια του εθνικισμού.  

Ο Σέρβος συγγραφέας Ντανίλο Κις πέθανε τον 1989 και δεν πρόλαβε τη φρίκη του πόλεμου που οδήγησε στη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας. Σε ένα προφητικό του κείμενο για τον εθνικισμό ξεγύμνωσε τις ρίζες του κακού απ' όπου προέκυψαν άτομα σαν τον Ράτκο Μλάντιτς ή τον Νάσερ Όριτς, γιατί η φρίκη δεν είχε μόνο σερβικό χρώμα. Μεταξύ άλλων αναφέρει:

«O εθνικισμός είναι, πρώτα από όλα, μια παράνοια. Μια συλλογική και ατομική παράνοια. Ως συλλογική παράνοια προκύπτει από τον φθόνο και τον φόβο και κυρίως από την απώλεια της ατομικής συνείδησης. Ο εθνικιστής είναι εξ ορισμού μια άγνοια. Ο εθνικισμός είναι η γραμμή της ελάχιστης αντίστασης, ο εύκολος τρόπος. Δεν υπάρχουν γενικές αξίες ­ αισθητικές, ηθικές κλπ. Μόνο σχετικές. Και υπ’ αυτή την έννοια κατά βάση ο εθνικισμός είναι αντιδραστικός. Το μόνο που μετράει είναι να περνώ καλύτερα από τον αδελφό μου ή τον ετεροθαλή αδελφό μου. Να μην πηδήξω πολύ ψηλά αλλά να πηδήξω πιο ψηλά από αυτόν. Η νίκη επί του επιλεγμένου αντιπάλου, του άλλου, είναι η απόλυτη νίκη. . Ολα τα άλλα δεν με ενδιαφέρουν. Ό,τι δεν είναι δικό μου είναι ξένο για εμένα. Ο εθνικισμός είναι πρωτίστως αρνητικότητα. Μια αρνητική πνευματική κατηγορία που ευδοκιμεί μέσα στην άρνηση και από την άρνηση. Δεν είμαστε αυτό που είναι οι άλλοι. Είμαστε ο θετικός πόλος, είναι ο αρνητικός.

Οι αξίες μας, εθνικές, εθνικιστικές, δεν λειτουργούν παρά μόνο σε σχέση με τον εθνικισμό των άλλων. Είμαστε εθνικιστές, αλλά αυτοί είναι ακόμη περισσότερο έτσι: Τους κόβουμε τους λαιμούς (όταν πρέπει), αλλά το κάνουν και οι άλλοι και περισσότερο. Είμαστε μεθύστακες, αυτοί είναι αλκοολικοί. Η ιστορία μας είναι ορθή μόνο σε σχέση με τη δική τους. η γλώσσα μας είναι καθαρή πάλι σε σχέση με τη δική τους».